Τεύχος #10 Σ.τ.Μ.

Η μετάφραση πρέπει να κρατήσει το μυστικό: Νουάρ, ατμόσφαιρα, δράση

Τι μπέρδεμα είναι σήμερα να υπηρετηθεί η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα του νουάρ μυθιστορήματος, όταν η αφήγηση κατακλύζεται από κάθε άλλο παρά ατμοσφαιρικά στοιχεία: οι απειλές στέλνονται με sms ή viber αντί για ανώνυμες επιστολές, οι ειδοποιήσεις στο facebook αντικαθιστούν το στριγκό κουδούνισμα του τηλεφώνου, το διερευνητικό φως της νυχτερινής λάμπας εκτοπίζεται από την εφαρμογή flashlight του iPhone… Το νουάρ προσαρμόζεται —και καλά κάνει— κι αυτό στην πραγματικότητα, και παρότι αυτή χάνει ένα μεγάλο μέρος της υλικότητάς της, δυστυχώς δεν κερδίζει ιδιαίτερα σε αίσθηση· συγγραφείς και μεταφραστές δίνουν μάχη να μη σκοντάψουν σε εμπόδια ακαλαισθησίας και υπερβολικά απτής πραγματικότητας, για να μείνει και κάτι από αυτή την περιλάλητη ατμόσφαιρα μυστηρίου.

Για να πετύχει η μετάφραση ενός νουάρ, για να την ευχαριστηθεί δηλαδή κι ο μεταφραστής κι ο αναγνώστης, πρέπει πρώτα να τεσταριστούν πραγματικά τα όρια αντοχής της ατμόσφαιρας του βιβλίου, καθώς η μεταφράστρια πρέπει να υπηρετήσει το ιδιαίτερο κλίμα του κειμένου γνωρίζοντας πολλές φορές το τέλος της υπόθεσης, έχοντας εξιχνιάσει για λογαριασμό της το μυστήριο, υποψιασμένη ακόμη για τις αδεξιότητες ή τις αστοχίες της πλοκής. Και ίσως εντέλει η πλοκή να μην έχει τόση σημασία όση έχει η ίδια η ατμόσφαιρα μυστηρίου —τα πιο αγαπημένα άλλωστε νουάρ μυθιστορήματα είναι αυτά στα οποία δεν επιτρέπεται στη δράση να πνίξει το κλίμα ούτε σε προσωποπαγείς ήρωες να κλέψουν την παράσταση από μια πόλη, μια ερωτική διάθεση, ένα έγκλημα που δεν προσεγγίζεται δημοσιογραφικά αλλά σαν μια έκφανση της κοινωνικής πολυπλοκότητας, έναν, διαρκώς παρόντα, αρραγή ακόμα, κοινωνικό ιστό.

Ίσως τελικά κι αυτό να είναι ένα στοιχείο που γοητεύει στο νουάρ· το άρωμα κλασικού μυθιστορήματος, στη φόρμα του και στην ιδέα του, να μην έχει μόνο να κάνει με γραφικές παρακολουθήσεις υπόπτων ή ρούχα και ατάκες άλλης εποχής, αλλά και με το γεγονός ότι παραμένει ένα μυθιστόρημα το οποίο φέρει το χνάρι μιας κοινωνικής δομής, διαψεύδει τον σημερινό κατακερματισμό, τολμά και καταφέρνει να παρουσιάσει ήρωες και αντιήρωες διαμορφωμένους, στη συναίνεση ή στην παρέκκλισή τους, από την κοινωνία, ντύνοντας μια κοινότοπη ενίοτε μυθοπλασία με ένα ενδιαφέρον ιδεολογικό περιτύλιγμα. Πώς επιβιώνουν ακόμα καλοί και κακοί ήρωες, με την έννοια των κοινωνικά τυχερών και άτυχων, πώς ανασταίνονται τέτοιες απαγορευμένες πλέον διχοτομίες, πώς τολμά το νουάρ να πηγαίνει κόντρα στην επιβεβλημένη σήμερα απαξίωση των ταυτοτήτων, πραγματικών και λογοτεχνικών; Θα μπορούσαμε άραγε από κάποιου είδους νοσταλγία, από ένα κατάλοιπο ρομαντικού αποθέματος να υποπίπτουμε στην εξής παράδοξη συμπάθεια: από πού κι ως πού βρισκόμαστε, αλήθεια, να ταυτιζόμαστε με τον «καλό μπάτσο», να συμμεριζόμαστε τις αγωνίες του περί έννομης τάξης, θριάμβου της απονομής δικαιοσύνης και της τιμωρίας, δικαίωσης της καταστολής; Πώς αφηνόμαστε να παρασυρθούμε από το όργανο της τάξης που είναι τάχα και λίγο αλήτης, και λίγο παρεκκλίνων, λίγο περιθωριακός, ενίοτε ένας πρώην «κακός»;

Ίσως, παρά τους συμπαθέστατους αλλά πιο ακατέργαστους κακούς, να μας έλκει περισσότερο ο καλός της υπόθεσης γιατί όλο του το μεγαλείο δεν κρύβεται στη λύση του μυστηρίου, στην αποκάλυψη του ενόχου ή στην τιμωρία του. Αντί να αναπαυθεί στις δάφνες του με το που βάζει τα πράγματα στη θέση τους, ο εξιχνιαστής του μυστηρίου μένει απορημένος, αμήχανος, αναρωτιέται για τη σκοπιμότητα της τιμωρίας, φλερτάρει με την πιθανότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας για τον ένοχο, δεν είναι καθόλου σίγουρος για τα ανθρώπινα ένστικτα, τα κίνητρα του εγκλήματος, το δικαίωμά του πάνω σε μια άλλη ζωή, ακόμη και για το αν δεν θα μπορούσαν να έχουν έρθει έτσι τα πράγματα ώστε αυτός να βρισκόταν στη θεση του παραβάτη κι ο εγκληματίας στη δική του.

Η σκέψη παραείναι ίσως απλή· υπάρχει όμως μια άλλη απλότητα η οποία, για να γυρίσουμε στη μετάφραση, είναι επιβεβλημένη. Αν σε άλλα συμφραζόμενα ο μεταφραστής έχει το περιθώριο να παίξει με συνώνυμα και περιφράσεις, και να αναρωτηθεί πάνω στην πιο ωραία, εύηχη, εκφραστική λέξη και να ικανοποιήσει —με μέτρο— κάποιες τάσεις εκζήτησης και πρωτοτυπίας στον λόγο, στο νουάρ μυθιστόρημα πρέπει να επιλεγεί η πιο ταπεινή λέξη, η λιγότερο «φωναχτή», η πιο διακριτική, η λιγότερο στολισμένη, η μετάφραση πρέπει να κρατήσει το μυστικό, να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα, να μην προδώσει τον ένοχο, πρέπει να κάνει ησυχία! Να ανοίξει αθόρυβα την πόρτα στη γραφή και να κάνει χώρο στο μυστήριο.


Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Κατερίνα Γούλα

Κατερίνα Γούλα

Η Κατερίνα Γούλα ασχολείται με τη μετάφραση λογοτεχνίας και ανθρωπιστικών επιστημών.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε