Τεύχος #12 Ζώντας με την πανδημία

Μπορούμε σας παρακαλώ να αποφύγουμε την επιστροφή στην κανονικότητα;

Φωτογραφία της Αναστασίας Δεληγιάννη

Ένα από τα συχνά -και λίγο βαρετά- συνθήματα των ημερών του εγκλεισμού την άνοιξη του 2020 υποστήριζε ότι τα κοινωνικά κινήματα (ή οι αγώνες, ή τα δικαιώματα κοκ) «δεν μπαίνουν σε καραντίνα». Μα το πρόβλημα είναι ότι τα κοινωνικά κινήματα βρίσκονται σε βαθιά καραντίνα, όχι τώρα, αλλά εδώ και πέντε χρόνια, από την ήττα του Ιούλη του ‘15. Το κυρίαρχο δόγμα του ΤΙΝΑ -ή στην πιο οικονομίστική του εκδοχή «καλά τα λέτε, αλλά δεν υπάρχει σάλιο»- τους έχει απαλλοτριώσει τον ζωτικό χώρο, τα έχει αποκλείσει στο σπίτι ή στο στέκι τους και τους έχει επιβάλλει αυστηρή κοινωνική αποστασιοποίηση. Κατάσταση που πολλές φορές αποδέχθηκαν και τα ίδια, αναγνωρίζοντας -συνειδητά ή ασυνείδητα- ότι δεν έχουν και τίποτα καινούργιο να πουν.

Σήμερα, έχοντας βγει -για την ώρα- από μια άλλη καραντίνα και μπροστά σε κάτι απροσδιόριστο που μοιάζει από άλλη εποχή, αναρωτιόμαστε αν αυτό το ταρακούνημα αποδειχθεί μια ευκαιρία για να ξεφύγουμε και από τη μόνιμή μας καραντίνα. Έχουν λοιπόν η επιδημία κι η καραντίνα αλλάξει τον τρόπο που διεξάγεται η ταξική πάλη κι ο κοινωνικός ανταγωνισμός; Έχουν αλλάξει τα κοινωνικά κινήματα; Τώρα που αρχίζουμε να κυκλοφορούμε εκεί έξω, θα βρούμε ένα διαφορετικό κόσμο;

Με ένα άρθρο του που κυκλοφόρησε τις πρώτες ημέρες αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης, ο Αλέν Μπαντιού απάντησε θαρραλέα με ένα καθαρό όχι: η επιδημία «δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό». Ακόμα κι αν -εμείς οι καλομαθημένοι στη Δύση- τρομάξαμε πολύ, πρόκειται μάλλον για κάτι το συνηθισμένο, μια κατάσταση σχετικά «απλή». Δέχεται βέβαια ότι η υγειονομική κρίση όξυνε κάποιες αντιφάσεις, όπως ανάμεσα στα κυρίαρχα αστικά κράτη και τους διεθνούς θεσμούς, ή ανάμεσα στο πολιτικό και το οικονομικό συμφέρον της αστικής τάξης, οδηγώντας φιλελεύθερους ηγέτες να προτείνουν ακόμα και κρατικοποιήσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων. Όμως, αυτή είναι η δουλειά μιας κυρίαρχης τάξης σε καιρό κρίσης: να ηγηθεί του κοινού συμφέροντος, ακόμα κι αν αυτό αντίκειται προσωρινά στο ιδιαίτερο δικό της. Από αυτή τη σκοπιά, καταλήγει, «περιστάσεις αυτού του είδους (παγκόσμιος πόλεμος ή παγκόσμια επιδημία) είναι ιδιόμορφα “ουδέτερες” σε πολιτικό επίπεδο». Ο κομμουνιστής φιλόσοφος κόβει λοιπόν τα φτερά όσων ελπίζουν ότι αυτή η στιγμιαία υποχώρηση του νεοφιλελευθερισμού ανοίγει νέους δρόμους για την κοινωνική αλλαγή. Κανένας νέος δρόμος, λέει ο Μπαντιού: μόλις λήξει η καραντίνα, οι δρόμοι θα είναι εκεί ακριβώς που τους αφήσαμε.

Εκείνη τη στιγμή, έτεινα να συμφωνήσω με αυτή την κάπως συντηρητική άποψη. Και τώρα ακόμα, αν πρέπει με το μαχαίρι στο λαιμό να πω ένα ναι ή ένα όχι, συνεχίζω να συμφωνώ. Η αυτοκριτική του Μητσοτάκη π.χ. για την απαξίωση του δημόσιου συστήματος υγείας, ή η παραδοχή του ότι έδωσε το 800άρι με έναν οριζόντιο, «σοσιαλιστικό» τρόπο δεν ήταν αδυναμία, αλλά πηγή ισχύος. Η κυρίαρχη ιδεολογία τρέφεται από τους αντιπάλους της, δυναμώνει όσο ενσωματώνει τα ανταγωνιστικά ιδεολογικά στοιχεία. Τα -απολύτως σωστά, αν και κάπως δυσάρεστα- αιτήματα για δωρεάν τεστ και εντατικές για όλο το λαό, δεν είναι αρκετά για να βγάλουν τα αντιφιλελεύθερα κοινωνικά κινήματα και την ανταγωνιστική αριστερά από την κοινωνική τους απομόνωση. Η αίσθηση αυτή δυστυχώς επιβεβαιώνεται από την κυριαρχία της δεξιάς μας κυβέρνησης, όπως και των περισσοτέρων κυβερνήσεων στον κόσμο, ανεξάρτητα των ιδεολογικών της αποχρώσεων.

Τα κινήματα που έσπασαν την καραντίνα

Κάπου εκεί όμως, αυτή η εικόνα άρχισε να κάνει νερά. Πρώτη αναπάντεχη ρωγμή, το αξέχαστο «σκόιλ ελικίκου». Η μεθυσμένη από την ισχύ της κυβέρνηση μιλούσε στην αρχή για 3 ορθογραφικά λάθη, για να αναγκαστεί στο τέλος να υποχωρήσει υπό το βάρος εκατοντάδων χιλιάδων που γελούσαν εις βάρος της. Για μια χαζομάρα, για λίγες δεκάδες εκατομμύρια, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε στην πρώτη ουσιαστικά πολιτική της ήττα. Καθόλου συνετό εκ μέρους της.

Δεύτερο χτύπημα, το -πολύ πιο οργανωμένο- κίνημα του Support Art Workers. Κι εδώ το κλειδί φαίνεται πως ήταν η μαζικότατη κοινωνική υποστήριξη που είχαν οι εργαζόμενοι στο χώρο των τεχνών και η οποία ανάγκασε την ανυποχώρητη κυβέρνηση σε μια δεύτερη απρογραμμάτιστη υποχώρηση. Δεν έχει σημασία εδώ αν οι εργαζόμενοι όντως κέρδισαν κάτι ή αν αυτό ήταν απλή κοροϊδία. Το σημαντικό είναι ότι την ημέρα που ένα κίνημα βγαίνει στο δρόμο, η αρμόδια υπουργός νιώθει υποχρεωμένη να βγει και να δώσει κάτι. Χρόνια είχαμε να το ζήσουμε αυτό.

Ακολούθησε η (σχετικά πρωτόγνωρη για περιβαλλοντικό ζήτημα) συστράτευση και κινητοποίηση ενάντια στο νόμο Χατζηδάκη, σε συνδυασμό μάλιστα με πολλές, τοπικές κινητοποιήσεις ενάντια σε αιολικά πάρκα και άλλες επενδύσεις, ένα μέτωπο το οποίο συνεχίζει να παράγει πολιτικά αποτελέσματα ως σήμερα.

Ήταν αυτά κινήματα; Ναι, αν αφήσουμε κατά μέρους ακαδημαϊκούς ή αριστερίστικους σχολαστικισμούς, φυσικά και ήταν: μια συντονισμένη, αυθόρμητη και οργανωμένη, κίνηση ανθρώπων με ανταγωνιστικό πρόσημο, η οποία ξεκινά από έναν οριοθετημένο κοινωνικό χώρο, δημιουργεί κοινωνικές συμμαχίες, παρεμβαίνει σε μια αντίθεση, διεκδικεί και μάλιστα παίρνει κάτι. Το τελευταίο δεν είναι καν απαραίτητο, αλλά σίγουρα είναι πολύ ευχάριστο, καθώς αποδεικνύει ότι όταν υπάρχει κίνημα, τελικά βρίσκεται και το σάλιο.

Σε όλα αυτά, υπήρχε μια κοινή ιδιαιτερότητα: ο κομβικός ρόλος που έπαιξαν τα ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και κυρίως το Facebook, στη διασπορά του λόγου αυτών των κινημάτων και τελικά στην επιτυχία τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά, αλλά μέχρι τώρα τα κοινωνικά μέσα δούλευαν παράλληλα με τα πιο παραδοσιακά, οπότε μπορούσαμε να έχουμε διαφορετικές εκτιμήσεις για τη βαρύτητα ή την αποτελεσματικότητα του κάθε μέσου. Αυτή τη φορά, η αναγκαστική απουσία άλλων μέσων (ειδικά στην περίπτωση του σκόιλ ελικίκου), προσέδωσε στη φάση χαρακτήρα καθαρού πειράματος σε ιδανικές συνθήκες. Οι θιασώτες κι οι θιασώτριες λοιπόν των κοινωνικών μέσων μπορούν να πανηγυρίζουν για την πρώτη, αποδεδειγμένη πολιτική νίκη μέσω facebook. Ακόμα όμως κι όσοι και όσες είμαστε πιο κριτικοί ως προς τη σημασία του μέσου -του κάθε μέσου- οφείλουμε να σταθούμε και να σκεφτούμε τι πήγε καλά σε αυτές τις υποθέσεις.

Πριν το κάνουμε, να προσθέσουμε πρώτα και άλλο ένα, ή μάλλον δύο, παραδείγματα: τις δυο καμπάνιες του χώρου της ανταγωνιστικής αριστεράς απέναντι στην επιδημία. Ήταν -είναι- οι καμπάνιες αυτές «κινήματα»; Πάλι, χωρίς σχολαστικισμό, ναι, μάλλον είναι. Κινητοποίησαν πολλούς ανθρώπους και απευθύνθηκαν σε πολλές περισσότερες, παρήγαγαν και αναπαρήγαγαν ανταγωνιστικά αιτήματα, δημιούργησαν και κατέλαβαν μια θέση απέναντι στην κυβέρνηση, κάποιες στιγμές ίσως σημαντικότερη κι από αυτή της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης.

Και οι δυο καμπάνιες λοιπόν, φαίνεται ότι πήγανε ανέλπιστα καλά (ανέλπιστα, γιατί ο πήχης της ελπίδας παραμένει χαμηλά). Αν εξαιρέσουμε το κάπως αστείο γεγονός ότι κάνανε και λέγανε σχεδόν τα ίδια πράγματα, αλλά παρόλα αυτά ήταν δύο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο λόγος τους, δηλαδή η αισθητική, οι γραφιστικές επιλογές, τα συνθήματα, τα κείμενα, η πολλαπλότητα των μέσων (συναυλίες, εκπομπές, ραδιόφωνο, λέσχες ανάγνωσης, σύντομοι ακτιβισμοί κ.α.), ήταν πολύ καλύτερος σε σχέση με τα όσα μας έχει συνηθίσει (με όλη την αρνητική σημασία του ρήματος) ο χώρος αυτός.

Τι συνέβη; Η αλλαγή αυτή συνδέεται φανερά με τον αναγκαστικό περιορισμό στο διαδικτυακό σύμπαν και την προσαρμογή στις ιδιαίτερες συνθήκες του διαδικτυακού και ειδικότερα του φεϊσμπουκικού σύμπαντος: σύντομα μηνύματα, υποχρεωτική καταφυγή στην εικόνα και τη γραφιστική, σκληρός ανταγωνισμός για τα λίγα δευτερόλεπτα προσοχής του αναγνώστη – ή μάλλον του θεατή.

Ο λόγος και η πράξη

Κατά τη γνώμη μου όμως, ο βασικός παράγοντας που ταρακούνησε τα πράγματα και άλλαξε τις πρακτικές δεν είναι το μέσο, αλλά η αλλαγή καθαυτή. Αν αύριο, για παράδειγμα, κάποιος καλός άνθρωπος έκλεινε το Facebook, θα ήταν μια ακόμα πιο υπέροχη ευκαιρία να ψάξουμε νέους δρόμους.

Να εξηγηθώ κάπως καλύτερα. Τα κινήματα κι η αριστερά νιώθουν υποχρεωμένα από την παράδοσή τους να σέβονται και να αναπαράγουν κάποιες δεδομένες πρακτικές, χωρίς να επερωτούν τη σημασία τους. Η σημασία των πρακτικών αυτών είναι περισσότερο συμβολική, παρά υλική: πχ ξέρουμε ότι αν θέλουμε να δείξουμε στους εαυτούς μας ότι μια εκδήλωση είναι λίγο πιο σημαντική ή πιο φιλόδοξη, πρέπει να βγάλουμε αφίσα. Αλλιώς, αρκεί να την κινήσουμε ηλεκτρονικά. Αν ένα κοινωνικό ζήτημα είναι σημαντικό, πρέπει να κάνουμε πορεία. Αν είναι λιγότερο σημαντικό, πρέπει να κάνουμε συγκέντρωση, ακόμα λιγότερο μικροφωνική και παρακάτω αρκεί μια ανακοίνωση. Κι επειδή οι ιεραρχήσεις διαφέρουν ακόμα και σε αυτούς/ες που συμφωνούν στην ουσία κι επειδή οι ιεραρχήσεις είναι στον πυρήνα της πολιτικής, οι περισσότερες πολύωρες συζητήσεις επικεντρώνονται πάντα σε αυτό: να κάνουμε πορεία ή να κάνουμε κάτι άλλο; Να κατέβουμε Αθήνα ή να μείνουμε Θεσσαλονίκη;

Η καραντίνα μας ανάγκασε να εγκαταλείψουμε, σχεδόν συναινετικά μάλιστα, το καθιερωμένο τετράπτυχο «σύσκεψη – ανακοίνωση – αφίσα – πορεία», ως μονόδρομο για κάθε ζήτημα κι έτσι άνοιξε νέους δρόμους. Μπορούσαμε, χωρίς ενοχές προς την παράδοση, να αποφύγουμε την πεπατημένη και να αναζητήσουμε νέα μέσα. Εξάλλου, εντός των διαφόρων συλλογικοτήτων κι οργανώσεων, τα νέα μέσα ενίσχυσαν τη θέση νέων ανθρώπων εις βάρος των δεδομένων ηγεσιών. Και το σημαντικότερο: ανέδειξαν τη σημασία της ποιότητας του λόγου, κάτι που ξεχνιέται όταν κυριαρχεί η σημασία της πράξης. Δηλαδή, αν το βασικό εργαλείο σου είναι μια ανάρτηση, όλοι/ες συνειδητοποιούν ότι αυτή η ανάρτηση οφείλει να είναι συγκεκριμένη, σαφής, διεισδυτική, καλογραμμένη. Αν το βασικό εργαλείο σου είναι μια πορεία, κανείς δεν δίνει τη δέουσα σημασία στο πώς είναι γραμμένο το πλαίσιο της πορείας, αρκεί να συμφωνούν «πολιτικά» οι συνδιοργανωτές. Και ορθά, γιατί εδώ σημασία έχει η εικόνα στο δρόμο, καλή ή κακή.

Κι εδώ, φτάνουμε σε μια άλλη μεγάλη παρεξήγηση: τι είναι λόγος και τι είναι πράξη. Παραδοσιακά, μια ανακοίνωση θεωρείται λόγος και μια πορεία πράξη. Πράγματι, εκατό χιλιάδες άνθρωποι στο δρόμο να συγκρούονται με το «Μεσοπρόθεσμο», είναι μια πολιτική πράξη που παράγει άμεσα πολιτικά αποτελέσματα. Δυο χιλιάδες άνθρωποι στο δρόμο στην ετήσια πορεία για το μεταναστευτικό όμως, δεν είναι πράξη, είναι λόγος. Μια τέτοια πορεία δεν διεκδικεί κάτι από το κράτος με κυριολεκτικούς όρους, λέει στην υπόλοιπη κοινωνία την άποψή της. Δεν έχει βέβαια να κάνει μόνο με το αριθμητικό: 20 εργαζόμενες που συγκεντρώνονται έξω από το σούπερ μάρκετ που εργάζονται, είναι πράξη. 20 άνθρωποι που κάνουν έναν ακτιβισμό ενάντια στην αστυνομοκρατία, είναι λόγος. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι συμβολικές ενέργειες, πορείες, ακτιβισμοί κοκ., είναι άχρηστα. Κάθε άλλο, χωρίς αυτά απλά θα καθόμασταν και θα περιμέναμε τη Δευτέρα Παρουσία. Ο ανταγωνιστικός λόγος, δηλαδή ο ανταγωνισμός στο πεδίο της ιδεολογίας και της πολιτικής, είναι η καθημερινή δουλειά των κινημάτων, με αυτά υπάρχουν. Είναι λόγος έμπρακτος, ιδρωμένος και για αυτό έχει μεγάλη αξία. Αρκεί όμως να καταλαβαίνουμε ότι είναι λόγος και να μην έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είναι πράξη καθαυτή. Έτσι, θα προσέχουμε κι εκεί την ποιότητα αυτού του λόγου.

Μια παλιά εξυπνάδα της ιταλικής αυτονομίας έλεγε, «φτάνει με τα έργα, θέλουμε λόγια» κι είχε λίγο δίκιο. Κάπου εδώ επίσης αναδύθηκε όλη αυτή η φιλολογία για την επιτελεστικότητα του λόγου που από μόνος του είναι πράξη και παράγει αποτελέσματα. Καμιά φορά βέβαια, αυτά ακούγονται λίγο σαν δικαιολογίες, όταν τεμπελιάζουμε μπροστά στην πράξη και πλειοδοτούμε στη σημασία ενός λόγου – ο οποίος όμως δεν ακούγεται και τόσο δυνατά για να επιτελεί κάτι. «Ένα πρακτικό βήμα μπροστά, είναι σημαντικότερο από χίλια κείμενα» έλεγε ο Μαρξ –αλλά κι αυτός βέβαια το έλεγε στον πρόλογο ενός ολόκληρου βιβλίου που έγραψε για να κριτικάρει μια μπροσούρα. Όλα τα μέσα λοιπόν έχουν τη σημασία τους – άχρηστη κοινοτοπία. Έχουν όμως τόση σημασία όση τους προσδίδει η ποιότητα, η σωστή στόχευση, ο ριζοσπαστισμός, η διαφορετικότητα, η καινοτομία τους. Οι κοινωνίες του 21ου αιώνα έχουν δει, ακούσει, σκεφτεί τόσα πολλά πράγματα, που είναι δύσκολο να τους κάνεις να γυρίσουν το κεφάλι. Αν λες αυτό που περιμένουν από εσένα, απλά σε κατατάσσουν στο κουτάκι -ή στο παράθυρο- που σου αντιστοιχεί.

Από το κουτάκι αυτό παίζουμε τον ρόλο μας, όχι στην ανατροπή ή τη διάβρωση όπως νομίζουμε, αλλά στην επικύρωση και την αναπαραγωγή των ιδεολογικών μηχανισμών, είτε αυτό είναι το κοινοβούλιο είτε είναι το facebook. Είμαστε αυτοί/ες που λέμε το α κι έτσι νομιμοποιούνται αυτοί/ες που λένε και κάνουν το β. Είμαστε μέρος -το κριτικό ή το ανταγωνιστικό ή το γκρινιάρικο μέρος, αλλά πάντως το αναπόσπαστο μέρος- μιας κανονικότητας.

Εδώ λοιπόν ήθελα να καταλήξω. Αυτό είναι νομίζω το ερώτημα της επόμενης από την καραντίνα ημέρας: τα κοινωνικά κινήματα και μαζί τους η ανταγωνιστική αριστερά, είναι έτοιμα να γυρίσουν στην κανονικότητά τους, στη θέση τους, στις πρακτικές τους, όπως ακριβώς τις άφησαν πριν την καραντίνα; Ή θα μπορέσουν να συνεχίσουν με μικρά βήματα στο δρόμο των εκπλήξεων, στο δρόμο που άνοιξαν το «σκόιλ ελικίκου», οι καμπάνιες, οι Support Art Workers; Μια ερώτηση που αποκτά πολλαπλή σημασία μπροστά στην οικονομική κρίση που έρχεται -αν δεν έχει έρθει ήδη.


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκος Νικήσιανης

Νίκος Νικήσιανης

Ο Νίκος Νικήσιανης είναι Διδάκτορας Βιολογίας, με ιδιαίτερο αντικείμενο την ιστορία της Οικολογίας και τις επιρροές της κυρίαρχης ιδεολογίας πάνω στις επιστημονικές διαδικασίες. Ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, όπου συμμετέχει κατά το δυνατό σε κοινωνικά κινήματα κι αριστερές συλλογικότητες της πόλης. Θα ήθελε να είναι και σε κάποιο σωματείο, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνει μέχρι τώρα.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε