Κριτική Τεύχος #15

Η κατά Μπουρντιέ πρακτική θεώρηση του χρόνου

Πρόκειται για μια θεώρηση κατά την οποία επιχειρείται η ανάδειξη της πρακτικής αντίληψης του χρόνου, δηλαδή η ανάδειξη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον χρόνο.
Work (Εργασία), του Ford Madox Brown, (1852 - 1865)

του Κώστα Φωτίου*

Στο παρόν κείμενο εξετάζεται η μπουρντιανή θεώρηση του χρόνου, έτσι όπως την αναπτύσσει ο Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος στο έργο του «Πασκαλιανοί διαλογισμοί».[1] Πρόκειται για μια θεώρηση που γίνεται στη βάση των προσδοκιών του ανθρώπου και των αντικειμενικών ευκαιριών που προσφέρει η κοινωνία για την εκπλήρωσή τους. Σε αυτή τη βάση, επιχειρείται η ανάδειξη της πρακτικής αντίληψης του χρόνου, δηλαδή η ανάδειξη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον χρόνο.

Ο Μπουρντιέ ξεκινά με μια διάκριση ανάμεσα στην πρακτική και στην σχολαστική αντίληψη του χρόνου. Η σχολαστική αντίληψη του χρόνου (που οφείλει το όνομά της στη σχόλη των διανοούμενων, δηλαδή στον απελευθερωμένο χρόνο από οποιαδήποτε ανάγκη) αδυνατεί να συλλάβει την εμπειρία των καθημερινών ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τους καταναγκασμούς του βιοπορισμού, με αποτέλεσμα να αποκρύπτει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Αυτό συμβαίνει γιατί τοποθετεί την ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα στον χρόνο και την αντιμετωπίζει ως συνειδητό σχέδιο για το μέλλον, στο οποίο προβαίνουν ορθολογικά σκεπτόμενοι άνθρωποι. Για την πρακτική αντίληψη, αντίθετα, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν τοποθετείται μέσα στον χρόνο αλλά είναι αυτή που τον δημιουργεί.

Για παράδειγμα, η σχολαστική αντίληψη θεωρεί ότι το παρελθόν είναι κάτι που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Αντίθετα, η πρακτική αντίληψη θεωρεί ότι το παρελθόν εμπεριέχεται μέσα στο παρόν, είναι δηλαδή ζωντανό στο σήμερα, παρόλο που δεν γίνεται αντιληπτό. Εφόσον η ανθρώπινη συμπεριφορά εμπεριέχει το παρελθόν, εμπεριέχει και το μέλλον, όχι όμως ως κάτι που πιθανολογείται ότι θα συμβεί στη βάση ενός ορθολογικού σχεδίου, αλλά ως άμεσα ορατή κατάσταση. Με βάση δηλαδή το παρελθόν μας, αποκτούμε προσδοκίες και κάνουμε προβλέψεις για ένα μέλλον προς το οποίο είμαστε ήδη προσανατολισμένοι να κινηθούμε. Οι προσδοκίες μας τείνουν να εναρμονίζονται με τις ευκαιρίες που μας προσφέρει η κοινωνία, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δημιουργούμε εκείνες τις προσδοκίες που ταιριάζουν στις ευκαιρίες, τις οποίες η κοινωνία ούτως ή άλλως θα μας προσέφερε.

Όταν οι προσδοκίες μας ταιριάζουν κατά έναν τρόπο αυτόματα με τις ευκαιρίες που μας προσφέρει η κοινωνία για την εκπλήρωσή τους, απορροφούμαστε από τον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία χωρίς να το καταλαβαίνουμε, με τον ίδιο τρόπο που απορροφούμαστε όταν ξέρουμε να παίζουμε καλά ένα παιχνίδι. Όταν είμαστε απορροφημένοι, ο χρόνος περνάει απαρατήρητος. Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον χρόνο, όταν οι προσδοκίες μας δεν εκπληρώνονται πλήρως από την κοινωνία, όταν δηλαδή το παιχνίδι έχει αγωνία και υπάρχει μια αβεβαιότητα. Τότε είναι που βιώνουμε τον χρόνο μέσα από συναισθήματα όπως η προσμονή και η ανυπομονησία, η πλήξη και η δυσαρέσκεια, η ενοχή και η νοσταλγία.

Βέβαια, οι προσδοκίες μας και οι ευκαιρίες που μας προσφέρει η κοινωνία δεν είναι οι ίδιες για όλους και όλες. Εξαρτώνται από το κεφάλαιο που κατέχουμε, δηλαδή από την εξουσία που έχει ο καθένας και η καθεμιά, μια εξουσία που ορίζει το πόσο βέβαιοι είμαστε ότι θα εκπληρωθούν οι προσδοκίες μας. Η κοινωνία λοιπόν μοιάζει, όχι με ένα παιχνίδι που κάθε παίχτης ή παίχτρια ξεκινάει από το μηδέν, αλλά με ένα παιχνίδι σκυταλοδρομίας ή ένα παιχνίδι που όλοι και όλες ξεκινάμε με μια θετική ή αρνητική βαθμολογία, ανάλογα με τους βαθμούς που έχουν μαζέψει όσοι και όσες έπαιξαν πριν από εμάς. Αυτή η θετική ή αρνητική βαθμολογία των προηγούμενων από εμάς είναι το κεφάλαιο που κατέχουμε και ορίζει εν πολλοίς τον βαθμό στον οποίο θα εκπληρωθούν οι προσδοκίες μας. Έτσι, επειδή οι προσδοκίες μας τείνουν να ευθυγραμμίζονται με τις ευκαιρίες που μας προσφέρει η κοινωνία, ωθούμαστε να επενδύουμε σε διαφορετικά πεδία, ανάλογα με το κεφάλαιο που κατέχουμε (σε ποιο σχολείο θα πάμε, αν και τι θα σπουδάσουμε, τι δουλειά θα κάνουμε, με ποιους ανθρώπους θα ταιριάξουμε). Το πεδίο όμως στο οποίο θα επενδύσουμε, θα είναι εκείνο στο οποίο τελικά δεν γινόταν βάσει του κεφαλαίου μας πάρα να επενδύσουμε και που ορίζει την κοινωνική θέση στην οποία δεν γινόταν πάρα να τερματίσουμε, για να παραδώσουμε με τη σειρά μας τη σκυτάλη στους επόμενους και στις επόμενες από εμάς.

Υπάρχει όμως και μια κοινωνική ομάδα, οι υποπρολετάριοι και οι υποπρολετάριες, των οποίων οι προσδοκίες φαίνεται ότι δεν εκπληρώνονται καθόλου και η ζωή τους δείχνει πόσο στενά συνδέεται η εμπειρία του χρόνου με την έννοια της εξουσίας. Οι υποπρολετάριοι και οι υποπρολετάριες, δηλαδή όσοι και όσες κινούνται στις παρυφές της ανεργίας και της υποαπασχόλησης, στερούνται εκείνο το στοιχείο που μας επιτρέπει να έχουμε προσδοκίες μέσα σε αυτή την κοινωνία. Αυτό το στοιχείο δεν είναι άλλο από την έμμισθη εργασία. Η έμμισθη εργασία είναι εκείνη που μας κάνει να βλέπουμε το μέλλον μέσα από τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις που έχουμε σήμερα. Τέτοιες ανάγκες και υποχρεώσεις είναι οι διάφορες προθεσμίες και ωράρια που καλούμαστε να τηρήσουμε, λεωφορεία να προλάβουμε, εργασίες να παραδώσουμε, παραγγελίες να ετοιμάσουμε, ραντεβού να κανονίσουμε. Όλα αυτά δίνουν στο χρόνο ένα νόημα, ένα νόημα που η ανεργία μάς στερεί μετατρέποντας, όπως εκφραστικά αναφέρει ο Μπουρντιέ, τον ελεύθερο χρόνο σε «νεκρό χρόνο, χρόνο για το τίποτα».(σ. 400)

Αυτός ο κενός νοήματος χρόνος ωθεί το υποπρολεταριάτο να αποκτά προσδοκίες που χαρακτηρίζονται από την απόλυτη τυχαιότητα. Πασχίζοντας να βρουν έστω ένα νόημα για να γεμίσουν τον χρόνο, για να γίνουν κοινωνικά ορατοί και ορατές, παρότι βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, οι υποπρολετάριοι και οι υποπρολετάριες μπορεί να ωθούνται στα τυχερά παιχνίδια ή, σε μικρότερες ηλικίες, να εμπλέκονται σε πράξεις βίας ή σε επικίνδυνες ενέργειες με το αμάξι ή με τα μηχανάκια, δηλαδή σε παιχνίδια των οποίων το κόστος μπορεί να είναι μεγαλύτερο από οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί όφελος. Η απόλυτη αβεβαιότητά τους κάνει άμεσα εμφανή τον ρόλο της εξουσίας, των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που μας επιτρέπουν ή μας απαγορεύουν την πρόσβαση στο διαφόρων ειδών κεφάλαιο, το οποίο χρειάζεται να κατέχουμε για να συμμετέχουμε στην κοινωνική ζωή, για να έχουμε δηλαδή το προνόμιο ο χρόνος να περνάει απαρατήρητος.

Για να φανεί πιο καθαρά ο ρόλος των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στον τρόπο που βιώνουμε τον χρόνο, μπορούμε να δείξουμε τη διαφορά ανάμεσα στον κενό χρόνο των ανέργων με τον ελεύθερο χρόνο των διανοούμενων και με τον υπερφορτωμένο χρόνο των προνομιούχων στελεχών. Σε αντίθεση με τους άνεργους και τις άνεργες που συνειδητοποιούν τον χρόνο και πασχίζουν να τον γεμίσουν, ο χρόνος των διανοούμενων μπορεί να είναι ελεύθερος, αλλά περνάει απαρατήρητος, γιατί χαρακτηρίζεται από τη σχόλη, δηλαδή από την απουσία εξωτερικών καταναγκασμών, σαν αυτούς που επιβάλλονται από την έμμισθη εργασία στον εργάτη, στον κατώτερο δημόσιο υπάλληλο ή στον σερβιτόρο. Χαρακτηρίζεται, δηλαδή, από την αποστασιοποίηση «από όλες τις ταπεινές έγνοιες της συνηθισμένης ύπαρξης των συνηθισμένων ανθρώπων».(σ. 403)

Από την άλλη, τα προνομιούχα στελέχη αντιμετωπίζουν το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα. Ενώ ο χρόνος των ανέργων είναι πάρα πολύς σε σχέση με τις ασχολίες τους, αλλά και με τα υλικά αγαθά που αξιοποιούν, ο χρόνος των προνομιούχων είναι ελάχιστος. Η σπανιότητα του χρόνου τους οφείλεται στην υπερσυσσώρευση διαφόρων ειδών κεφαλαίου, το οποίο αυξάνει πέρα από τα αντικειμενικά χρονικά όρια τον αριθμό των κοινωνικών πεδίων στα οποία καλούνται να επενδύσουν. Στη σπανιότητα του χρόνου οφείλεται και η βιασύνη με την οποία επιδίδονται στις διάφορες ασχολίες τους, που μπορεί να τους οδηγήσει στην υπερκόπωση, αλλά και ο ατομικισμός τους. Η αλληλεγγύη, δηλαδή το μοίρασμα υλικών αγαθών και υπηρεσιών, απαιτεί ένα περίσσευμα χρόνου, το οποίο οι προνομιούχοι ούτε μπορούν να διαθέσουν ούτε σε τελική ανάλυση τους χρειάζεται.

Η απόλυτη βεβαιότητα για το μέλλον επικυρώνει μια εξουσία μέσα στην κοινωνία, η οποία δεν είναι παρά μια εξουσία απέναντι στους άλλους. Η εξουσία απέναντι στους άλλους επιβεβαιώνεται από τη δυνατότητα κάποιου να ρυθμίζει όπως θέλει τον χρόνο των άλλων, να γίνεται απρόβλεπτος απέναντι στους άλλους, άρα να ελέγχει τις ευκαιρίες που έχουν οι άλλοι για να εκπληρώσουν τις προσδοκίες τους. Η δυνατότητα του αφεντικού να επιβάλλει πότε θα δουλέψουν ή πότε θα πληρωθούν οι υπάλληλοί του, η δυνατότητα του δικαστηρίου να αναβάλλει δίκες ή η δυνατότητα του καθηγητή ή της καθηγήτριας να καθυστερεί, να ορίζει ή να ακυρώνει μαθήματα και συναντήσεις, περιορίζει αυθαίρετα τη βεβαιότητα με την οποία οι εξουσιαζόμενοι και οι εξουσιαζόμενες ζουν καθημερινά, δημιουργώντας τους όλα εκείνα τα συναισθήματα που σχετίζονται με την εμπειρία του χρόνου, δηλαδή στερώντας τους το δικαίωμα ο χρόνος να περνάει απαρατήρητος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πιο απρόβλεπτης εξουσίας είναι η εμπειρία του ναζισμού, η απόλυτη αυθαιρεσία του οποίου ακύρωνε κατά το δοκούν τον χρόνο και μηδένιζε τις υπάρξεις των ανθρώπων.

Πέρα από αυτά, η βεβαιότητα για το μέλλον οδηγεί επίσης σε έναν ρεαλισμό όχι μόνο ως προς την αποδοχή της κοινωνίας αλλά και ως προς την προσπάθεια αλλαγής της. Όταν οι προσδοκίες μας συντονίζονται πλήρως με τις ευκαιρίες που μας προσφέρει η κοινωνία, δηλαδή όταν η εξουσία μας είναι αδιαμφισβήτητη, η αποδοχή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών προκύπτει κατά έναν τρόπο αυτόματα. Όταν η αβεβαιότητά μας για το μέλλον είναι ως έναν βαθμό ρυθμισμένη ώστε να μας επιτρέπει να συμμετέχουμε στην κοινωνική ζωή, δηλαδή όταν έχουμε μια σταθερή δουλειά, ένα εισόδημα ή γενικότερα ένα κεφάλαιο ορισμένου είδους, ενδέχεται να προσπαθήσουμε ατομικά ή συλλογικά να αυξήσουμε τις πιθανότητες εκπλήρωσης των προσδοκιών μας, απαιτώντας την αλλαγή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών μέσω κάποιου μεταρρυθμιστικού ή κάποιου επαναστατικού σχεδιασμού. Όταν όμως το μέλλον το χαρακτηρίζει η απόλυτη αβεβαιότητα, όταν ανήκουμε δηλαδή στο υποπρολεταριάτο, η απουσία ευκαιριών τείνει να ωθεί τις προσδοκίες μας εκτός του οικονομικού και κοινωνικού πλαισίου. Είναι λοιπόν πιθανό να διακατεχόμαστε σε αυτή την περίπτωση από υπερβολικές προσδοκίες (π.χ. να θέλουμε να γίνουμε ξαφνικά εκατομμυριούχοι) ή να αποζητούμε το ξέσπασμα κάποιας απελπισμένης εξέγερσης, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τον ρεαλιστικό επαναστατικό σχεδιασμό των εργαζόμενων τάξεων.

Βέβαια, οι εξουσιαζόμενοι και οι εξουσιαζόμενες δεν είναι τόσο επαναστάτες και επαναστάτριες όσο νομίζουν αυτοί που υιοθετούν μια σχολαστική αντίληψη. Η ανάγκη να διαθέτουν τον ελάχιστο βαθμό βεβαιότητας ώστε να συνεχίζουν να συμμετέχουν με κάποιο τρόπο στην κοινωνική ζωή, δηλαδή να έχουν τις ελάχιστες ευκαιρίες για να βιοπορίζονται, οδηγεί, όπως αναφέρει ο Μπουρντιέ, στην «απροϋπόθετη υποταγή των κυριαρχούμενων στην κατεστημένη τάξη[…] που θέτει ακόμα και τους πιο ανυπόφορους όρους ύπαρξης[…] υπεράνω αντιρρήσεων και αμφισβητήσεων».(σ. 416)

Αυτή η παραίτηση των κυριαρχούμενων προκύπτει το ίδιο αυτόματα με την αποδοχή της κατεστημένης τάξης από τους προνομιούχους, δηλαδή βιώνεται ως αυτονόητη κατάσταση. Η αμφισβήτηση της κατεστημένης τάξης μέσω μιας απεργίας ή μιας εξέγερσης μπορεί να είναι εξαιρετικά οδυνηρή και απαιτεί θυσίες που δύσκολα κανείς πραγματοποιεί. Επομένως, η «εξέγερσή» του περιορίζεται συνήθως στο επίπεδο του συμβολικού, δηλαδή είναι ουσιαστικά μοιρολατρική και δεν αμφισβητεί αντικειμενικά τις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές. Τέτοιες καθημερινές μοιρολατρικές πράξεις μπορεί να εκδηλώνονται ως πράξεις βίας ενάντια στους λιγότερο προνομιούχους εντός των κυριαρχούμενων, όπως στις γυναίκες ή στα παιδιά, ή εναντία στον ίδιο τον εαυτό μέσω του ποτού και των ναρκωτικών. Επίσης, καθημερινές συμβολικές αντιστάσεις που κάνουν πιο υποφερτή την καθημερινή υποταγή στη βία των εξουσιαστικών δομών μπορεί να είναι το νταηλίκι και οι προσβολές απέναντι σε πρόσωπα με κάποια θέση, η γλώσσα των αρσενικών, οι φιλικοί καυγάδες και οι σπρωξιές, ο οπαδισμός ή, σε μικρότερες ηλικίες, η νεανική παραβατικότητα ή έστω η απείθεια στο σχολείο και γενικά σε όσα λένε οι μεγάλοι.

Μια λύση λοιπόν είναι να γίνει ορατή και να μειωθεί η ποσότητα της καθημερινής βίας, συμβολικής και πραγματικής, εντός των οικονομικών και κοινωνικών δομών, εντός των οικογενειών, των εργοστασίων, των εταιριών, της αστυνομίας, των δικαστηρίων, των νοσοκομείων, των σχολείων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί όχι μέσω μιας ατομικής ασκητικής, αλλά μέσω μιας πολιτικής δράσης που θα επικαλείται και θα προσβλέπει σε ένα καλύτερο μέλλον, αναδεικνύοντας δυνατότητες αντικειμενικών ευκαιριών ώστε οι κυριαρχούμενοι άνθρωποι να εκπληρώνουν συλλογικά τις προσδοκίες τους. Με άλλα λόγια, μιας πολιτικής δράσης που θα ξαναβάζει τους χαμένους στο παιχνίδι.

* Ο Κώστας Φωτίου κατάγεται από τον Αυλότοπο Σουλίου, έχει σπουδάσει στο ΠΤΔΕ Ιωαννίνων και είναι αναπληρωτής εκπαιδευτικός


Το κείμενο του Κώστα Φωτίου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Marginalia Σημειώσεις στο περιθώριο

Κάθε μήνα, το Marginalia αναζητά την ύλη του στα σημεία συνάντησης πολιτικής, επιστημών και πολιτιστικής παραγωγής. Σε όσα μας ενδιαφέρουν από κριτική σκοπιά. Και σε όσα απλά μας συγκινούν.

Secured By miniOrange