Συνεντεύξεις Τεύχος #10 Oι κόσμοι του νουάρ

Μωρίς Αττιά: «Είμαστε μπροστά σε ένα remake της δεκαετίας του 1930»

Συνέντευξη στον Γιώργο Καλαμπόκα
Μωρίς Αττιά. © Toulouse Polars du Sud. Πηγή: Andro.gr

Τι είναι ο Μωρίς Αττιά; Πώς θα αυτοπροσδιοριζόσασταν;

Είμαι ψυχαναλυτής γιατί είμαι ευαίσθητος στον πόνο των άλλων. Αναμφίβολα, η ευαισθησία αυτή ανάγεται στον πόλεμο της Αλγερίας και τις συμφορές που έπληξαν τους άμαχους πληθυσμούς, όπως υποθέτω συμβαίνει σε όλους τους πολέμους. Ωστόσο, μου αρέσει επίσης να ακούω τις ιστορίες των άλλων, τις τρέλες τους, τους μύθους τους, και προφανώς όλα αυτά με ενέπνευσαν στα σενάρια, τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά μου. Επίσης, είμαι «σινεφάγος» και άθρησκος, θα ήθελα να είχα περισσότερες ζωές…

Ποια είναι τα συμβάντα που σας καθόρισαν ως άνθρωπο και ως συγγραφέα; Γιατί πιάσατε το μολύβι;

Ο πόλεμος, ο κινηματογράφος, η τρέλα των ανδρών, ο έρωτας των γυναικών.

Αλγέρι, Μασσαλία, Παρίσι, Αντίλλες. Θα νόμιζε κανείς ότι είναι «απλώς» η διαδρομή του ήρωά σας, Πάκο Μαρτίνεθ, αλλά πριν απ’ όλα είναι η δική σας διαδρομή, δεν είναι έτσι; Σε όλα τα βιβλία σας ως τώρα, τον τοποθετείτε στον χώρο και τον χρόνο τόπων στους οποίους ζήσατε. Είναι ανάγκη για εσάς η μυθοπλασία σας να αφορμάται από τα βιώματά σας; Σημειώνετε μάλιστα κάπου ότι σας ενόχλησαν οι αρνητικές κριτικές που υποπτεύτηκαν ότι είχατε αντλήσει στοιχεία από τη Wikipedia. Αν επιτρέπετε, γιατί; Γιατί θεωρείτε τόσο κρίσιμο η ιστορία που αφηγείστε, «όσο μαύρη κι αν είναι», να «είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα»;

Έχετε απόλυτο δίκιο. O Πάκο ακολουθεί τη διαδρομή μου επί είκοσι χρόνια και περισσότερο. Όπως αυτός, έτσι κι εγώ, βρέθηκα συχνά στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή και παρ’ όλα αυτά, τη γλίτωσα. Ως παιδί, βρέθηκα στον πόλεμο της Αλγερίας, στο μάτι του κυκλώνα, στην Κάσμπα, και στη συνέχεια στο Μπαμπ Ελ Ουέντ.[1]

Ως εξόριστος στη Μασσαλία, μέλος της άκρας αριστεράς, από το ’68 ως το ’73.

Ως εσωτερικός ψυχιατρείου στο Παρίσι, έζησα στη συνοικία Λε Αλ την περίοδο της καταστροφής της.[2]

Ως εθελοντής για την παροχή τεχνικής βοήθειας βρέθηκα στη Γουαδελούπη από το ’76 ως το ’78, τη στιγμή της έκρηξης του ηφαιστείου της Σουφριέρ.

Κατά την επιστροφή μου, τον Μάρτιο του ’78, αναμένοντας την ανάληψη μιας θέσης σε νοσοκομείο στην περιοχή του Παρισιού, επισκεφθήκαμε μαζί με τη γυναίκα μου την Ιταλία, και τη στιγμή που διασχίζαμε τα σύνορα, συνέβη η απαγωγή του Άλντο Μόρο. Είναι το θέμα και ο καθοδηγητικός μίτος του μυθιστορήματος που μόλις τελείωσα.

To τρίτο μέρος[3] ολοκληρώνεται στις 10 Μαΐου του ’81, την ημέρα της εκλογής του Μιτεράν και κάνει επίσης λόγο για τον πόλεμο του Αφγανιστάν κατά την περίοδο της ρωσικής κατοχής. Δεν επισκέφτηκα το Αφγανιστάν, ωστόσο ο φίλος μου δημοσιογράφος Φρανσουά Μισσέν (François Missen), που μου ενέπνευσε τον χαρακτήρα του Φρανσουά Νεσίμ, έζησε εκεί ως όμηρος. Όσον αφορά στη 10η Μαΐου, ήμουν στο Παρίσι και χάρηκα γι’ αυτή την εκλογή. Παρ’ όλον ότι δεν εκτίμησα ποτέ τον Φρανσουά Μιτεράν, ήμουν ευχαριστημένος που η Αριστερά ανήλθε επιτέλους στην εξουσία.

Είστε Γάλλος της Αλγερίας, πιε νουάρ, ζήσατε εκεί τα παιδικά σας χρόνια πριν ζήσετε στην «εξορία», όπως περιγράφετε τη Μασσαλία και στους επόμενους σταθμούς της ζωής σας. Λέτε, επίσης, ότι η επίσημη ιστορία της Αλγερίας βασίζεται σε έναν απλοϊκό μύθο, το καλό FLN και οι κακοί άποικοι. Θα θέλατε να μας αναπτύξετε λίγο περισσότερο αυτές τις σκέψεις, να διασαλεύσετε τον μύθο;

Κατά τη γνώμη μου, ο αλληλοσκοτωμός των Αλγερινών κατά τη δεκαετία του 1990 οφείλεται στον μύθο που επέβαλε η εξουσία του FLN. Συνέβη το ίδιο όπως και στη Γαλλία, όπου θέλησαν να γίνει πιστευτό ότι όλοι οι Γάλλοι ήταν γκωλικοί και αντιστασιακοί. Όταν η επίσημη ιστορία είναι ένας μύθος, τότε λοιπόν οι θρησκευόμενοι αγωνίζονται για τους αιώνιους μύθους, τη Βίβλο, το Κοράνι, το Ευαγγέλιο… Και αυτό γίνεται!

Στο Μαύρο Αλγέρι, ο πατέρας του Πάκο, Γάλλος άποικος, δουλεύει με τον Σουκρούν, έναν αυτόχθονα αλγερινό, που δεν είναι απλώς ο συνεργάτης, αλλά και ο καλύτερός του φίλος. Η αγαπημένη του Πάκο, Ιρέν, μια εντυπωσιακή, ανεξάρτητη Γαλλίδα, χάνει το πόδι της σε «τυφλή» βομβιστική επίθεση του FLN, την ίδια στιγμή που ο αναγνώστης αποκομίζει την εντύπωση ότι η αφήγησή σας μόνο εχθρική προς τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα δεν είναι. Είναι η προσέγγισή σας μια προσπάθεια να αναδείξετε τη συνθετότητα του φυλετικού και πολιτισμικού, όσο και του πολιτικού, στοιχείου, σε αντίθεση με έναν μανιχαϊστικό δυισμό που συνήθως συνοδεύει την πρόσληψη αυτών των φαινομένων;

Συμμεριζόμουν πάντα την ανάλυση του Αλμπέρ Καμύ. Και είμαι σταθερά πεπεισμένος ότι αυτοί που πληρώνουν το βαρύ τίμημα των συγκρούσεων είναι οι άμαχοι. Το Μαύρο Αλγέρι απαγορεύτηκε στην Αλγερία, και στη συνέχεια, δέκα χρόνια αργότερα, εκδόθηκε και πωλήθηκε. Προσκλήθηκα σε εκδηλώσεις που οργανώθηκαν για το θέμα αυτό στις τέσσερις μεγάλες πόλεις της Αλγερίας. Θορυβήθηκα από την απογοήτευση της νεολαίας. Ένας νέος, που ήταν διευθυντής του θεάτρου του Οράν, μου μετέφερε τα λόγια της γιαγιάς του που υπήρξε μέλος του FLN: «Στην εποχή της γαλλικής κατοχής, δεν ζούσαμε και τόσο άσχημα, κάναμε ένα δίκαιο αγώνα και ο εχθρός ήταν αναγνωρίσιμος. Σήμερα, δεν ζούμε πολύ καλά, και ο εχθρός δεν είναι αναγνωρίσιμος…». Θα ήθελα πολύ να τη συναντήσω. Πρέπει να διαθέτει μια ξεχωριστή σοφία.

Αν όμως το πολιτικό και το φυλετικό φαινόμενο είναι πάντοτε τόσο σύνθετα και βαθιά, και η μικροϊστορία των ανθρώπων είναι πάντοτε λιγότερο ομογενοποιημένη και τακτοποιημένη από τη μακροϊστορία των πληθυσμών, των λαών, των τάξεων και των εθνών, μπορούμε ωστόσο να παίρνουμε θέση μέσα στα πολιτικά και ιστορικά συμβάντα ή, μιας που «η ιστορία δεν προχωράει ποτέ από την καλή πλευρά», είμαστε «καταδικασμένοι» να είμαστε «μοιρασμένοι» στα δυο και αναποφάσιστοι;

Δεν είμαι ο Πάκο, και δεν έχουμε την ίδια ιστορία και τις ίδιες νευρώσεις. Έχουμε όμως την ίδια κουλτούρα. Ως προς τις σχέσεις μου με τον κόσμο, είμαι πιο κοντά στην Ειρήνη. Όπως όμως έλεγε ο Μαρξ, «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά τραυλίζει». Και νομίζω ότι είμαστε μπροστά σε ένα remake της δεκαετίας του 1930… Με την ανεξέλεγκτη άνοδο της ακροδεξιάς, σκέφτομαι να εγκαταλείψω τη Γαλλία πριν είναι πολύ αργά. Και γιατί να μην εγκατασταθώ στην Ελλάδα; Είχα μάλιστα το όνειρο να ζήσω στην Τήνο, ένα νησί των Κυκλάδων που δεν το γνώριζα, και για το οποίο αισθάνθηκα ένα μεγάλο θαυμασμό…. O Φρόιντ αρνήθηκε να εγκαταλείψει την Αυστρία επί ένα μεγάλο διάστημα παρά την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, γιατί θεωρούσε ότι η ιστορία αυτή δεν θα διαρκούσε πολύ, επειδή οι Αυστριακοί ήταν ευφυείς και καλλιεργημένοι. Ακόμα κι αυτός δεν ξέφυγε από έναν φοβερό μηχανισμό που ονομάζουμε άρνηση.

Μιλήστε μας αν θέλετε λίγο για αυτήν ακριβώς την πολιτική και πολιτισμική συνθετότητα των Κίτρινων Γιλέκων, ενός κινήματος που αναπτύχθηκε εκρηκτικά μέσα σε ένα πολιτικό περιβάλλον που μοιάζει με την εποχή των τεράτων: η Λεπέν και η ακροδεξιά στη Γαλλία και τον κόσμο σε ραγδαία άνοδο, ο Μακρόν αυταρχικός και ακραιφνής νεοφιλελεύθερος εκπρόσωπος του υποτιθέμενου πολιτικού ορθολογισμού και οι αριστερές ή ευρύτερες προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις ηττημένες και απομονωμένες. «Τι λούκι!»

Φοβάμαι ότι θα σας σοκάρω, ωστόσο όταν άκουσα τις πρώτες διεκδικήσεις των Κίτρινων Γιλέκων, σκέφτηκα αμέσως το Συνασπισμός ηλιθίων του Τζ. Κ. Τουλ (John Kennedy Toole). Ζούμε στο βασίλειο του συναισθήματος, της συνεχούς πληροφόρησης, του εκπληκτικού, των τουίτ του Τραμπ, των fake news, το πάνω χέρι το έχει πάρει ο λαϊκισμός και η δημοκρατία δεν είναι πια στη μόδα. Θεωρώ ότι όλο αυτό είναι τρομακτικό. Όλη η συζήτηση περιορίζεται στην κλιματική αλλαγή, σε μια καταστροφολογία κλπ., και ταυτόχρονα, ο καθένας δουλεύει για τον εαυτό του, φλυαρώντας αυτάρεσκα στα κοινωνικά δίκτυα. Οι φτωχοί θέλουν να αποκτήσουν τη δυνατότητα να καταναλώνουν όπως οι πλούσιοι, και οι πλούσιοι θέλουν να καταναλώνουν ακόμα περισσότερο. Και οι πιο δημαγωγοί ηγέτες, ο Πούτιν, ο Τραμπ, ο Ερντογάν, ο Μπολσονάρο, ο Όρμπαν, και μερικοί ακόμα, της ίδιας κατηγορίας, έχουν αέρα στα πανιά τους. Φοβάμαι λοιπόν το χειρότερο. Όλο και περισσότερο, οι διεκδικήσεις είναι συντεχνιακές και όχι συλλογικές.

Πώς γίνεται ένας συγγραφέας που δεν διαβάζει, όπως είπατε αλλού, δεν μελετά συστηματικά το «είδος», να γράψει μερικά σπουδαία αστυνομικά μυθιστορήματα, ανάμεσα στα οποία και ένα αριστούργημα, όπως το Μαύρο Αλγέρι -θα μας επιτρέψετε να το ξεχωρίσουμε… Μήπως ακριβώς αυτή η ελευθερία από τις νόρμες του είδους, σας επέτρεψε να είστε πιο δημιουργικός και να παράγετε «περισσότερη» λογοτεχνία από ό,τι μια αστυνομική ιστορία; Υπάρχει τελικά αυτή η διάκριση;

Άρχισα να αγαπώ τη μαύρη λογοτεχνία με τον Τζιμ Τόμσον (Jim Thompson) και τον Ντέιβιντ Γκούντις (David Goodis). Το πρώτο μου βιβλίο που εκδόθηκε ήταν μια κλινική μελέτη για τους εφήβους. Οι αναγνώστες μου έλεγαν ότι διαβάζεται σαν ένα θρίλερ. Απαντώντας τους, τους έλεγα ότι είχα το ίδιο συναίσθημα διαβάζοντας τις Πέντε μελέτες για την ψυχανάλυση του Φρόυντ. Τέλος, το πρώτο βιβλίο που διάβασα (καθυστερημένα, γύρω στα δώδεκά μου χρόνια) ήταν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το Τα στοιχήματα κλείδωσαν (Le rouge est mis), του Λε Μπρετόν (Auguste Le Breton). Ήταν ένας τρόπος να επιστρέψω το δάνειό μου. Στην πραγματικότητα, αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η Ιστορία και ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο αμφιταλαντεύεται και καμιά φορά παραστρατεί, προκειμένου να γίνει είτε ήρωας είτε κάθαρμα.

Ψυχανάλυση και αστυνομικό μυθιστόρημα: τι σας έρχεται στον νου όταν αυτές οι δύο όψεις της προσωπικότητάς σας μπαίνουν στην ίδια πρόταση; 

Δεν αντιπαρατίθενται. Η ψυχανάλυση είναι μια διερεύνηση στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου που επιχειρεί να αποκαλύψει τις απαρχές της ενοχής, της κινητήριας δύναμης της νεύρωσης.

Μιλήστε μας για την επιλογή της αφηγηματικής φόρμας που κάνετε. Η εναλλαγή των προσώπων και των χρόνων στην αφήγηση αίρει την αίσθηση γραμμικότητας και τη συνακόλουθα στοιχεία νομοτέλειας και δραματοποίησης που αυτή προσδίδει στην αφήγηση;

Το βίωμα δεν αμφισβητείται και κάθε άποψη είναι σεβαστή. Αυτά που διασταυρώνονται, συμπληρώνονται, αντιφάσκουν, έρχονται σε σύγκρουση… είναι μόνο εσωτερικές φωνές.

Τι (αστυνομική) λογοτεχνία διαβάζετε;

Δεν διαβάζω σχεδόν καθόλου αστυνομικά μυθιστορήματα. Αντιθέτως, βλέπω πολλά φιλμ νουάρ. Πρόσφατα, το Θανάσιμο αμάρτημα (Leave Her to Heaven) του Τζον Μ. Σταλ (John M. Stahl), που γυρίστηκε το 1945, τη Δίψα του κακού (Touch of evil) του Όρσον Ουέλς (Orson Welles), του 1958, τη Λάουρα του Όττο Πρέμινγκερ (Otto Preminger). Επομένως κλασικά έργα. Στη Γαλλία είναι της μόδας τα σκανδιναβικά μυθιστορήματα, τα οποία δεν εκτιμώ ιδιαίτερα. Επίσης, διαβάζω αρκετά έναν ιάπωνα συγγραφέα, τον Μουρακάμι (Murakami), τον οποίο αγαπώ πολύ, του οποίου μόλις πρόσφατα διάβασα το Η δολοφονία του Καπετάνιου (Le meurtre du Commandeur).


Τις απαντήσεις του Μωρίς Αττιά μετάφρασε από τα γαλλικά ο Χρήστος Βαλλιάνος.

 

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Καλαμπόκας

Γιώργος Καλαμπόκας

Ο Γιώργος Καλαμπόκας είναι χημικός μηχανικός, υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής οικονομίας, με σπουδές στην πολιτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία. Συμμετέχει στο εκδοτικό εγχείρημα του Εκτός Γραμμής.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε