Τεύχος #13 Παρισινή Κομμούνα

Χωρικές διαστάσεις της Παρισινής Κομμούνας

Στη συμβολή της, η Κατερίνα Πολυχρονιάδη μας μεταφέρει στο παρισινό πολεοδομικό τοπίο όπως αυτό διαμορφώθηκε δύο δεκαετίες πριν την Κομμούνα, στο πλαίσιο της «ριζοσπαστικής χειρουργικής» και του «στρατηγικού εξευγενισμού» του πολεοδόμου Haussman. Μας εξηγεί πώς αυτές οι ριζικά διαρθρωτικές παρεμβάσεις στον αστικό ιστό του κέντρου, που περιλάμβαναν μεταξύ άλλων τη διαπλάτυνση δρόμων και τη δημιουργία μεγάλων βουλεβάρτων, τη συγχώνευση προαστίων και τη μετέπειτα επαναδιαίρεση του ευρύτερου παρισινού κέντρου σε διαμερίσματα, καθώς και οι ολοκληρωμένες και βίαιες προσπάθειες για την «εξυγίανση» του κέντρου οδήγησαν ουσιαστικά στην καταστροφή της κοινωνικής και χωροταξικής συγκρότησης του κόσμου της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων εν γένει. Η Παρισινή κομμούνα αποτέλεσε έτσι μια μορφή «εκδίκησης» των λαϊκών τάξεων για την απώλεια του οικείου κόσμου, την αποξένωση και την απομόνωσή τους στα εργατικά προάστια, μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Στόχο των Ναπολεόντειων παρεμβάσεων στον αστικό χώρο [που δικαίως θεωρήθηκε ότι στηριζόταν στον φόβο των οδοφραγμάτων, τον οποίο κληροδότησαν τα προγενέστερα επαναστατικά κινήματα] αποτέλεσε ουσιαστικά η διευκόλυνση της καταστολής και η δημιουργία ενός «προνομιακού περιβάλλοντος διαβίωσης της μπουρζουαζίας». Αν και τα ερείπια που άφησε πίσω η Κομμούνα αποτέλεσαν αντικείμενο τουριστικής εκμετάλλευσης, η εξέγερση άνοιξε τον δρόμο για μια πιο «ορθολογιστική διαχείριση» της αρχιτεκτονικής του δημόσιου χώρου.
Φωτογραφία της Αναστασίας Δεληγιάννη

Οι δύο δεκαετίες που προηγούνται της Παρισινής Κομμούνας χαρακτηρίζονται από τα μεγάλα έργα εξευγενισμού του Παρισιού κατόπιν πρωτοβουλίας του Ναπολέοντα και εκτέλεσης από τον νομάρχη Οσμάν [Haussmann]. O Ντέιβιντ Χάρβεϊ [David Harvey] στο Paris, Capital of Modernity (2003) ισχυρίζεται ότι η Κομμούνα γεννήθηκε, εν μέρει, μέσα από μια νοσταλγία ενός αστικού χώρου που διαλύθηκε από τον Οσμάν και μέσα από μία επιθυμία εκδίκησης από αυτούς οι οποίοι μέσα από το έργα του Οσμάν έχασαν την πόλη τους. Γράφει ότι «είναι η αργή καπιταλιστική μετάλλαξη της ιστορικής γεωγραφίας της πόλης που πάραξε την πρώτη ύλη για την Κομμούνα», θεωρεί αυτούς τους πολεοδομικούς μετασχηματισμούς ως μια «δημιουργική καταστροφή» και ονομάζει τη συνολική περίοδο «άγρια φάρσα» με τραγική κατάληξη το 1871.

Για τον Χάρβεϊ, η Κομμούνα ήταν περισσότερο ένα κίνημα για το δικαίωμα στην πόλη και λιγότερο μια προλεταριακή εξέγερση, το οποίο προσπάθησε να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας μέσα σε μία ιδιαίτερη διαμόρφωση τάξεων, μέσα σε έναν επίσης ιδιαίτερο αστικό χώρο και τέλος μέσα σε έναν καπιταλιστικό κόσμο σε πλήρη μετάβαση. Η βασική ιδέα του βιβλίου είναι ότι οι πολιτικοί, οικονομικοί και πολεοδομικοί μετασχηματισμοί του 19ου αιώνα άνοιξαν ταυτόχρονα την πόρτα για τη νεωτερικότητα και οδήγησαν στην Κομμούνα. Ο τίτλος του βιβλίου του Χάρβεϊ παραπέμπει προφανώς και στο βιβλίο του Βάλτερ Μπένιαμιν [Walter Benjamin], Paris, Capital of the 19th century (1935) ο οποίος τιτλοφορεί ένα κεφάλαιο «Οσμάν ή τα οδοφράγματα» και σημειώνει ότι «η αύξηση των ενοικίων διώχνει το προλεταριάτο προς τα προάστια και έτσι οι γειτονιές του Παρισιού χάνουν τη φυσιογνωμία τους. Με αυτόν τον τρόπο οριοθετείται η ζώνη του κόκκινου Παρισιού και οι Παριζιάνοι γίνονται ξένοι μέσα στην ίδια τους την πόλη […] Για τον λαό του Παρισιού, μία από τις διεκδικήσεις της Κομμούνας θα είναι να επανακτήσει την πόλη του».

Όταν ανακηρύσσεται αυτοκράτορας ο Ναπολέων, για να σιγουρέψει την πολιτική του επιβίωση, καταστέλλει βίαια τα κοινωνικά κινήματα. Γνωρίζοντας όμως ότι πρέπει να ασχοληθεί και με το πλεονάζον κεφάλαιο, ξεκινά ένα τεράστιο επενδυτικό πρόγραμμα υποδομών τόσο στη γαλλική μητρόπολη όσο και στο εξωτερικό. Κυρίως όμως, αυτή η πολιτική μεταφράζεται στη μεταμόρφωση του Παρισιού μέσα από τα έργα του Οσμάν, τον οποίο ορίζει νομάρχη το 1853. Οι στόχοι των δύο ανδρών είναι να εξυγιάνουν την πόλη, να δημιουργήσουν αρτηρίες για την κυκλοφορία αγαθών και ανθρώπων και να επιβάλουν τη δημόσια τάξη. Ο επίσημος λόγος προτάσσει καταρχήν την υγιεινή, η οποία θα καθορίσει και τις πολεοδομικές επιλογές. Βασικός επίσημος στόχος λοιπόν είναι ο αερισμός των κατοικιών και της πόλης. Πίσω όμως από τον επίσημο λόγο κρύβονται αφενός η επιθυμία να προσφερθεί ένα προνομιακό περιβάλλον διαβίωσης στην μπουρζουαζία και αφετέρου η έγνοια να δημιουργηθούν οδικοί άξονες που θα διευκολύνουν την καταστολή. Για τον Benjamin, o βασικός σκοπός των έργων ήταν να προστατευθεί η πόλη από έναν εμφύλιο πόλεμο. Με άλλα λόγια, να γίνει αδύνατη η χρήση οδοφραγμάτων. Αυτός ο φόβος για τα οδοφράγματα και την εξέγερση εξηγείται από τα επαναστατικά κινήματα που διέτρεξαν το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

Οδόφραγμα κοντά στη Βαστίλη – 18 Μαρτίου 1871. Πηγή: Musée Carnavalet

Η ιδιαιτερότητα του πολεοδομικού σχεδιασμού του Οσμάν έγκειται στο γεγονός ότι αντιμετωπίζει την πόλη στο σύνολό της. Πρόκειται για μια πολεοδομία της κατεδάφισης που συχνά χαρακτηρίζεται ως «ριζοσπαστική χειρουργική» με σκοπό τη μεταμόρφωση της υπάρχουσας πόλης και την προσαρμογή της στη βιομηχανική εποχή. Ο Οσμάν ανοίγει νέες οδούς και λεωφόρους που διαπερνούν τις ανθυγιεινές (και λαϊκες) γειτονιές του κέντρου της πόλης, φροντίζοντας αυτές οι νέες αρτηρίες να συνδέονται με τους σιδηροδρομικούς σταθμούς που συνδέουν το Παρίσι με την υπόλοιπη Γαλλία και το εξωτερικό. Με αυτόν τον τρόπο το μεσαιωνικό Παρίσι αντικαθίσταται από τα βουλεβάρτα και η εργατική τάξη αναγκάζεται να εγκαταλείψει το κέντρο έως ότου το ξαναδιεκδικήσει κατά την Κομμούνα. Η νέα φυσιογνωμία του Παρισιού διαρκεί μέχρι τις μέρες μας: οι πλούσιοι μπουρζουά κατοικούν στις κομψές και μνημειακές πολυκατοικίες του κέντρου και του δυτικού Παρισιού και οι τάξεις των εργαζομένων στις ταπεινές κατασκευές του βόρειου και ανατολικού Παρισιού. Παράλληλα με τη διάνοιξη αρτηριών ο Οσμάν προβαίνει σε ένα συνολικό σύστημα αγωγών υδροδότησης και αποχέτευσης, στην ανέγερση δημόσιων κτιρίων, στη δημιουργία πάρκων κτλ. Η ανακατασκευή των υποδομών της πόλης οδηγεί συνεπακόλουθα και σε ένα νέο τρόπο ζωής, καθώς και σε ένα νέο τύπο αστικής προσωπικότητας. Το Παρίσι γίνεται η « πόλη του φωτός» , το μεγάλο κέντρο της κατανάλωσης, των διεθνών εκθέσεων, του τουρισμού και των απολαύσεων που θα επιτρέψει την απορρόφηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου και θα σοκάρει τους άπορους εργαζόμενους. Το 1868 θα καταρρεύσει αυτό το κερδοσκοπικό χρηματοοικονομικό σύστημα μαζί και με τις πιστωτικές δομές πάνω στις οποίες βασιζόταν.

Πέρα από τα έργα υποδομών μέσα στο Παρίσι, o Οσμάν προβαίνει και σε μια άλλη πολιτική επιλογή που θα στιγματίσει τη χωρικοκοινωνική οργάνωση της πόλης. Το 1859 αποφασίζει την προσάρτηση 11 προαστίων στην πόλη του Παρισιού διπλασιάζοντας την επιφάνεια της πρωτεύουσας. Παράλληλα διαιρεί τη νέα επιφάνεια σε 20 διαμερίσματα. Η επιλογή αυτή για άλλη μια φορά δεν είναι τυχαία. Το 1795 οι επαναστάτες είχαν διαιρέσει το Παρίσι σε 12 ακτινικά διαμερίσματα με σκοπό να πλησιάσουν οι φτωχοί του κέντρου τους πλούσιους της περιφέρειας. Το 1859 γίνεται ακριβώς το ανάποδο. Οι μπουρζουά συγκεντρώνονται στα δυτικά και κεντρικά εκμοντερνισμένα διαμερίσματα και οι εργάτες καλούνται να κατοικήσουν στα περιφερειακά διαμερίσματα. Η διαίρεση των διαμερισμάτων γίνεται με τρόπο ώστε να ελαττωθεί η αλληλεγγύη μεταξύ εργατών. Για παράδειγμα η γειτονιά της Belleville κόβεται επίτηδες στα δύο, ανάμεσα στο 19ο και το 20ο διαμέρισμα. Στα περιφερειακά διαμερίσματα καθώς και στα νέα προάστια οι κατοικίες είναι κακής ποιότητας, οι συνθήκες διαβίωσης είναι άθλιες και τα νοίκια υψηλά, με αποτέλεσμα να παρατηρείται ένας υπερπληθυσμός.

Επιπλέον, τα μέσα μαζικής μεταφοράς δε φτάνουν ως τα νέα διαμερίσματα, οπότε ο πληθυσμός αυτός βρίσκεται αποκλεισμένος, αφήνοντας να διαφανεί η πολιτική απόφαση εξώθησης του προλεταριάτου μακριά από το κέντρο αποφάσεων. Η οξύτητα αυτών των προβλημάτων εξηγεί για άλλη μια φορά την εξέγερση του 1871. Η ιδέα του «τρυπήματος» του κέντρου της πόλης καθοδηγείται και από τους επιχειρηματικούς κύκλους. Τα μεσιτικά γραφεία, άμεσα συνδεδεμένα με τις τράπεζες εποφθαλμιούν τα οικόπεδα του κέντρου. Πρακτικά ο Οσμάν γίνεται ο εκπρόσωπος της μπουρζουαζίας: σιδηροδρομικοί σταθμοί και μεγάλες αρτηρίες για την κυκλοφορία του κεφαλαίου και διαμερίσματα για αυτούς που έχουν την οικονομική άνεση δημιουργούν μια πόλη της μπουρζουαζίας χωρίς λαϊκές τάξεις. Ο ίδιος ο Οσμάν γράφει στον Ναπολέοντα ότι πρέπει να δεχθούνε την ακρίβεια των ενοικίων και των εμπορευμάτων ως ένα χρήσιμο βοήθημα για να προστατευθεί η πόλη από την εισβολή των εργατών της υπαίθρου.

Για τον Henri Lefebvre στο βιβλίο Δικαίωμα στην πόλη η τακτική έμμεσου διωγμού των χαμηλών στρωμάτων από το κέντρο της πόλης μέσω πολεοδομικών έργων, μια διαδικασία που επισημοποιείται κατόπιν ως πολιτική τον 20ο αιώνα, είναι το πρώτο στάδιο εξώσεων των λαϊκών τάξεων. Επίσης ο Lefebvre επισημαίνει τον ρόλο των νέων αρτηριών στο μετασχηματισμό της πόλης ως προς την παραγωγικότητα και αποδοτικότητα. Ο δρόμος δεν είναι πλέον ούτε κατοικημένος ούτε κατοικήσιμος. Στη μέση του 19ου αιώνα η ησυχία των βουλεβάρτων του Haussmann αντιπαραβάλλεται με την ατμόσφαιρα γιορτής που χαρακτηρίζει τα μικρά δρομάκια των λαϊκών γειτονιών. Κατά τη διάρκεια της Κομμούνας οι ρεφορμιστές και οι πολιτικοί περιορίζονται στις προστατευμένες γειτονιές του κέντρου και της αριστερής όχθης εγκαταλείποντας τις βόρειες και ανατολικές γειτονιές στους ριζοσπάστες, σοσιαλιστές και επαναστάτες. Αυτό το «άλλο Παρίσι» ή «κόκκινο Παρίσι» γίνεται ο αποκλειστικός τόπος της λαϊκής πολιτικής αναταραχής παράλληλα με τη ξαφνική αναζωπύρωση της κουλτούρας του δρόμου μέσα από χορούς και επαναστατικά τραγούδια που πλημμυρίζουν τους δρόμους σε αυτές τις γειτονιές.

Οι φαρδιές αρτηρίες του Οσμάν σχεδιάστηκαν με σκοπό  τον έλεγχο των επαναστατικών κινημάτων. Επιτρέπουν τη γρήγορη μετακίνηση των αρμάτων και τη σκόπευση των εξεγερμένων από μακριά. Παρόλ’ αυτά τα οδοφράγματα της Κομμούνας στήθηκαν και πάνω σε αυτές τις αρτηρίες, αλλά η συντριβή τους είναι μια απόδειξη της «λειτουργικότητας» του σχεδιασμού του Οσμάν.

O Eric Hazan  στο βιβλίο L’ invention de Paris (2002) αφιερώνοντας το δεύτερο μισό στο «κόκκινο Παρίσι» και την Κομμούνα περιγράφει μια γραμμή αντίστασης που ξεκινά από το βόρειο Clichy και φτάνει μέχρι το ανατολικό Vincennes χωρίζοντας την πόλη στα δύο. Στο δυτικό Παρίσι και ιδιαίτερα στα Ηλύσια Πεδία βλέπει τον άξονα συνεργασίας Πρώσων και Γάλλων αξιωματκών. Με γλαφυρό τρόπο περιγράφει τις καταστροφές των καφέ πάνω σε αυτό τον άξονα, μια και ήταν τα μόνα ανοιχτά για τους Πρώσους. Για τον ίδιο συγγραφέα, αλλά και για τον Benjamin, η πιο δυνατή εικόνα της Κομμούνας είναι τα οδοφράγματα, παρότι όχι απαραίτητα αποτελεσματικά. Φτιαγμένα αρχικά από ό, τι ήταν πρόχειρο, μερικά βαρέλια και ντουλάπες πάνω σε πέτρες του οδοστρώματος, δεν εγγυώνται την άμυνα παρά για περιορισμένο χρόνο. Κυρίως καθυστερούν την επέλαση των στρατιωτικών αγημάτων. Ακόμα και όταν παίρνουν γιγαντιαίες διαστάσεις όπως αυτό της οδού Rivoli to 1871, δε κρατούν περισσότερο από μερικές ώρες, καθώς ο αντίπαλος δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κανόνια. Για τον Hazan, τα οδοφράγματα είναι το σκηνικό ενός κωμικοτραγικού θεάτρου. Κωμικού, όταν η μία πλευρά προσπαθεί να πείσει την άλλη να παραδοθεί ή να αυτομολήσει, τραγικού, όταν ο ήρωας κατεβαίνει από το οδόφραγμα για να προχωρήσει μόνος προς τους στρατιώτες, είτε σε μία ύστατη προσπάθεια πειθούς, είτε για να μην υποστεί την ήττα και να πεθάνει. Ο Οσμάν είχε προσπαθήσει μέσα από το φάρδος των νέων αρτηριών να εμποδίσει την κατασκευή οδοφραγμάτων και είχε βαφτίσει αυτήν την επιχείρηση «στρατηγικό εξευγενισμό». Τα οδοφράγματα όμως επανεμφανίζονται κατά τη διάρκεια της Κομμούνας και είναι σαφώς πιο γερά και πιο καλά στημένα από ό, τι στις προηγούμενες εξεγέρσεις: διακόπτουν την κυκλοφορία των στρατιωτικών αρμάτων, υψώνονται μέχρι και δύο ορόφους και κρύβουν τα χαρακώματα. Ήδη μετά τις εκλογές του 1869 τα βουλεβάρτα του Haussmann (ως τότε πεδία των περιπατητών και των καταναλωτών) γίνονται πεδία μάχης, καθώς συγκεντρώνουν πλήθος εξεγερμένων εργατών, φοιτητών και εμπόρων.

Κανόνια στο λόφο της Μονμάρτης. Πηγή: Εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλιας (https://gallica.bnf.fr/)

Τον Μάιο του 1871 ο στρατός της κυβέρνησης των Βερσαλλιών επιτίθεται στη Παρισινή Κομμούνα προχωρώντας από τη δύση και τον νότο προς το βορειοανατολικό Παρίσι. Παρά τα οδοφράγματα, η πορεία του, διευκολύνεται από τις μεγάλες αρτηρίες. Έτσι, η Belleville μπορούσε για παράδειγμα να προσεγγιστεί από την πρόσφατα διανοιγμένη οδό Pyrennées. To βράδυ της 24 Μαΐου η γραμμή του στρατού των Βερσαλλιών εκτείνεται από τον νότο μέχρι τον Βορρά της πόλης, αφήνοντας στους εξεγερμένους μόνο το βορειοανατολικό Παρίσι και ένα κομμάτι του ανατολικού κέντρου. Η γραμμή διαγράφει μια βεντάλια της οποίας οι δύο πλευρές κλείνοντας θα συνθλίψουν την Belleville. Οι τελευταίες μάχες θα δοθούν στο ανατολικό Παρίσι, πριν το τραγικό τέλος που θα λάβει χώρα στη Belleville. Καθώς ο στρατός προχωρά από τα δυτικά και νότια οι υποστηρικτές της Κομμούνας θα προσπαθήσουν να κρατήσουν τη μία μετά την άλλη τις γειτονιές του κέντρου, οπισθοχωρώντας κάθε φορά που τα οδοφράγματά τους καταστρέφονταν. Δυο λόγοι για τους οποίους το βορειοανατολικό Παρίσι θα πέσει τελευταίο είναι  αφενός το γεγονός ότι είναι πυκνοκατοικημένο από εργάτες, εργαζόμενους και μικροεμπόρους και αφετέρου γιατί έχουν μαζί τους εξεγερμένους στρατιώτες που άλλαξαν πεδίο.

Επίσης, σε αυτές τις περιοχές η Κομμούνα υποστηρίζεται από τους παριζιάνους σε αντίθεση με τις «καλές γειτονιές» όπου οι περισσότεροι μπουρζουά κάτοικοι έχουν ήδη εγκαταλείψει την πόλη για να βρουν καταφύγιο στην εξοχή. Τέλος η γεωγραφία αυτής της ζώνης, με τους λόφους Montmartre, Belleville, Menilmontant, Buttes Chaumont, επιτρέπει στην Κομμούνα να ελέγχει οπτικά τις μετακινήσεις του αντιπάλου.

Παρίσι στις φλόγες, φωτογραφημένη και επεξεργασμένη γκραβούρα. Πηγή: Μουσείο του Saint Denis

Μετά την ήττα της Κομμούνας, το Παρίσι μοιάζει με κατεστραμμένη πόλη. Μεγάλος αριθμός δημόσιων κτιρίων έχουν καεί ή βομβαρδιστεί από τα κανόνια των δύο πλευρών. Οι αναπαραστάσεις της εποχής δείχνουν ένα Παρίσι στις φλόγες.

Κατά τη διάρκεια της Κομμούνας η φωτογραφική αναπαράσταση γιγαντώνεται και δεκάδες άλμπουμ του κατεστραμμένου Παρισιού εκδίδονται. Αυτές οι εκδόσεις θα δημιουργήσουν ένα κύμα τουρισμού και περιέργειας ως προς τα παρισινά ερείπια. Για τη διευκόλυνση των επισκέψεων θα εκδοθούν και οδηγοί όπως ο Οδηγός του καμένου Παρισίου. Οι επισκέπτες παρόλ’ αυτά θα αντικρύσουν ένα λιγότερο κατεστραμμένο Παρίσι από αυτό που προβάλλεται μέσα από τους οδηγούς ή τον ημερήσιο τύπο. Οι καταστροφές αφορούν κυρίως εμβληματικά κτίρια όπως το Δημαρχείο, το υπουργείο Οικονομικών και το Παλάτι των Tuilleries στο Λούβρο, το παλάτι του Orsay.

Εξέγερση του Παρισιού – Πυρκαγιά του Δημαρχείου. Πηγή: Εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλίας (https://gallica.bnf.fr/)

Αυτά τα ερείπια θα ανοίξουν μια τεράστια συζήτηση σχετικά με το αν θα πρέπει να ξαναχτιστούν μνημεία κύρους, καθώς ενδεχομένως δεν ανταποκρίνονται πλέον στις οικονομικές ανάγκες της εποχής. Αντ’ αυτού προτείνεται μια νέα συζήτηση για τις πραγματικές ανάγκες της πόλης και τις υποδομές της. Για την Hélène Lewandowski[1] οι πυρκαγιές της Κομμούνας επέτρεψαν για άλλη μια φορά να χτιστεί ένα κομμάτι της πόλης με τρόπο πιο ορθολογικό που θα ανταποκρίνεται καλυτέρα στους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς της βιομηχανικής επανάστασης, επενδύοντας για παράδειγμα σε σχολεία, γραφεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς αντί για παλάτια. Ο Μπένιαμιν κλείνοντας το κεφάλαιο για τον Οσμάν και τα οδοφράγματα λέει ότι «η πυρκαγιά του Παρισιού είναι η άξια κατάληξη του καταστροφικού έργου του Οσμάν». Εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε ότι η πυρκαγιά ολοκλήρωσε ίσως το έργο του Οσμάν και άνοιξε τον δρόμο προς τη νεωτερικότητα. Μια νεωτερικότητα που βασίζεται κατά το Χάρβεϊ σε μία διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής», ο οποίος βλέπει την Παρισινή Κομμούνα ως το πιο ιδιαίτερο, μοναδικό και δραματικό γεγονός στην ιστορία του αστικού καπιταλισμού.

Χάρτης 1: Εκλογές 28 Μαρτίου 1871. Με μαύρο οι ψήφοι για τη Κομμούνα σε κάθε διαμέρισμα. Χάρτης 2: Τελευταία εβδομάδα της Κομμούνας. Μέτωπα, σημεία αντίστασης της Κομμούνας, τελευταία προπύργια. Χάρτης 3. Αριθμός συγκεντρώσεων της Κομμούνας ανά αίθουσα. Πηγή: David Harvey, Paris, Capitale de la commune, Les Prairies ordinaires, Paris, 2012

Το κείμενο επιμελήθηκε η Δήμητρα Αλιφιεράκη.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Κατερίνα Πολυχρονιάδη

Η Κατερίνα Πολυχρονιάδη είναι αρχιτέκτονας με μεταπτυχιακές σπουδές στην αστική κοινωνιολογία και το σινεμά. Ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι όπου διδάσκει μεταξύ άλλων ιστορία αρχιτεκτονικής και πόλης. Το ερευνητικό της έργο περιλαμβάνει θέματα όπως οι πολεοδομικοί μετασχηματισμοί, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις σε δημόσιους χώρους και οι εντάσεις μεταξύ πολιτιστικής κληρονομιάς και τουριστικής οικονομίας.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange