Τεύχος #01 Ολοκληρωτισμός και Φιλελευθερισμός

«Από τα πάνω» η αμφισβήτηση της δημοκρατίας

Hells Κitchen 2004. Φωτογραφία του Γιάννη Δελατόλα.

«Αυτός ο αποτρόπαιος και συνταρακτικός κόσμος, όπου ακόμα και οι τυφλοπόντικες τολμούν και ελπίζουν»: Εκεί, στις αρχές του ’40, στη γερμανοκρατούμενη πλέον Γαλλία η τελευταία φράση του Μύθου του Σίσυφου συγκλονίζει. «Κάθε εποχή προσδιορίζεται από το ύφος της», θα πει ο Χέρμαν Μπροχ στην αριστουργηματική του τριλογία Οι υπνοβάτες, όπου πραγματεύεται την πτώση του συστήματος αξιών των αστών στην ανατολή των παγκόσμιων συρράξεων. Έχουμε γνωρίσει λογοτεχνικούς ήρωες που ούρλιαζαν για την αγάπη και τη μοναξιά, που στοχάζονταν ως προς το όριο του θανάτου, που εξεγείρονταν ενάντια σε όλες τις αδικίες, όμως η σιωπή των κάθε λογής Άουσβιτς είναι μια σιωπή επιβαλλόμενη από έναν μηχανισμό καθυπόταξης. Το Άουσβιτς είναι η ριζική αντίκρουση κάθε αρχής υποχρεωτικής επικοινωνίας. Η ακύρωση της θέασης της γλώσσας ως αρχή της επικοινωνίας. Η βιομηχανία παραγωγής πτωμάτων που εξευτέλισε τον θάνατο για να αποδομήσει τη ζωή.

Μια βασική πρόνοια των κινημάτων αλλά και των ίδιων των κοινωνιών θα έπρεπε να είναι η πράξη εκείνη που θα απέπεμπε το ενδεχόμενο εμφάνισης τέτοιων συνθηκών στη σφαίρα του αδιανόητου. Όμως είναι σήμερα ακριβώς που οι μεταπολεμικές διευθετήσεις παύουν να ισχύουν, γεγονός που συνιστά αλλαγή στο εξουσιαστικό παράδειγμα, η οποία αποδομεί πολύ βαθιά τις μέχρι σήμερα σταθερές· είναι σήμερα ακριβώς που τα στρατόπεδα κάνουν εκ νέου την εμφάνισή τους, που ένας πόλεμος με παγκόσμιο εύρος δεν είναι πια εκτός «λογικής», που οι νεκροί χωρίς ταυτότητα οι οποίοι ξεβράζονται σε διάφορες ακτές της Μεσογείου είναι ό,τι πιο κοντινό στη γυμνή ζωή, που η αυταρχικοποίηση του νομικού πολιτισμού παίρνει σοβαρές διαστάσεις.

Σε αυτή τη βάση θα προσπαθήσω να εξετάσω τα στοιχεία της νεωτερικής πολιτικής που επιτρέπουν την εμφάνιση αυτών των συνθηκών ως απόρροια νομότυπων διαδικασιών.

Η πρόσφατη προσπάθεια ταύτισης της ναζιστικής Γερμανίας και του σοβιετικού καθεστώτος, εκτός από την εμφανή απόπειρα εδραίωσης του μέσου όρου ως της μόνης δυνατής διακυβέρνησης και την απαξίωση κάθε απόπειρας άρνησης του υπάρχοντος, επέφερε και μια συζήτηση για τον ορισμό του ολοκληρωτισμού. Και αν για την αριστερά αυτή η συζήτηση είναι κάτι που έπρεπε να είχε κάνει πολύ καιρό τώρα και να εντάξει στην προβληματική της τους όρους διαχείρισης της κρατικής δομής με βάση την ιδεολογία, έλειψε μια συζήτηση πάνω στους όρους εμφάνισης νέων μορφών ολοκληρωτισμού.

Έχουν περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια από την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, τη διεξαγωγή δύο πολέμων σε Ιράκ και Αφγανιστάν, την αναδιαμόρφωση των συνόρων της Μέσης Ανατολής που γινόταν συχνά με τη στήριξη σε ακραίους ισλαμιστές, την ψήφιση και την εφαρμογή αντιτρομοκρατικών νόμων, τη στρατιωτικοποίηση του εσωτερικού των κοινωνιών, τα κάθε λογής Γκουαντάναμο και τα διάσπαρτα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι εξωδικαστικές εκτελέσεις που έφτασαν στο απόγειό τους επί Ομπάμα πήραν δραματική τροπή όταν το 2014 ο ίδιος διέταξε τη δολοφονία του πρώτου Αμερικανού πολίτη στην Υεμένη χωρίς να υπάρξει ούτε το πρόσχημα δίκης· έναν χρόνο μετά, τον ακολούθησε ο Κάμερον με τη δολοφονία δύο Βρετανών πολιτών στο Ιράκ. Όλο αυτό το διάστημα παρακολουθούμε μια γεωπολιτική αλλαγή που είναι πράγματι συγκλονιστική, με εμφύλιους των οποίων η ένταση ξενίζει και με την Υεμένη να αποτελεί παγκόσμιο όνειδος στο οποίο ουδείς αντιδρά. Αντίθετα, η «αριστερή» μας κυβέρνηση σχεδίαζε να στείλει βόμβες στο άθλιο καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, στο φόντο της απαξίωσης των συλλογικών μηχανισμών που δημιουργήθηκαν μεταπολεμικά και της συνολικής κρίσης του έθνους-κράτους.

Τα πτώματα των προσφύγων στα βάθη της Μεσογείου, τα περισσότερα ανώνυμα, μη πολιτικά σώματα, οι συμφωνίες των «προηγμένων» κυβερνήσεων με τους διακινητές της Λιβύης που οδήγησαν στη δημιουργία στρατοπέδων θανάτου και σκλαβιάς: Δεν χρειάζεται να είναι κανείς σοφός για να αντιληφθεί το εύρος της αποτυχίας αυτής της πολιτικής, μια αποτυχία που στηρίζεται και στη λογική της ανάθεσης, της εκπροσώπησης.

Η έκτακτη σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το μεταναστευτικό ζήτημα δεν απέδειξε, όπως πολλοί θέλουν να παρουσιάσουν, ένα ηθικό έλλειμμα στην ελίτ της Ε.Ε. Αντίθετα, έδειξε συνέπεια και συνέχεια στις στοχεύσεις και τις επιδιώξεις των εξουσιαστικών μηχανισμών. Η ανάγκη για πολεμική αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών είναι μέρος της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας και όχι διαχείριση των συνεπειών της. Μα καλά, δεν βλέπουν ότι η βάση της τεράστιας εισροής προσφύγων είναι οι πολεμικές συρράξεις σ’ έναν τεράστιο γεωγραφικά χώρο; Δεν είναι μόνο η Συρία, είναι η Υεμένη, η Ερυθραία, η Νιγηρία, η Λιβύη που αποτελούν πλέον κατεστραμμένες ζώνες. Έτσι ακριβώς κατέρρευσε και η νομική διάκριση μεταξύ προσφύγων και μεταναστών, μια διάκριση που συνέβαλε στη δημιουργία του «παράνομου ανθρώπου». Τώρα που η ισορροπία ανατράπηκε και το σύνολο σχεδόν των ανθρώπινων ροών αντιστοιχεί σε αυτό που όριζαν ως «καθεστώς πρόσφυγα», και επειδή νομικά δεν είναι εύκολη η αποβολή τους, στηρίζουν την πολιτική τους στην προσπάθεια της φυσικής εξόντωσης και αποτροπής. Οι νεκροί πρόσφυγες προκάλεσαν κροκοδείλια δάκρυα και επιβεβαίωσαν ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος αντιμετώπισης των προσφύγων, ο στρατιωτικός. Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι η ίδια η ουσία του μετανάστη εμπεριέχει μια διεύρυνση της πολιτικής σύγκρουσης, κι αυτό συμβαίνει διότι η κουλτούρα του και η πολιτική του θέση συνιστούν ουσιαστική ρωγμή στη διαδικασία συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας.

Αυτές τις μέρες οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη διεθνή συνθήκη για τους πρόσφυγες, κίνηση που δείχνει την απαξίωση τέτοιων συνθηκών σε περιόδους κρίσης. Ποιος από αυτούς που λένε ότι μας εκπροσωπούν ενημέρωσε τις κοινωνίες για τις πολιτικές που παράγουν πολέμους και δυστυχία; Με βάση ποια διαδικασία τα κράτη κυβερνούν με διατάγματα; Με πόση ευκολία η Γαλλία μπήκε στη ζώνη συνολικής αναστολής των ελευθεριών; Ο αντιτρομοκρατικός της νόμος, με τον οποίο ο Μακρόν αντικατέστησε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, στην ουσία ενσωμάτωσε στο κοινό δίκαιο πολλές από τις υπερεξουσίες και τα ειδικά μέτρα που προβλέπονταν στην έκτακτη ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες νομοθεσίες στις περίφημες δυτικές δημοκρατίες. Άλλωστε ο Γιούνκερ, στην τελευταία του ομιλία όπου σκιαγραφεί το δικό του όραμα για την Ευρώπη, αναφέρει ότι η περίοδος «της ήπιας ισχύος» έχει περάσει.

Έτσι, σε μια Ευρώπη που λειτουργεί ως κοινωνικοπολιτικός χώρος σε διαρκή δομική μεταβολή, θα πρέπει να κοιτάξουμε βαθιά μέσα στους όρους της νεωτερικής πολιτικής της συγκρότησης και να αναλογιστούμε τι επίδραση έχουν οι αλλαγές που συντελούνται σήμερα σε αυτές τις ρίζες. Χρειάζεται να σκεφτούμε πάνω στην προσπάθεια να εμφανίσουν τα πρωτεία της οικονομίας επί της ζωής ως μη αμφισβητήσιμα, όμως είναι ακριβώς η έννοια του ρεαλισμού τους που καταρρέει, που στερεί από τους ανθρώπους κάθε δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και τον αυτοπροσδιορισμό. Ο «ρεαλισμός» της διαρκούς φτωχοποίησης, της ανεργίας, της μη ελπίδας, της οριστικής εγκατάλειψης κάθε έννοιας ευτυχίας, των πολέμων και της καταστολής δεν μας ενδιαφέρει.

Αν θέλουμε να αναλογιστούμε την αλλαγή του εξουσιαστικού παραδείγματος και της συγγένειας του αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης που μας κυβερνά με τους ολοκληρωτισμούς, πρέπει να σταθούμε σε δύο σημεία: στη διαρκή επέκταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και στη συνακόλουθη διάλυση της διάκρισης των εξουσιών. Με το να δηλώνει ότι δεν υπάρχει τίποτα εκτός νόμου, η εξουσία επιβεβαιώνει τη ρήση του Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Η ροή εντολών προς τους υπηκόους πρέπει να είναι απρόσκοπτη. Το σύστημα έχει απολέσει κάθε μηχανισμό θετικής στοίχισης –από καιρό οι υποσχέσεις του καπιταλισμού δείχνουν έωλες–, έχει αυτοβούλως διαλύσει τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης και εκπροσώπησης –τα μαζικά κόμματα δεν μπορούν να επιτελέσουν πια ούτε τον διάλογο ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία–, και δημιουργεί τους όρους για μια νέα συμπόρευση με βάση την ασφάλεια και τον φόβο. Ζούμε τη διεύρυνση της αστυνομικής δικαιοδοσίας σε όλο και μεγαλύτερο φάσμα δραστηριοτήτων. Ανέτειλε η νέα εποχή της ενοχής, όπου ενοχή είναι οτιδήποτε εναντιώνεται στην κυριαρχία. Έχουμε τη μετατροπή της ζωής σε δίκαιο.

Ο ορισμός που έδωσε η Άρεντ στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ότι προσπαθούν να κυριαρχήσουν ολικά στον άνθρωπο, παίρνει σάρκα και οστά στις δυτικές δημοκρατίες. Θεωρείται πλέον μέρος της πολιτικής ατζέντας μια ολοένα και μεγαλύτερη απόκλιση από τις συνταγματικές επιταγές στο όνομα της διασφάλισης της πολιτικής ειρήνης και της ασφάλειας. Η ιστορία ως γραμμική πορεία έχει πλέον δώσει τη θέση της στην ιστορία ως ανοιχτό πεδίο συγκρότησης κοινωνικών σχέσεων μέσω συνεχών συγκρούσεων. Το κοινωνικό είναι πλήρως αποδεσμευμένο από κάθε νομοτέλεια. Η φράση του Χομπς ότι «οι άνθρωποι δεν απολαμβάνουν τη συνύπαρξη όταν δεν υπάρχει εξουσία ικανή να προκαλεί δέος σε όλους τους»[1] μας στοιχειώνει. Καθώς βλέπουμε την επιβολή αυτού του δέους να γίνεται κεντρική πολιτική απόφαση, πρέπει να αντιληφθούμε καθαρά την κατάσταση εξαίρεσης ως κεντρικό άξονα της κυριαρχίας. Ο Χομπς σωστά διέκρινε ότι βασικό στοιχείο σε μια κυριαρχία πρέπει να είναι η κατάκτηση. «Αν φυλακίζουμε, δεν κατακτάμε, αν σκοτώνουμε, δεν κατακτάμε, αν όμως κάποιος δώσει υπόσχεση υπακοής, προκειμένου να κατακτήσει τη ζωή και την ελευθερία του, τότε είναι κατακτημένος, είναι υπήκοος».

Υπάρχει μια εμβληματική φράση κατά τη συγκρότηση του αμερικανικού συντάγματος: «Κάτω από τη συνταγματική διακυβέρνηση είναι σχεδόν αρκετό να προστατεύονται τα άτομα από τις όποιες καταχρήσεις της δημόσιας εξουσίας».[2] Εδώ το κρίσιμο σημείο είναι ο διαχωρισμός της έννοιας της δημόσιας εξουσίας από τον κοινωνικό ιστό. Η ελευθερία και η εξουσία έχουν πλήρως διαχωριστεί, η μοιραία ταύτιση της εξουσίας με τη βία, του πολιτικού με την κυβέρνηση, έχει ξεκινήσει. Με τον ευφυέστατο διαχωρισμό των εξουσιών, το άτομο ένιωσε προστατευμένο από την αυθαιρεσία της εξουσίας, αλλά διαχωρίστηκε οριστικά από την ουσιαστική διαχείριση της δημόσιας ελευθερίας. Το μόνο που συγκροτήθηκε σε σώμα ήταν η πολιτική τάξη. Η έννοια της συναίνεσης, που καθοδήγησε στην ουσία τον διαχωρισμό των εξουσιών, έχει χάσει όλη τη σημασία της κι έτσι η διάκριση των εξουσιών έχει ήδη πάνω της έντονο το σημάδι του αναχρονισμού. Όταν αυτό το πολιτικό σώμα ξεμάκρυνε από τον ιστό της κοινωνίας, η διάκριση δεν είχε πλέον νόημα καθώς γίνεται ασύμφορη και καταστρατηγείται. Άλλωστε, δεν παραχωρήθηκαν ποτέ πραγματικές εξουσίες παρά μόνο κάποια διασφάλιση μπροστά στο ενδεχόμενο κατάχρησης της εξουσίας, δεν διεκδικήθηκε μερίδιο εξουσίας παρά μόνο προστασία από την εξουσία. Ακόμα όμως και αυτή η προστασία γίνεται στόχος και καταργείται. Αν τα κοινωνικά συμβόλαια και ο τρόπος που οδηγούσαν σε μια δυνατότητα της εξουσίας να ορίζει το νομικό καθεστώς δεν αποτελούν πλέον την ουσία της πολικής συγκρότησης, είναι σημαντικό να σκεφτούμε ότι μπαίνουμε σε αχαρτογράφητα νερά. Στο τέλος της ανάθεσης και στην ανάγκη να βρεθούν οι όροι για μια νέα συμμετοχή.

Υπάρχει ένας διάχυτος μύθος ότι η δημοκρατία αμφισβητείται κυρίως από τα κάτω, όμως έγινε φανερό μετά τα δημοψηφίσματα στην Ελλάδα και τη Βρετανία ότι η αμφισβήτηση προέρχεται κυρίως από τα πάνω. Ο φασίστας ηγέτης της Ουγγαρίας Όρμπαν είναι ξεκάθαρος όταν διατυπώνει μια σοβαρή αιχμή: «Περιμένουμε σήμερα το τέλος μιας εποχής, μιας ολόκληρης εποχής και ιδεολογίας. Θα μπορούσαμε να την πούμε εποχή της φιλελεύθερης σύγχυσης. Είναι αυτή η εποχή που φτάνει στο τέλος της».
Ο ήχος από τα κρεματόρια ακούγεται ξανά. Η αντίθεση σε αυτόν τον ήχο δεν μπορεί να προέλθει από αναμασήματα του παλιού αλλά από μια βαθιά ριζοσπαστική τομή, που θα καθιστά την αναζήτηση της ισοελευθερίας ρυθμιστικό παράγοντα της ζωής, μια αναζήτηση που θα αλλάξει καθοριστικά την πολιτική δόμηση του καιρού μας. «Έχω μια προτίμηση για τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά είμαι ενστικτωδώς αριστοκράτης, περιφρονώ δηλαδή και τρέμω το πλήθος»: Παρά το ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τα λόγια του Τοκβίλ, αυτά ακριβώς τα στοιχεία της περιφρόνησης και του φόβου απέναντι στο πλήθος τείνουν να πάρουν νομική υπόσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι ανάγκη να δούμε τη στενή σχέση της κατάστασης εξαίρεσης με τον εμφύλιο πόλεμο, την εξέγερση και την αντίσταση.

Ας πάρουμε την περίπτωση του ναζιστικού κράτους. Αμέσως μόλις ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία το 1933, εξέδωσε στις 28 Φεβρουαρίου το διάταγμα «για την προστασία του λαού και του κράτους» και ανέστειλε τα άρθρα του συντάγματος της Βαϊμάρης που αφορούσαν τις ατομικές ελευθερίες. Τα διατάγματα δεν ανακλήθηκαν ποτέ, με αποτέλεσμα το Τρίτο Ράιχ να μπορεί να θεωρηθεί μια κατάσταση εξαίρεσης που διήρκεσε δώδεκα χρόνια.

Η σημερινή συνεχώς επεκτεινόμενη κυβερνησιμότητα με βάση τα διατάγματα είναι μια επέκταση της κατάστασης εξαίρεσης ώστε να δημιουργηθεί μια ζώνη προστασίας της νομιμότητας, μια ζώνη αποκλεισμού κάθε ατόμου που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο πολιτικό σύστημα και κυρίως μια ζώνη ελέγχου της απελπισίας. Το θέμα έχει ξεκινήσει από παλιά με τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη και τον καθοριστικό διαχωρισμό που επέφερε αυτό το «και». Ο κυρίαρχος λοιπόν είναι εκείνος που αποφασίζει για τον πολιτικό ορισμό τούτου του «και». Αυτό φτάνει μέχρι την ασαφή ζώνη τού μη πολίτη και την απαξίωση της ζωής. Συνεπώς, και ουσιαστικά μιλώντας, βρισκόμαστε στη δυστοπία της διαχείρισης των ανθρώπων ως εάν ήταν πράγματα.

Αν θέλουμε να δούμε την ιστορία των νομικών καταργήσεων της έννομης τάξης, θα πρέπει να πάμε πίσω στο ναπολεόντειο διάταγμα της 24ης Δεκεμβρίου του 1811, που προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής κατάστασης πολιορκίας, την οποία μπορούσε να κηρύξει ο αυτοκράτορας ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση της πόλης.[3] Έτσι, οι «συνθήκες που επέβαλαν την παραχώρηση έκτακτων εξουσιών στη στρατιωτική αστυνομία» ήταν μέρος μιας συνολικής εξουσιαστικής απόφασης ελέγχου. Η μετέπειτα ιστορία της κατάστασης πολιορκίας είναι η προοδευτική αποδέσμευσή της από τις συνθήκες του πολέμου με τον οποίο ήταν αρχικά συνδεδεμένη και η μετατροπή της σε ένα έκτακτο μέτρο αστυνόμευσης εσωτερικών ταραχών και εξεγέρσεων. Όπως έχουμε ήδη πει, πολλοί θεωρούν ότι μια κατάσταση εξαίρεσης σημαίνει και τη διάλυση του κοινοβουλίου ή την άρση όλων των νομικών διατάξεων. Στην ουσία η εξουσία αναστολής των νόμων δύναται να ανήκει μόνο στην ίδια την εξουσία που τους εκδίδει, δηλαδή στο κοινοβούλιο.

Αυτό ακριβώς συνέβη κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε πολλές χώρες βίωσαν στην ουσία μια παρατεταμένη περίοδο κατάστασης εξαίρεσης. Στις 2 Αυγούστου του 1914 ο πρόεδρος Ρεϊμόν Πουανκαρέ έθεσε ολόκληρη τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας και δύο μέρες αργότερα αυτό έγινε νόμος μέσα από την κοινοβουλευτική διαδικασία. Όταν ο βασικός πολέμιος αυτής της φασιστικής πολιτικής, ο Αντρέ Λεόν Μπλουμ, και το Λαϊκό Μέτωπο, βρέθηκε το 1937 στην εξουσία, ζήτησε από το κοινοβούλιο να του παραχωρηθούν έκτακτες εξουσίες για να υποτιμήσει το φράγκο, να επιβάλει νέους φόρους και άλλα έκτακτα μέτρα. Αργότερα, ο πρόεδρος Σαρλ ντε Γκολ κατέφυγε στο άρθρο 16, το οποίο ορίζει ότι ο Πρόεδρος της δημοκρατίας λαμβάνει έκτακτα μέτρα «όταν οι θεσμοί της δημοκρατίας, η εδαφική ακεραιότητα ή η εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας απειλούνται κατά τρόπο σοβαρό και άμεσο.

«Εάν στο γερμανικό ράιχ η ασφάλεια και η δημόσια τάξη έχουν σοβαρά διαταραχθεί ή απειληθεί, τότε ο πρόεδρος του ράιχ μπορεί να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάστασή τους, ενδεχομένως με τη συνδρομή των ενόπλων δυνάμεων. Για τούτο μπορεί να αναστείλει πλήρως ή μερικώς τα θεμελιώδη δικαιώματα.»

Πρόκειται για τμήμα του περίφημου άρθρου 48 της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Όπως πολύ δηκτικά έγραψε ο Καρλ Σμιτ το 1925, «κανένα σύνταγμα στη Γη δεν νομιμοποίησε με τέτοια ευκολία ένα πραξικόπημα».[4] Οι κυβερνήσεις εκείνης της εποχής έθεσαν σε ισχύ το άρθρο 48 σε 250 περιπτώσεις. Και λίγο αργότερα, το 1968 στη Γερμανία, η έννοια της κατάστασης εξαίρεσης επανήλθε σε ένα άρθρο του συντάγματος, μόνο που στις αιτίες επιβολής της προστέθηκε και η προστασία του φιλελεύθερου συντάγματος. Το 2012 επίσης η γερμανική βουλή επανέφερε σε ισχύ, καθιστώντας το νόμο του κράτους, ένα διάταγμα που επιτρέπει τη δράση του στρατού στο εσωτερικό της γερμανικής επικράτειας.

Η δημοκρατία έχει χάσει το εύρος της συναίνεσης που την προσδιόριζε κι έτσι έχει απολέσει την ικανότητα να συνθέτει μια δέσμη εναλλακτικών λύσεων σ’ ένα πλατύ πεδίο βασικής συμφωνίας. Τα συντάγματα τείνουν να αναθεωρούνται ώστε να αποτυπώνουν μια νέα διαδικασία συναίνεσης επί των νέων συνθηκών. Η λογική τους όμως, ως θεσμική μορφή πρόσβασης στην πολιτική εξουσία, μας επιτρέπει να προτείνουμε τη συνολική αλλαγή τους, τη δημιουργία των όρων μιας συντακτικής αλλαγής από τα κάτω, με βάση μια συζήτηση περί μη αποκλεισμού, περί διάλυσης όλων των συνθηκών που κατοχυρώνουν την κατάσταση εξαίρεσης, τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της αυτοκυβέρνησης μακριά από τη λογική της ανάθεσης.

Εφόσον το κοινοβούλιο έχει χάσει σχεδόν το σύνολο της δυνατότητας διατύπωσης μιας πολιτικής στους κόλπους ενός κομματικού ανταγωνισμού, η κίνηση προς τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό και μια κίνηση των ελίτ να συναινέσουν στη διακυβέρνηση από έναν μη επιθετικό φασισμό δείχνει να έχει λογική. Όμως η διαδικασία περιλαμβάνει και συνθήκες πλήρους αλλαγής των όρων της μεταπολεμικής διευθέτησης που οδηγούν σε πολεμική σύρραξη. Η μεταφορά των όρων της παραγωγής πολιτικής μακριά από το αδαές πλήθος πήρε τη μορφή «ανεξάρτητων αρχών» οι οποίες απέκτησαν παγκοσμίως (αλλά και εδώ) συνταγματική μορφή, ενώ επίσης η μεταφορά των αποφάσεων σε κέντρα χωρίς καμία πολιτική νομιμοποίηση συνθέτει μια τεχνοκρατική διάσταση στην προσπάθεια διατήρησης της εξουσίας ακόμα κι αν αυτή περνά από την πλήρη ανατροπή των πολιτικών σχηματισμών που μέχρι σήμερα νέμονταν την εξουσία, όπως δείχνει η περίπτωση της Γαλλίας.

«Δεν μας έχετε ξεφορτωθεί. Δεν γλιστράμε σαν σκιές στα μονοπάτια του δημόσιου βίου. Δεν έχουμε γίνει η εκτυφλωτική απουσία που δομεί ιεραρχικά τον δημόσιο βίο»: Στο υπέροχο βιβλίο Τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο η Τζούντιθ Μπάτλερ και η Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ μάς προτρέπουν να βρούμε τους όρους που μια πολιτική συγκρότηση θα βασίζεται στη συμπερίληψη και όχι στον αποκλεισμό, να αναζητήσουμε μια πολιτική συγκρότηση που θα υπερβαίνει το υπάρχον και τις εκδοχές του. Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, από την άλλη, ορθά παρατηρεί το εξής:

«Το γεγονός ότι στην καθημερινή πρακτική τα υπαρκτά κράτη δικαίου ποδοπατούν θεμελιώδεις κανόνες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν συνιστά επιχείρημα για την κατάργησή τους και την κατάργηση των δικανικών εργαλείων εφαρμογής τους».[5]

Αυτό που όμως πρέπει να εξεταστεί είναι η ευκολία με την οποία η κυριαρχία διαλύει τους όρους της συγκρότησης του κράτους δικαίου. Αυτό που πρέπει να συλλάβουμε είναι ότι η σύγκρουση είναι πολύ βαθιά, αφορά το σύνολο των δικανικών εργαλείων αλλά επιπλέον και τις ίδιες τις έννοιες. Έννοιες όπως «ανθρώπινα δικαιώματα», «πολίτης» κ.λπ. εμπεριέχουν τους όρους ρύθμισης της ένταξης και του αποκλεισμού, αποκτούν νέο περιεχόμενο και πρέπει να μας απασχολήσουν πολύ στην προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας θεσμικής συγκρότησης.

1 Thomas Hobbes, Leviathan, Penguin Books, Λονδίνο 1985, σ. 185-186.
2 Hannah Arendt, Για την επανάσταση, μτφρ. Αγγελική Στουπάκη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ. 185.
3 Giorgio Agamben, Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Εξάρχεια, Αθήνα 2016, σ. 189.
4 Jan-Werner Müller, Ένας επικίνδυνος νους. Η επίδραση του Καρλ Σμιτ στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό στοχασμό, μτφρ. Ανίτα Συριοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2010, σ. 106.
5 Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Πολιτικές της ελευθερίας, Εκκρεμές, Αθήνα 2011, σ. 143.

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Avatar

Φιλήμονας Πατσάκης

Ο Φιλήμονας Πατσάκης γεννήθηκε το 1970 στην Ρόδο. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο των Πατρών, συμμετέχοντας από τότε στις κινηματικές διεργασίες. Από τότε διετέλεσε μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Μαρμίτα, μέλος της συντακτικής συνέλευσης της εφημερίδας Βαβυλωνία, κείμενα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει γράψει το επίμετρο στο βιβλίο του Στέφανου Ροζάνη «Εκδοχές της πόλης» των εκδόσεων Εξάρχεια. Είναι συγγραφέας των βιβλίων «Ο ευτυχισμένος Σίσυφος» και «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους» (εκδόσεις Εξάρχεια). Επίσης είναι μέλος της συντακτικής συνέλευσης του περιοδικού Έρμα.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε