Τεύχος #4 Επίμονος μοντέρνος Μάης

Μάης ’68: όταν η νεολαία έγινε ορατή

Η άρθρωση λόγου γύρω από την εξέγερση του Μάη του ‘68 χαρακτηρίζεται, ως επί το πλείστον, από μια ένταση ανάμεσα στο νεολαιίστικο και τον εργατικό χαρακτήρα της. Είτε από τη σκοπιά του συνήθους αφορισμού για τη νεολαία της εποχής που χαρακτηριζόταν δήθεν από ηδονισμό, πολιτική ένδεια και οργή για την οργή, είτε από τη σκοπιά της πιο ειλικρινούς αναζήτησης των αιτιών μιας ορισμένης αποτυχίας των στόχων αλλαγής που τέθηκαν από την εξέγερση, η νεολαία αντιμετωπίζεται μάλλον υποτιμητικά. Το κίνημα νεολαίας είτε παραμερίζεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο κύμα άγριων και οργανωμένων απεργιών της περιόδου, είτε περιορίζεται σε απλό πυροδότη και έπειτα χειροκροτητή του.

Αυτή η ερμηνεία έχει σίγουρα βάση, αλλά είναι ανεπαρκής στο να εξηγήσει το γιατί τα κινήματα του ‘68 αποτέλεσαν τη γενέθλια πράξη του σύγχρονου κινήματος νεολαίας και καθόρισαν τη φυσιογνωμία, τις ιδιαιτερότητες, τα αιτήματα και τις πρακτικές της μέχρι και σήμερα. Είναι ενοχική, γιατί την ίδια στιγμή που υμνεί τη νεολαία της εξέγερσης, την παρουσιάζει ως πλήρως ηγεμονευόμενη από το εργατικό κίνημα, ως εάν ούτε η ίδια η νεολαία ούτε η ένταση και οι αντιφάσεις των δύο κινημάτων μεταξύ τους να έχουν αξία μελέτης. Μια ολική προσέγγιση ενός τόσο μεγάλου θέματος είναι πολύ δύσκολο έργο, αλλά σε κάθε περίπτωση οφείλει να εξετάσει τόσο την πλευρά της αυτοτέλειας του κινήματος νεολαίας, όσο και την πλευρά της ιδιότυπης συνάντησης που είχε με το εργατικό.



Ο Μάης ως συνέχεια

Είναι κοινός τόπος ότι το κύμα εξεγέρσεων του Μάη δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εμπέδωση της νεότερης φάσης του καπιταλισμού είχε γίνει σε σημαντικό βαθμό αισθητή από όλα τα εμπλεκόμενα υποκείμενα. Το απαραίτητο χρονικό διάστημα για την αφομοίωση της τομής του Β΄ Παγκοσμίου, η ολοκλήρωση των διαδικασιών εκβιομηχάνισης μαζί με την περαιτέρω εμπέδωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και του μετασχηματισμού των θεσμών, ιδιαίτερα των εκπαιδευτικών, σε μηχανισμούς παραγωγής υποκειμένων, αποτελούσε πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα, η εμπειρία από τις πρώτες απόπειρες «εφόδου προς τον ουρανό», αλλά και τα πρώτα δείγματα φθοράς τους είχαν αρχίσει να ανοίγουν νέες διόδους σκέψης και πρακτικής, διευρύνοντας και τα όρια των κινητοποιήσεων και της θεωρητικής παραγωγής. Ειδικά για τη Γαλλία, το ζήτημα της Αλγερίας και των αντιαποικιοκρατικών αγώνων είχε επηρεάσει σημαντικά, και προς διαφορετική από το ΚΚΓ διαδρομή, σημαντικά τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, ενώ η εμφάνιση των Κόκκινων Τετραδίων, του εργατισμού και του αυτόνομου μαρξισμού στην Ιταλία είχε ήδη αρχίσει να θέτει το θεωρητικό και πρακτικό ερώτημα μιας νέας ταξικής κοινωνικής ανάλυσης και πρακτικής. Εν γένει, το σκληρό, αλλά και πυκνό, διεθνές περιβάλλον πολιτικοποίησης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των εμπλεκόμενων μερών κατά τα εξεγερσιακά γεγονότα του Μάη.[1]
Ειδικότερα για τη νεολαία, οι παράγοντες που σταδιακά τη συγκροτούσαν στην υποκειμενική μορφή με την οποία αναφερόμαστε σε αυτήν σήμερα είχαν φτάσει πλέον στο στάδιο που ήταν απόλυτα αισθητοί. Η βαθιά αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού μηχανισμού στον καθορισμό του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας είχε σκληρύνει τη λειτουργία όλων των βαθμίδων του, από τη σχολική μέχρι την πανεπιστημιακή. Την ίδια στιγμή όμως είχε διευρυνθεί και κατά πολύ η πρόσβαση σε αυτόν.

Η διαδικασία διαμόρφωσης μελλοντικών εργασιακών υποκειμένων επέφερε και τη συνύπαρξη αυτών ως το κατώτερο κομμάτι μιας ιεραρχίας υπό το δάσκαλο, το διευθυντή, τον καθηγητή, την πανεπιστημιακή αρχή, τελικά το κράτος. Από τους μαθητές μέχρι τους νέους διανοούμενους της πανεπιστημιακής βαθμίδας και τους νέους εργαζόμενους, μερίδες που άλλωστε συχνά τέμνονταν, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά: η υπαγωγή σε θεσμική εξουσία, η διαμόρφωση του εαυτού από αυτήν και η μη ορατότητα. Το τελευταίο είναι μάλλον και το σημαντικότερο: η νεολαία δε θεωρούνταν ξεχωριστό υποκείμενο, δεν είχε λόγο, δεν είχε ρόλο, ήταν σαν να μην υπήρχε.

Αν αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους η νεολαία της εποχής ήταν καζάνι που σιγόβραζε, μένει να δούμε γιατί ήταν συγκεκριμένα η φοιτητική νεολαία, αυτή η σχιζοφρενής, κατά τους καταστασιακούς, ανάμεσα στη γυάλα του πανεπιστημίου και το ζοφερό μέλλον και οχυρωμένη στην πρώτη,[2] αυτό το περιφρονημένο στρώμα διανόησης, που σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της εξέγερσης και ενέπνευσε τα υπόλοιπα στρώματα.

Υπάρχουν επικριτές που προσάπτουν στο φοιτητικό στρώμα του Μάη ένα ριζοσπαστικό μικροαστισμό. Η μία οπτική αυτής της κατηγορίας έλκει την προέλευσή της από τα ρεύματα του εργατισμού, είτε με τη γενική είτε με την ειδικά ιταλική έννοια του όρου. Γι’ αυτήν, η οχύρωση του στρώματος στην φοιτητική πραγματικότητα συνεπάγεται την οργάνωση σε μια ιδιότυπη «συντεχνία της διανόησης»: οι φοιτητές διεκδικούν αποκλειστικά τη βελτίωση της ειδικά φοιτητικής ιδιότητας και το λόγο τους σ’ αυτήν. Ακόμα και οι πιο εργατικού χαρακτήρα διεκδικήσεις τους διαμεσολαβούνται από αυτή την ιδιότητα και δεν μπορούν να συνδεθούν με τα εργατικά στρώματα παρά μόνο επιδερμικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τρόντι, αναφερόμενος μάλιστα στο πιο εργατικής κατεύθυνσης φοιτητικό κίνημα της εποχής, αυτό του Τορίνο, είδε στο φοιτητικό στρώμα και τους νέους εργαζόμενους την πεμπτουσία της αντίφασης εργατισμού και αυτονομίας, με το φοιτητικό στρώμα να ενσαρκώνει ασφαλώς τη δεύτερη.

Η άλλη οπτική προσπαθούσε να ισορροπήσει την κατηγορία με μια ορισμένη κατάφαση απέναντί τους: ήταν η οπτική του Αλτουσέρ. Γι’ αυτόν, ο ριζοσπαστικός μικροαστισμός ήταν πράγματι το κύριο χαρακτηριστικό της νεολαιίστικης εξέγερσης υπό την έννοια πως οι φοιτητές, με τη δίκαιη οργή του αγώνα τους και των αιτημάτων τους, αδυνατούσαν ωστόσο να υποβάλλουν τον εαυτό τους στην ηγεμονία του εργατικού κινήματος και άρα το βασικό καθήκον του ΚΚΓ είναι να τους ξανακερδίσει, απαντώντας και επιλύοντας υπομονετικά και τις δομικές αντιφάσεις τους.[3] Αυτή η αντίληψη του επέτρεπε να αρθρώσει μια κριτική προς την παρέμβαση του ΚΚΓ, που ασφαλώς δεν κατόρθωσε να βρει μια ηγεμονική γραμμή που να ενέχει το ριζοσπαστισμό τους. Ταυτόχρονα, του επέτρεπε να παραμείνει εντός των πλαισίων της κομματικής γραμμής ενώ συνέχιζε, εμπνεόμενος σε ένα βαθμό και από το Μάη, τη θεωρητική παραγωγή που κατέληξε στο γνωστό κείμενο «Για την Αναπαραγωγή».

Και οι δύο οπτικές της κατηγορίας παραγνωρίζουν ένα βασικό παράγοντα της οργάνωσης τουλάχιστον των πιο πρωτοπόρων κομματιών του φοιτητικού στρώματος: το ότι η κινητοποίησή τους δεν οφείλεται στην άγνοια των νόμων της λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, που η εργατική τάξη τους γνωρίζει λόγω της άμεσης υπαγωγής τους σε αυτή, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Η κινητοποίησή τους οφείλεται στη βαθιά γνώση, λόγω και της πρόσβασης σε ανώτερες βαθμίδες μόρφωσης που συνεπάγεται η φοιτητική ιδιότητα, των νόμων αυτών και ταυτόχρονα στους παραπάνω βαθμούς ελευθερίας που η μη άμεση εργασιακή υπαγωγή σε αυτούς προσφέρει. Ο ίδιος ο πυρήνας που καθιστά τη φοιτητική κινητοποίηση εφικτή έχει αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα.

Ο Andrea Cavazzini περιγράφει τη ροπή του φοιτητικού κινήματος προς τη συνάντηση με το εργατικό με απλότητα ως τη συναρμογή των εξής διαπιστώσεων: α) ο χαρακτήρας της οργάνωσης του πανεπιστημίου ως εργοστάσιο παραγωγής υποκειμένων για την υπαγωγή στις καπιταλιστικές εργασιακές σχέσεις συνεπάγεται την ανάγκη αναζήτησης ταξικής κοινωνικής ανάλυσης, β) η νέα μορφή αυτής της υπαγωγής συνεπάγεται την ανάγκη ειδικότερης ανάλυσης του σύγχρονου καπιταλισμού, την κριτική τον υπαρχόντων μοντέλων οργάνωσης και του ρόλου των επιστημών και της κουλτούρας, γ) μια τέτοια ανάλυση δε μπορεί παρά να καταλήγει στη διαπίστωση πως η οργάνωση της γνώσης στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό έχει ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά αναπαραγωγής του υπάρχοντος, δ) αυτή η κριτική στη γνώση πάει χέρι χέρι με την κριτική στην ιεραρχία που καθιστά αυτή την κατανομή της γνώσης εφικτή, δηλαδή την εσωτερική ιεραρχία των εκπαιδευτικών αλλά και όλων των κρατικών θεσμών, άρα, ε) οι φοιτητές πρέπει να στραφούν στο κομμάτι που ενσαρκώνει την εναντίωση σε όλα τα παραπάνω και γενικά στο υπάρχον: το εργατικό κίνημα.[4]

Πράγματι, η αφήγηση των γεγονότων του Μάη, ακόμα κι από κόσμο πολύ διαφορετικών καταβολών, δείχνει ότι οι φοιτητές όχι μόνο δεν είχαν μια αντιεργατίστικη, υπερεπαναστατική υπεροψία απέναντι στο εργατικό κίνημα, αλλά, αντιθέτως, φαινόταν να του αποδίδουν ρομαντικά έναν δομικά αυθύπαρκτο επαναστατικό χαρακτήρα, να προσπαθούν σε κάθε ευκαιρία να συνομιλήσουν μαζί του και, το κυριότερο, να ακούν τις προσγειωμένες φωνές των εργατών που έλεγαν καθαρά ότι οι διεκδικήσεις τους ήταν κατά βάση οικονομικές ως εξαίρεση σε έναν κανόνα επαναστατικότητας. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι η νεολαία δεν ήθελε να υπακούσει στο εργατικό κίνημα. Το πρόβλημα ήταν ότι η νεολαία, οργανωμένη γύρω απ’ τη φοιτητική πρωτοπορία, ήθελε να υπακούσει σε ένα εργατικό κίνημα που ήταν φαντασιακή, εξιδανικευμένη κατασκευή, ενώ για παράδειγμα στη Γαλλία το ΚΚΓ εξέφραζε πράγματι το υπαρκτό επίπεδο συνείδησης της γαλλικής εργατικής τάξης και απλά δεν την πήγαινε βήματα παραπέρα.[5]

Σε κάθε περίπτωση, το ότι τα δύο κινήματα πράγματι ήρθαν σε μια, έστω ανολοκλήρωτη, συνάντηση, οφείλεται στο ότι το κίνημα νεολαίας συγκροτήθηκε πράγματι ως τέτοιο και συναντήθηκε με το ήδη συγκροτημένο εργατικό κίνημα. Μπορούμε λοιπόν να περάσουμε στο τελευταίο και σημαντικότερο μέρος: το πώς και γιατί συγκροτήθηκε ένα κίνημα νεολαίας.


Ο Μάης ως τομή

Το βασικό ερώτημα στο οποίο καταλήγει κανείς αναπόφευκτα όταν μιλάει για το κίνημα νεολαίας είναι το κατά πόσον αυτό το κίνημα είναι πολιτικό. Αυτό οδηγεί αναγκαστικά σε ένα ερώτημα ένα βήμα πιο πίσω: το τι συνιστά πολιτικό κίνημα, όταν δεν μιλάμε για κίνημα με στόχο την εξουσία, όπως είναι το κίνημα της εργατικής τάξης, και από ποιόν μπορεί να διεξαχθεί. Αν μιλήσουμε με όρους Πουλαντζά, η νεολαία συνιστά κοινωνική κατηγορία και μια κοινωνική κατηγορία μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική δύναμη όταν επιφέρει κατάλληλα αποτελέσματα στο πολιτικό πεδίο.[6] Κι όμως, αυτή η ορολογία είναι μάλλον ανεπαρκής στην περίπτωση του Μάη του ’68. Ο ορισμός μια κοινωνικής ομάδας ως κοινωνική κατηγορία προϋποθέτει το να είναι αυτή η κοινωνική ομάδα ορατή. Το κίνημα νεολαίας συγκροτήθηκε ακριβώς γιατί οι συνθήκες ύπαρξής του πλέον δεν του επέτρεπαν να μείνει εκτός ορατότητας. Ως τότε, η νεολαία δε διακρινόταν σε τίποτε από τον υπόλοιπο πληθυσμό πέρα από το ότι δεν υπαγόταν άμεσα στην εργασιακή διαδικασία. Αγώνες και αντιστάσεις ασφαλώς υπήρχαν, αλλά κανείς δεν αναφερόταν στη νεολαία ως συνολικό υποκείμενο: κανείς δε την εγκαλούσε, κανείς δεν αναφερόταν σε αυτήν ως οντότητα. Ο Μάης είναι μια απ’ τις πιο ισχυρές διαδικασίες υποκειμενοποίησης στην ιστορία. Η νεολαία ούρλιαξε «είμαι εδώ, υπάρχω, υπήρχα και πριν και με αγνοούσες».

Ας επιστρέψουμε στο ερώτημα της πολιτικής και της συνάντησης. Ο Ρανσιέρ ορίζει ως «αστυνομία» μια μορφή μερισμού του αισθητού. Τους τρόπους, δηλαδή, με τους οποίους ορίζονται οι μορφές οργάνωσης μιας κοινωνίας και οι αντίστοιχες ιεραρχίες, το τι είναι κοινό και τι ιδιωτικό, τι ορατό και τι αόρατο, μια «φυσική» τάξη πραγμάτων που προορίζει άτομα και ομάδες για συγκεκριμένους τρόπους ύπαρξης, ρόλου και δράσης. Κατ’ αντιστοιχία, πολιτική είναι κάθε δραστηριότητα που διαρρηγνύει αυτή τη φυσική τάξη.[7] Και η κίνηση της νεολαίας να αντιστρέψει τον αποκλεισμό της, να διαρρήξει τη μη ύπαρξη στην οποία η καπιταλιστική αναδιάρθρωση την είχε εξορίσει ενώ την ίδια στιγμή την παρήγαγε, η επίτευξη του να δημιουργήσει τις ίδιες τις πρακτικές (κατάληψη, σύγκρουση, μεταστροφή, συνθήματα σε δημόσιο χώρο) που εξανάγκαζαν στην ορατότητα, με απλά λόγια το ότι διεκδίκησε να την αντιμετωπίσουν ως υποκείμενο με στόχο το να σταματήσει να είναι το υποκείμενο που της υπαγορεύουν να είναι,[8] είναι ο ορισμός της πολιτικής. Και ακριβώς γι’ αυτό συναντήθηκε, έστω και μερικώς, με το εργατικό κίνημα: γιατί το τελευταίο παλεύει διαρκώς να είναι ορατό και να καταργήσει την ίδια του την ύπαρξη ως υποκείμενο. Γι’ αυτό και ο Μάης καθορίζει τα κινήματα νεολαίας μέχρι και σήμερα: γιατί τους έδωσε τα μέσα, όποτε αυτό είναι εφικτό και απαραίτητο, να ξαναγίνονται ορατά.

Το σταμάτημα στη μέση αυτής της συνάντησης δε συνεπάγεται ούτε ότι η συνάντηση καθαυτή είναι ανέφικτη ούτε προφανώς ότι δεν έπρεπε να γίνει. Ήταν η ανάδειξη μιας διπλής δυνατότητας: από τη μία, του ότι το, υπαρκτό πλέον έστω και υπό συνθήκες, κίνημα νεολαίας μπορεί να συνδεθεί με τους αρμούς των υπόλοιπων κινημάτων και είναι ερώτημα για κάθε πρωτοπορία το πώς θα γίνει μια τέτοια συναρμογή. Από την άλλη, ότι κάθε προσπάθεια αποδιάρθρωσης του μελλοντικού εργασιακού δυναμικού, κάθε προσπάθεια επαναφοράς του στη θέση του χωρίς ρόλο αόρατου, θα σκοντάφτει στις ίδιες τις συνθήκες που το παράγουν. Από τον διεθνή Μάη μέχρι το Πολυτεχνείο, από τη Γένοβα μέχρι τον Δεκέμβρη του 08, τα παραδείγματα δείχνουν ότι η νεολαία όχι μόνο έχει τα μέσα να γίνει ορατή, αλλά και να φτάσει να χωθεί πολύ βαθιά στο μάτι της εξουσίας.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Ηλίας Καλτσάς

Ηλίας Καλτσάς

Ο Ηλίας Καλτσάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990. Σπούδασε Μηχανολόγος Μηχανικός στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Τα κύρια πεδία ενδιαφέροντός του είναι η ηπειρωτική φιλοσοφία, η πολιτική και η αισθητική θεωρία. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στο Εκτός/Γραμμής, το SmassingCulture και Το Περιοδικό.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε