Επίκαιρα Τεύχος #3

Νόμοι-μέτρα: Η αποτελεσματικότητα ως υποκατάστατο της δημοκρατικής διαβούλευσης

Η πρόσφατη απόφαση του Eurogroup (19/02/2018) για προσωρινή αναβολή χορήγησης της δόσης μέχρι την υλοποίηση δύο ακόμα προαπαιτουμένων (ευστοχία 108 στα 110 από την ελληνική κυβέρνηση!) υποκρύπτει μια ακόμα δυστοπική εξέλιξη για κάθε -δημοκρατικά οργανωμένη- κοινωνικοπολιτική δομή.

Σε επίπεδο διαδικασίας, είναι πανθομολογούμενο το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ και το κράτος έκτακτης ανάγκης στη «μνημονιακή» Ελλάδα. Από άποψη περιεχομένου, προκύπτει αβίαστα η διαπίστωση ότι τα μνημονιακά προγράμματα διέπονται από εγγενή ταξική μεροληψία, λειτουργώντας ως το (παρα)θεσμικό εργαλείο για τη δραστική ανακατονομή πλούτου και ισχύος υπέρ των too big to fail δρώντων του αγοραίου παιγνίου.

Το καινούριο στοιχείο που εισφέρει η πρόσφατη απόφαση του Eurogroup είναι η ασυμβατότητα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με στοιχειώδεις επιταγές της τυπικής λογικής. Ως προαπαιτούμενο για την καταβολή της δόσης επιβάλλεται η εκ των προτέρων ακριβής πρόβλεψη ποσοτικών στόχων στους -ήδη νομοθετικά θεσπισμένους- ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.

Η ποσοτικοποίηση αυτή οδηγεί στο εξής παράδοξο. Η εγκυρότητα ενός κανόνα δικαίου να κρίνεται από την a priori πρόγνωση της a posteriori αποτελεσματικότητάς του. Δηλαδή, η Βουλή και η Κυβέρνηση χρειάζεται να αποκτήσουν μαντικές ικανότητες και να εγγυηθούν με απόλυτη ακρίβεια τον βαθμό συμμόρφωσης των θεσμικών οργάνων και των πολιτών, προκειμένου το θεσπισμένο μέτρο να αποτελεί πράγματι νόμο του κράτους. Τηρουμένων των αναλογιών, όταν ψηφίζεται κάποιος αντικαπνιστικός νόμος, η εγκυρότητά του θα έπρεπε να διασφαλίζεται από προκαταβολική δήλωση των βουλευτών σχετικά με το ποια και πόσα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος θα τον εφαρμόσουν.

Όσο «κανονικοποιείται» η κρίση ως αναγκαία συνθήκη λειτουργίας του ύστερου, μετα-δημοκρατικού καπιταλισμού[1], αναζητείται όλο και περισσότερο μια λειτουργιστική νομιμοποίηση της έννομης τάξης και της αστικής δημοκρατίας εν γένει. Η άσκηση δημόσιας εξουσίας δεν νομιμοποιείται, έτσι, πάνω σε διαδικαστικά ή ουσιαστικά δικαιοκρατικά θεμέλια, αλλά από τη βέλτιστη δυνατή αποδοτικότητα (effectiveness) των νόμων-μέτρων. Η αποτελεσματικότητα, με τη σειρά της, στηρίζεται σε μια δογματική ερμηνευτική προαντίληψη αναπαριστώντας το Κράτος ως ένα άθροισμα επιμέρους ατομικών συμφερόντων και, κατά συνέπεια, τη διακυβέρνηση ως management μιας επιχείρησης[2]. Έτσι, ο εγγενώς πολιτικός χαρακτήρας της δημοκρατίας οικονομικοποιείται και η οικονομία της ελεύθερης αγοράς (laissez-faire) ανάγεται σε γενικό και απαράβατο κανόνα διακυβέρνησης[3].

Η -δημοκρατικά θεσμισμένη και νομιμοποιημένη- πολιτική εξουσία χάνει την αυτοτελή ηθικοπολιτική και κανονιστική της δύναμη, υποβαθμιζόμενη σε εργαλείο διαχείρισης ατομικών παθών και ακόρεστων -οικονομικά αποτιμητών- ιδιοτελών προτιμήσεων.  Η έλλειψη μιας -γνήσιας- a priori δημοκρατικής διαβούλευσης δεν υποκαθίσταται απλώς από την a posteriori αποτελεσματικότητα των (προ)ειλημμένων πολιτικών αποφάσεων. Ακόμα χειρότερα, η αποτελεσματικότητα των νόμων-μέτρων εμπλέκεται αποφασιστικά στην ίδια τη διαδικασία νομοθέτησης, τοποθετώντας, κατά λογική παραδοξότητα, το κάρο μπροστά από το άλογο, ήτοι την εφαρμογή του νόμου σε πρότερο ή, έστω, συγχρονικό σημείο με την θέσπισή του.

Η αποτελεσματικότητα, παράλληλα, φέρνει αναπόδραστα στο προσκήνιο τη νεο-πλατωνική αποθέωση της τεχνοκρατικής «ειδικότητας». Η λαϊκή κυριαρχία, ενόψει μιας βαθιάς κρίσης αντιπροσώπευσης, θυσιάζεται στο βωμό των «αρίστων», που με τις ειδικές γνώσεις ή τεχνικές δεξιότητές τους θα οδηγήσουν τον «ανορθολογικό» λαό-ποίμνιο μέσα από το trickle down effect («διάχυση της ευημερίας προς τα κάτω») σε μια ορθολογική, «πεφωτισμένη» Γη της Επαγγελίας. Η ίδια η δημοκρατία ως πολίτευμα εργαλειοποιείται και κρίνεται ως «καλή» ή «κακή» ανάλογα με το αν προάγει τη νεοφιλελεύθερη σύλληψη του «αγαθού»[4]. Η απρόσκοπτη λειτουργία της ελεύθερης (κατ’ ουσίαν, ταξικά μεροληπτικής) αγοράς αποτελεί, λοιπόν, το εννοιολογικό όριο και τον τελολογικό ορίζοντα της φιλελεύθερης μετα-δημοκρατίας. Η «πάση θυσία συναίνεση» γύρω από το νεοφιλελεύθερο «αγαθό» όχι απλώς συσκοτίζει τους κοινωνικοοικονομικούς ανταγωνισμούς, αλλά τους εξωθεί εκτός του δημοκρατικού κι, εντέλει, εκτός του έλλογου πεδίου[5]. Η μετα-δημοκρατία της «κοινής λογικής» αποθεώνει τον ατομικό-ιδιοκτησιακό πλουραλισμό την ίδια στιγμή που δαιμονοποιεί τον κοινωνικό-πολιτικό πλουραλισμό, δηλαδή την καταστατική αξία της δημοκρατικής αρχής[6].

Εν κατακλείδι, η υποκατάσταση της δημοκρατικής διαβούλευσης από την αποτελεσματικότητα πηγαίνει πλέον ένα βήμα παραπέρα από τα ειωθότα. Η αποδοτικότητα ή, ορθότερα, η ακριβής πρόγνωση της αποδοτικότητας των μέτρων ανυψώνεται σε συστατικό όρο της εγκυρότητας των κανόνων δικαίου (όπως λ.χ. η ψήφιση από τη Βουλή, η έκδοση από τον ΠτΔ ή η δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ.). Επιπλέον, η αποκλειστική έμφαση στην «εξατομικευμένη» οικονομικότητα-αποδοτικότητα αποστερεί τον κανόνα δικαίου από το γενικό κι αφηρημένο περίγραμμά του, καθώς ενέχει την εκ βάθρων αμφισβήτηση της ίσης ελευθερίας, διαχωρίζοντας τους πολίτες σε «παραγωγικούς» και «αντιπαραγωγικούς», σε «ικανούς» και «ανίκανους» να διαδραματίσουν τον αρμόζοντα ρόλο τους σε μια κοινωνία (και όχι απλώς οικονομία) της αγοράς[7].

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Θωμάς Ψήμμας

Θωμάς Ψήμμας

Ο Θωμάς Ψήμμας γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα, μεγάλωσε στο Αίγιο και πραγματοποίησε τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές του (ΠΜΣ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου, ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης) στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το φθινόπωρο του 2016 εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στη Φιλοσοφία του Δικαίου (Νομική Σχολή ΑΠΘ) με αντικείμενο τη διανεμητική και ανταποδοτική φιλοσοφία της κοινωνικής ασφάλισης. Άρθρα-κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε νομικά περιοδικά και στην ηλεκτρονική έκδοση της «Εφημερίδας των Συντακτών».

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε