Κριτική Τεύχος #09

Όρια, Μεθόριος, Διασπορά: Διαβάζοντας Διαβάσεις και Θεωρία 

Το κείμενο αναλύει το μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη ζωή μεθόρια μέσα από το πρίσμα της μεθοριακής θεωρίας. Χαρτογραφεί τις φεμινιστικές πρακτικές της ηρωίδας με σκοπό να συνδέσει τη θεματική της μεθορίου, ενός κεντρικού θέματος του μυθιστορήματος, με το εξωκειμενικό θέμα της διασποράς. Η έκκεντρη σύνδεση μου επιτρέπει να προτείνω την επαναθέωρηση του αφηγήματος περί «διασποράς και ριζών» στην Ελλάδα πέρα από την ιδεολογία μιας ενιαίας διασπορικής ταυτότητας και ενός συμπαγούς καταγωγικού χώρου.

Θα ήθελα να επιχειρήσω εδώ μια προσέγγιση που πιθανόν να εκπλήξει ή και να ξενίσει ακόμα. Με ενδιαφέρει να θέσω ένα μυθιστόρημα στα πλαίσια μιας θεματικής την οποία θεματική το εν λόγω μυθιστόρημα δεν ενδιαφέρεται καν να θέσει (και καλά κάνει).

Το έναυσμα γι’ αυτή την πραγμάτευση μου το προσφέρει το ζωή μεθόρια, ένα αναγνωρισμένο έργο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη που τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 2016. Το λογοτεχνικό κείμενο αφηγείται τις εσωτερικές και γεωγραφικές διαδρομές μιας πρωτοδιορισμένης καθηγήτριας αγγλικών, της Ζωής, από την γενέτειρά της Θεσσαλονίκη στην Ορεστιάδα και κατόπιν στο Διδυμότειχο και την Ξάνθη όπου διαδοχικά μετατίθεται, στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Το ζωή μεθόρια μου ασκεί μια τεράστια δύναμη. Ο λόγος είναι η σύντμηση λογοτεχνικού και βιωματικού τόπου: η Ορεστιάδα, ένας από τους κεντρικούς τόπους του μυθιστορήματος, τυγχάνει να είναι και δικός μου γενέθλιος τόπος. Το βιβλίο επομένως αναπόφευκτα με θέτει σε τροχιά (φαντασιακής) επιστροφής από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διαμένω, στον παρελθόντα χωροχρόνο που διαμόρφωσε τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Mε επιστρέφει στις «ρίζες», όπως αποκαλείται πλέον ο τόπος καταγωγής, με τη μνήμη να διασχίζει τα όρια του εδώ από το εκεί, και του τώρα από το τότε. Με άλλα λόγια το μυθιστόρημα με θέτει σε διασπορικό προσανατολισμό, δίνοντας έναυσμα για μια ανάλογη ανάγνωση.

Βέβαια, το μυθιστόρημα αυτό καθ’ αυτό δεν ενδιαφέρεται να εξετάσει την εμπειρία της διασποράς. Κι όμως, η υποχρέωσή μου να συζητήσω το μυθιστόρημα στα δικά του πλαίσια, τα πλαίσια της μεθορίου, συμπλέκεται με την επιθυμία μου να συνδυάσω την ανάγνωσή του με τη διασπορά. Το στοίχημα γι’ αυτή την ανάγνωση επομένως είναι να διανοίξω μια διάβαση· μια διάβαση μεταξύ της προβληματικής της μεθορίου που θέλει να θέσει ο συγγραφέας και της προβληματικής της διασποράς που αισθάνομαι την ανάγκη να θέσω εγώ ως ενεργός αναγνώστης.

Το ζητούμενο της εννοιολογικής μετάβασης από τον λογοτεχνικό Λόγο περί μεθορίου στον Λόγο περί διασποράς κατευθύνει τη διαδρομή της ανάλυσης. Με άλλα λόγια, ο συγκεκριμένος στόχος υπαγορεύει τις ερωτήσεις που θέτω. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι προσπερνώ το εξής πολύ σοβαρό ερώτημα: τι προτείνει το μυθιστόρημα για το μέλλον μιας αντιπροσώπου της νεανικής αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1980 καθώς η Ζωή αντιμετωπίζει μια βαθιά πολιτική και υπαρξιακή κρίση· κρίση στο πλαίσιο της ηγεμονίας του πελατειακού ΠΑΣΟΚ και της μετάβασης στην κουλτούρα του πλουτισμού.

Την πυξίδα για τη διάβαση που επιχειρώ μου την προσφέρει η έννοια του μεθόριου χώρου. Εστιάζω στον τρόπο με τον οποίο το έργο μάς παροτρύνει να κατανοήσουμε τον κοινωνικό χώρο σαν μεθόριο τόπο, δηλαδή, όπως θα εξηγήσω, ένα χώρο όχι ενιαίο, αλλά πολιτιστικά κατακερματισμένο. Η προσέγγιση της κοινωνίας ως μεθορίου με βοηθάει να διανοίξω το πέρασμα που με ενδιαφέρει προς τον Λόγο περί διασποράς.

Μεθοριακή λογοτεχνία

Το ζωή μεθόρια, όπως και προηγούμενα έργα του Γρηγοριάδη, συμμετέχει στην ευρύτερη στροφή της Ελληνικής λογοτεχνίας, από το 1990 τουλάχιστον, προς τη μεθοριακή αφήγηση. Η μεθοριακή λογοτεχνία, καθώς και η ευρύτερη μεθοριακή τέχνη, εστιάζεται στην αμφίδρομη ροή ατόμων και ομάδων μέσω συνόρων, είτε αυτά είναι γεωπολιτικά, πολιτιστικά, γλωσσικά είτε άλλα. Αφηγείται τις διασχίσεις αυτών των ορίων, τι συνεπάγεται για τα άτομα που επιχειρούν περάσματα διαχωριστικών συνόρων.

[Η μεθοριακή λογοτεχνία] εμπνεέεται όχι τόσο από τη διαφορικότητα του Άλλου όσο από την εμπειρία της διακίνησης από περιοχή σε περιοχή, από ταυτότητα σε ταυτότητα και από προσδιορισμό σε προσδιορισμό κάθε είδους ορίων, μια μετατόπιση που παραβιάζει τα προστατευτικά τους διαφράγματα.[1]

Εξετάζει διακινήσεις αγνοημένες στη δημόσια συζήτηση, περιθωριοποιημένες, στιγματισμένες ή πολιτικά επικίνδυνες. Διασπορικές διασχίσεις γεωπολιτικών και πολιτιστικών συνόρων και το αντίστοιχο πέρασμα συνόρων ταυτότητας όπως, για παράδειγμα, από την εθνική (ελληνική) στην εθνοτική (ελληνοαμερικανική). Ή τη διάσχιση φυλετικών ορίων, όπως ο διαφυλετικός έρωτας.

Τι λαμβάνει χώρα όταν άτομα από διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες (φαντάροι ή «μειονότητες» για παράδειγμα) και ιδεολογικές θέσεις (αντικομφορμιστές ή υπερασπιστές του κατεστημένου) συναντούν ορατά και αόρατα όρια; Τι συμβαίνει όταν συναντιούνται μεταξύ τους;

Η μεθοριακή θεώρηση χαρτογραφεί αυτές τις διαδικασίες σε συγκεκριμένους χώρους. Τοπογραφεί τη σχέση τους μέσω των χαρακτήρων που είτε διασχίζουν όρια (φιλίες που ξεπερνάνε ταξικές ή άλλες ουσιαστικές διαφορές) ή αντίθετα τα υπερασπίζονται (παραδοσιακοί έμφυλοι ρόλοι). Μέσω αυτής της χαρτογράφησης η μεθοριακή λογοτεχνία καταγράφει την πολλαπλότητα και ρευστότητα των ταυτοτήτων· τις κοινωνικές διακρίσεις όπως εγγράφονται στον χώρο και στα σώματα των εμπλεκομένων, καθώς και των εντάσεων, ακόμα και συγκρούσεων, που αυτές συνεπάγονται. Αναπόφευκτα στρέφει την προσοχή σε τόπους όπου το ηγεμονικά κανονικό συναντάει το μη-κανονικό Άλλο, καθώς και τις διαπραγματεύσεις που αυτή η επαφή θέτει σε κίνηση.

Καιρός όμως να αρχίσουμε την εξερεύνηση της μεθοριακής προσέγγισης, όπως αυτή καταγράφεται στο ζωή μεθόρια. Με την πυξίδα της μεθοριακής θεώρησης θα διασχίσουμε κάποια επιλεγμένα χωρία του έργου ώστε να βρούμε ένα πέρασμα στα όρια του φαινομενικά αταίριαστου ζευγαριού μεθόριος/διασπορά.

Μεθόριος θεωρία, μεθόρια ζωή

Το ζωή μεθόρια διερευνά λογοτεχνικά το πώς και με τι επιπτώσεις μια ασυμβίβαστη και πολιτικοποιημένη νέα γυναίκα βιώνει τη ζωή της επαρχιακής κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο: (α) τη δεκαετία μετά τη μεταπολίτευση, που συμπίπτει με την άνοδο του Ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ· και (β) το συνεχιζόμενο πέρασμα από την παραδοσιακή στη νεωτερική επαρχία και τις αντίστοιχες πολιτιστικές μεταβάσεις. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ηρωίδα, η Ζωή, δεν αντιπροσωπεύει μια ιδιόμορφη ατομική περίπτωση, αλλά παράδειγμα μιας στάσης συνδεδεμένης με μια συγκεκριμένη γενιά, τη γενιά της νεανικής, φεμινιστικής αντικουλτούρας στην πρώιμη μεταπολίτευση. Όπως καταγράφει στο ημερολόγιό της, το αίτημά της είναι να επιτελέσει το «όραμα μιας νέας [χειραφετημένης] γυναίκας». Αυτοπροσδιορίζεται ως μέλος μιας γενιάς που λάτρεψε τη θεωρία, στάση ζωής που ο συγγραφέας, όπως θα δείξω, θέτει στο προσκήνιο του βιβλίου του. Μιας γενιάς επίσης που αντιστάθηκε ενεργά, τόσο σε προσωπικό όσο και συλλογικό επίπεδο, σε εξουσίες που ιεραρχούν και καταπιέζουν. Η καθημερινή αντίσταση στην εξουσία, με  ζητούμενο την αυτονομία, την αξιοπρέπεια και την ισότιμη αποδοχή της διαφορετικότητας, συνιστά τον πυρήνα της πολιτικής στάσης της Ζωής.

Το εύρημα λοιπόν μιας Ζωής ως πρωταγωνίστριας στο ζωή μεθόρια δεν είναι απλώς ένα ευφάνταστο λογοπαίγνιο, αλλά μια τεχνική που υποδηλώνει το ενδιαφέρον να εξεταστούν οι συνθήκες ζωής –ανυπάκουης και μη– σε έναν μεθόριο χώρο όπου συναρθρώνεται το προσωπικό με το πολιτικό, το ατομικό με το συλλογικό. Όπου το περιθώριο στην επαρχία συναντάει και το τοπικό κανονικό, την πατριαρχία, και το τοπικό έκκεντρο (θρησκευτικές, πολιτικές και πολιτιστικές μειονότητες στην άκρη της πόλης ή απομακρυσμένα χωριά).

Οι περιπλανήσεις της Ζωής στη μεθόριο προσφέρουν το πλαίσιο να αναγνωρίσουμε και άλλες ζωές μεθόριες. Ζωές που επιτελούνται έξω από τις συμβάσεις της οικογένειας ή της ηγεμονικής θρησκείας για παράδειγμα. Για ζωές που κρύβουν σεξουαλικά πάθη και ιδιαιτερότητες. Και είναι τόσο εύστοχη αυτή η συμπερίληψη Άλλων, διότι η μεθόριος εξ ορισμού δεν μπορεί να βιωθεί προσωπικά και μόνο, αλλά σε συνάρτηση και με άλλες ζωές, στην πραγματικότητα με άλλες διαφορετικότητες τις οποίες η μεθόριος εμπεριέχει.

Πώς συναρμόζεται η μεθόριος στο ζωή μεθόρια; Σε ένα πρώτο επίπεδο ο συγγραφέας αξιοποιεί λογοτεχνικά τις διάφορες ανθρωπολογικές διαφορές –θρησκευτικές, γλωσσικές, και πολιτιστικές– που διαδραματίζονται στη γεωπολιτική μεθόριο της Θράκης. Οι Πομάκοι, οι Ρομά, οι Μουσουλμάνοι εμφανίζονται στην αφήγηση σαν ομάδες και άτομα που διαφοροποιούνται, άλλοτε με την θέλησή τους και άλλοτε όχι, από τον κυρίαρχο πληθυσμό, μια διαφοροποίηση που συντελεί στη δημιουργία εσωτερικών συνόρων. Είναι μεθόριοι χώροι συμβολικών συνόρων (γλώσσα, θρησκεία) εντός της ευρύτερης μεθορίου, στους οποίους διαμορφώνονται ποικίλα είδη ορίων: ορθολογισμού και μεταφυσικής, επιστήμης και προφητείας, καθώς και οντολογικά μεταίχμια, όπως αυτό της οριακής εμπειρίας μεταξύ ζωής και θανάτου (το οποίο βιώνει η Ζωή σε αυτοκινητικό δυστύχημα).

Αλλά παράλληλα, και σε σχέση με αυτήν την ανθρωπολογική και επιστημολογική μεθόριο, ο συγγραφέας παρουσιάζει πρόσθετες μεθοριακές καταστάσεις. Πρόκειται για μια «εσωτερική μεθόριο» όπου συναντιούνται άτομα ίδιας εθνότητας, αλλά από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες (στρατιώτες, καθηγήτριες, ντόπιοι επιχειρηματίες και δημόσιοι υπάλληλοι για παράδειγμα)· ή άτομα που επιτελούν ριζικά αντίπαλες ιδεολογίες (σεξισμός vs φεμινισμός). Αυτές οι συναντήσεις, συχνά συνδεδεμένες με ιεραρχικές διακρίσεις και βίαιους αποκλεισμούς, διαδραματίζονται δημόσια. Δεν αναγνωρίζονται όμως πάντα εύκολα· είτε περιθωριοποιούνται βολικά ως εξαιρέσεις είτε αποσιωπούνται από τους πολλούς. Βέβαια, αυτές οι καταστάσεις δεν αναγνωρίζονται στον κοινό δημόσιο λόγο ως μεθοριακές. Και όμως, όπως θα δείξω, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι και είναι χρήσιμο να τις αντιμετωπίσουμε ως τέτοιες.

Πρόκειται για μια εσωτερική μεθόριο της ελληνικής επαρχίας, της οποίας τα περιγράμματα από τη μεταπολίτευση κι έπειτα μεταβάλλονται ραγδαία, καθώς νέες ιδέες και τρόποι έκφρασης απαιτούν χώρο έκφρασης και ορατότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι οριακές εμπειρίες της Ζωής συμβαίνουν σε μεθόριους χώρους, όπως η καφετέρια, το μπαρ, η ντίσκο, η παμπ, η κινηματογραφική λέσχη. «Μεθόριους», καθώς πρόκειται για χώρους που επιτρέπουν κοινωνικές ομάδες όπως εφήβους, γυναίκες, περιθωριακούς, «κουλτουριάρηδες», «φρικιά», αλλά και άλλους, να διασχίσουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής προς νέους τρόπους επιτέλεσης ταυτότητας, έκφρασης ατομικότητας, να πειραματιστούν με τη σεξουαλικότητα, να έρθουν σε επαφή με νέες ιδέες. Είναι χώροι που διασχίζουν τα σύνορα μεταξύ παλιού και νέου, αλλά δεν βρίσκονται απαραίτητα έξω από το παλιό. Σε αυτούς τους χώρους ο νεωτερισμός, με την έμφασή του στην ατομική εκπλήρωση, συγκρούεται με την τάση της παραδοσιακής κοινωνίας να χαλιναγωγεί το άτομο, συμμορφώνοντάς το σε παραδοσιακές αξίες και πρακτικές. Σε αυτούς τους χώρους επίσης, όπως σε κάθε χώρο, εξασκούνται τεχνικές εξουσίας που ορίζουν τι είναι επιτρεπτό και τι όχι στις νέες συνθήκες.[2]

Ο συγγραφέας δημιουργεί μια μορφωμένη Ζωή που παίρνει τη θεωρία πολύ στα σοβαρά, όπως προανέφερα.[3] Επομένως και ο ίδιος επιβάλλει στον εαυτό του ευρεία γνώση θεωρίας. Έτσι, η λογοτεχνική κατασκευή της μεθορίου δεν αποτελεί συγγραφική αυθαιρεσία, αλλά μια δημιουργία σε συνομιλία με τις λεγόμενες σπουδές μεθορίου.

Στην αμερικανική μεθοριακή κριτική σκέψη, η μεθόριος ορίζεται από ζώνες επαφής ανθρώπων με διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικούς πολιτισμούς, διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά είδη γνώσης· ανθρώπων με έμφυλες ή ταξικές διαφορές, ή τη σύντμησή τους. Απ’ αυτή τη σκοπιά η συνάντηση και διαπραγμάτευση ορίων συνιστά καταστατικό στοιχείο της μεθορίου. Συχνά είναι μια ταραχώδης περιοχή μετωπικών συγκρούσεων, αλλά επίσης και ειρηνικών συνευρέσεων, ευκαιριακών ή συστηματικών συμμαχιών, έρωτα και φιλίας σε πλέγματα διαφορετικότητας. Ελλοχεύει κινδύνους. Μπορεί να είναι και προσωρινή.

Σε αυτές τις ζώνες επαφής συντελούνται δυναμικές ζυμώσεις καθώς τα άτομα συναντούν τη διαφορετικότητα (και τα όρια που αυτή συνεπάγεται), και συχνά τη διασχίζουν, βιώνοντας με αυτόν τον τρόπο ρευστότητα και αλλαγή.[4] Οι σπουδές μεθορίου συμμετέχουν στη γενικότερη στροφή των ανθρωπιστικών επιστημών προς τη χαρτογράφηση της ετερογένειας και επομένως στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα βιώνουν καταστάσεις διαφορετικότητας. Αξιοσημείωτο ότι στην Ελλάδα η μεθοριακή λογοτεχνία είναι που πρωτοστατεί σε αυτήν την στροφή, με τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη έναν από τους αντιπροσώπους της.[5]

Το μυθιστόρημα δραματοποιεί ποικίλες ζώνες επαφής θέτοντας σαν κεντρικό χαρακτήρα ένα έκκεντρο υποκείμενο, μια βαθιά αντισυμβατική φεμινίστρια. Πρoτού τεθεί σε κίνηση η πορεία της προς την επαρχία, η Ζωή είναι ένα άτομο που αντιτίθεται αποφασιστικά σε οποιαδήποτε κανονικότητα: καριέρα, κοινωνική ανέλιξη, κομματικό αριβισμό, βολικές ερωτικές σχέσεις, ουσιοκρατικές αντιλήψεις περί γυναικείας φύσης και συμβατικούς έμφυλους ρόλους. Ασπαζόμενη η ίδια τη διαφορετικότητα, συνευρίσκεται με άλλους που κινούνται σε διάφορα περιθώρια διαφοράς. Συνάπτει ερωτική σχέση με έναν φοιτητή από την Συρία, και οι κολλητοί της –τα «αγόρια της», όπως τρυφερά τα αποκαλεί– τοποθετούνται στον ομοφυλοφιλικό χώρο. Δεν αποκλείει όμως άτομα «κανονικά» από τους κύκλους της. Απλώς αντιστέκεται στις κανονιστικές τους νουθεσίες, στην επιβολή του κανονικού στον τρόπο ζωής και σκέψης της. Υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια την προσωπική αυτονομία της.

Μεθόριοι χώροι διατρέχουν λοιπόν, όπως θα περίμενε κανείς, και τη Θεσσαλονίκη, και η ηρωίδα διασχίζει τα σύνορα τους σε έρωτες και φιλίες. Το λογοτεχνικό έργο εστιάζεται στη μετάβασή της από τον αστικό ιστό στην επαρχιακή μεθόριο, όπου οι ενδυματολογικές της προτιμήσεις και ιδέες την τοποθετούν στο περιθώριο. Τι όρια συναντά από τη θέση αυτή και πώς τα διαπραγματεύεται;

Εξουσίες στη μεθόριο

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ο συγγραφέας βάζει τη Ζωή να κρατάει τακτικά ημερολόγιο. Στη φεμινιστική σκέψη η ημερολογιακή καταγραφή αποτελεί καίρια τεχνική δημιουργίας του εαυτού. Προσφέρει σχετικά ασφαλή ιδιωτικό χώρο, όπου δυνητικά κάθε γυναίκα μπορεί να καταγράφει σχέσεις καταπίεσης, να στοχάζεται, να αγωνίζεται να κατανοεί τον κόσμο και επομένως να καθορίζει τη θέση της σε αυτόν. Το υποκείμενο αναλύει εαυτό και κοινωνία, διότι παίρνει εξαιρετικά σοβαρά το γεγονός ότι τα δύο συναρθρώνονται. Το ιδιωτικό και το κοινωνικό συγκοινωνούν, συγκατοικούν· η ιδιωτική χαρτογράφηση τροφοδοτεί την επόμενη κοινωνική στάση, και η προηγούμενη κοινωνική εμπειρία προσφέρει υλικό για στοχασμό για την επόμενη κίνηση τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο. Το ημερολόγιο καλλιεργεί μια διαρκή προσωπική και πολιτική εγρήγορση.[6]

Ας πάρουμε σαν αφετηρία δυο αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Ζωής.

Δεν μπορούσα να ανεχτώ καμία απαγόρευση στη ζωή μου και κάτι τέτοια περιστατικά, ασήμαντα για άλλους, με ταρακουνούσαν και μου θύμιζαν τις μέρες της Χούντας, που ήμουν μαθήτρια στο σχολείο και μου απαγορεύονταν τα πάντα. (80)

Η καταχώρηση εδώ υποδεικνύει την καταλυτική λειτουργία της δικτατορίας των συνταγματαρχών στη νεανική μεταπολιτευτική κουλτούρα αμφισβήτησης. Οι σκληρές απαγορεύσεις κυοφορούν μετέπειτα αντίσταση εναντίον κάθε καταπίεσης, όπως συμβαίνει στο περιστατικό στο οποίο η Ζωή, ενήλικη πια, παρίσταται μάρτυρας ενός περιστατικού που προσβάλλει το πολιτικό ήθος της σε ντίσκο της Ορεστιάδας. Το «κάτι τέτοια περιστατικά» αναφέρεται στον κοινωνικό έλεγχο τον οποίο υφίστανται κάποιοι παρευρισκόμενοι φαντάροι από τον μάνατζερ του καταστήματος. Τους απαγορεύεται να χορέψουν σόλο, αναιρώντας το δικαίωμά τους στην διασκέδαση με δικούς τους όρους. Η ντίσκο μπορεί να αποτελεί έναν χώρο νεωτερικότητας που ενθαρρύνει την ατομική ελευθερία –μέσω της προσωπικής χορευτικής έκφρασης– αλλά δεν ξεφεύγει από πλέγματα εξουσίας τα οποία στοχεύουν μια διακριτή έμφυλη κοινωνική ομάδα, αποκλείοντας και υποβιβάζοντάς την.

Οι εξουσίες και τα παρακλάδια τους ευνοούν σχέσεις και καριέρες αλλά παρέρχονται με κάθε αλλαγή. Η Ναταλία είχε παντρευτεί κάποιον που συμβάδιζε με την εποχή και τις ανάγκες της και όχι με την ψυχή της τελικά. (83)

Η εξουσία τίθεται και πάλι σαν θέμα περισυλλογής στο δεύτερο απόσπασμα. Αναφέρεται στη Ναταλία, την καλή φίλη της Ζωής στα φοιτητικά χρόνια της Θεσσαλονίκης, η οποία επιδιώκει ψυχή τε και σώματι να ανελιχθεί κοινωνικά και επαγγελματικά υποβοηθούμενη από τη «συντροφικότητα» του τότε φίλου (και μετέπειτα προσωρινού συζύγου) της, ενός βαθιά δικτυωμένου με το τότε κυβερνητικό κόμμα και τα πλοκάμια της εξουσίας.

Η διττή θεώρηση εξουσίας στα δύο αποσπάσματα είναι κρίσιμη για την κατανόηση της στάσης ζωής της Ζωής. Κατ’ αρχάς, η εξουσία σίγουρα αποτελεί μια καταπιεστική και απαγορευτική δύναμη η οποία ασκείται από ένα διδακτορικό καθεστώς, αλλά και γενικότερα από θεσμούς όπως το κράτος. Ασκείται επίσης απαγορευτικά σε διάφορες πτυχές της καθημερινής κοινωνικότητας μέσω κανόνων και θεσμοθετημένων πρακτικών.

Η εξουσία δεν περιορίζεται βέβαια σε θεσμικούς φορείς και άμεσες απαγορεύσεις. Το πλέγμα της διαχέεται σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητας περιφρουρώντας υφιστάμενες «κανονικές» καταστάσεις. Κάποιοι από τους μηχανισμούς στους οποίους υπόκειται (αλλά δεν υποκύπτει) η Ζωή είναι σαφώς ανθρωπολογικά αναγνωρίσιμοι. Πρόκειται για τα τρομερά όπλα της παραδοσιακής κοινωνίας να συμμορφώνει τη διαφορετικότητα μέσω της σπίλωσης. Το κουτσομπολιό, οι φήμες, το κακόβουλο σχόλιο, το κάρφωμα, ο κίτρινος τύπος, όλα ενεργοποιούνται σφόδρα στο μυθιστόρημα με σκοπό να στιγματίσουν, να αμαυρώσουν, να αποκλείσουν, και να ακυρώσουν την αντισυμβατική και τόσο διαφορετική από την κανονικότητα της πόλης Ζωή.

Η άρνηση να συμμορφωθεί είναι ένας κεντρικός τρόπος με τον οποίο η Ζωή αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερή φεμινίστρια. Η αντίσταση υιοθετείται ως καθημερινή πράξη. Η Ζωή εκφράζει ανοιχτά την θέση της. Επιτελεί τη διαφορετικότητά της δημόσια, συχνά προκλητικά. Αντιμιλάει σε αυτούς που τη νουθετούν. Υπερασπίζεται με λόγια και με πράξεις την προσωπική αυτονομία της, αγωνιζόμενη καθημερινά να επιτελέσει το συλλογικό όραμα της χειραφετημένης γυναίκας, όπως το καταθέτει στο ημερολόγιό της. Το προσωπικό συνυφαίνεται με το πολιτικό, καθώς η προσωπική σύγκρουση με την πατριαρχική εξουσία συνιστά ευρύτερα πολιτική πράξη. Το ζωή μεθόρια ευθυγραμμίζει τη Ζωή με την ιδέα και πρακτική που διαπερνούσε την εποχή της, «το προσωπικό είναι και πολιτικό».[7]

Αγωνίζεται επιπλέον σε σύμπλευση με όλες τις συλλογικότητες που υφίστανται την εξουσία του αποκλεισμού και των υποτιμητικών διακρίσεων. Στις συναδελφικές παρέες υπερασπίζεται τους Ρομά σαν ισότιμους Έλληνες πολίτες. Συνάπτει προσωρινές συμμαχίες ώστε να καταστρατηγήσει αποκλεισμούς άλλων. Συνωμοτεί για παράδειγμα με τους φαντάρους να επισκεφθούν τη ντίσκο σαν παρέα και να χορτάσουν χορό μαζί της, μια και είναι η συμμετοχή της Ζωής που καθιστά τον χορό των στρατιωτών νόμιμο. Ως αναγνώστες γινόμαστε μάρτυρες μιας πολιτικής στάσης όπως την εννοεί η Ζωή (και την αναλύει η πολιτική φιλοσοφία):[8] τη δέσμευση να συμπλέει ως «παρούσα πολίτης» με κοινωνικά ευάλωτους ανθρώπους και να δημιουργεί επί τόπου κοινότητες αλληλεγγύης –έστω και προσωρινές– ώστε να καταπολεμήσει κοινωνικούς αποκλεισμούς και να ενδυναμώσει ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Στην υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας η στάση της Ζωής είναι ηθική, στον καθημερινό πόλεμο εναντίον της άδικης απαγορευτικής εξουσίας πολιτική.

Η εξουσία στο ζωή μεθόρια δεν ασκείται απλώς σαν απαγόρευση από μια θεσμική δύναμη (το κράτος, το σχολείο, φορείς της παράδοσης). Διαχέεται στην καθημερινότητα των πολιτών. Και δεν είναι απαραίτητα καταπιεστική, όπως το θέλει η κλασική θεώρηση της εξουσίας. Αντίθετα, λειτουργεί παραγωγικά. Είναι παραγωγική με την έννοια ότι οι Λόγοι που την κυοφορούν και κυκλοφορούν στην κοινωνία (ορισμοί της ηθικής ζωής, του κοινωνικά επιτρεπτού και ανεπίτρεπτου, επιθυμίες) διαμορφώνουν τα άτομα, καθορίζουν στάσεις ζωής, οδηγούν στα ναι και όχι που επιτρέπουν στον εαυτό τους να εκστομίσουν στη ζωή. Όταν λοιπόν η θεωρητικά καταρτισμένη Ζωή αναγνωρίζει ότι οι «εξουσίες και τα παρακλάδια τους ευνοούν σχέσεις και καριέρες», προκρίνει μια φουκοϊκή θεώρηση της εξουσίας.[9] Σε αυτά τα πλαίσια, είναι η συνάρθρωση της εξουσίας πελατειακού κομματισμού και της κοινωνικά προσδιορισμένης επιθυμίας για ανέλιξη και πλουτισμό που διαμορφώνει το πεδίο δράσης για τις «επιλογές» της Ναταλίας του παραπάνω αποσπάσματος.

Και είναι αυτή η παραγωγική διάσταση της εξουσίας που μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη λειτουργία της τοπικής παμπ σαν ενδυναμωτικό πεδίο δράσης-«καταφύγιο» για τη Ζωή. Η Ζωή τη βρίσκει όταν μια βραδιά προσωπικής κρίσης αναλαμβάνει τον ρόλο της dj παίζοντας ποστ-πανκ. Aφήνεται στην έκφραση του πλουραλιστικού εαυτού της σαν γυναίκα/φεμινίστρια όπως ακριβώς τον γουστάρει μέσω ενός εκλεκτικού είδους μουσικής που φιλοξενεί ρυθμούς από διάφορα είδη (και επομένως ανοικτού στην διαφορά). Ενός είδους από τα πρώτα, τουλάχιστον στην Αγγλία, που πρωτοστάτησε στον πρωταγωνιστικό μουσικά ρόλο των γυναικών. Η μουσική λειτουργεί εξουσιαστικά (και απελευθερωτικά) στην επιτέλεση του εαυτού σε ένα συγκεκριμένο χώρο έκφρασης. Κάτι που δεν ήταν επιτρεπτό τότε, ούτε στην κεντρική πλατεία των παραδοσιακών χορών ούτε στα σκυλάδικα λίγο πέρα από τα όρια της πόλης ούτε στα λαϊκά ταβερνεία στην άκρη της πόλης και της περιφέρειας, επιτελείται θριαμβευτικά (και θεραπευτικά) στην ετεροτοπία της παμπ, στον αντι-χώρο που φιλοξενεί εκφράσεις που δεν χωρούν στον ευρύτερο δημόσιο χώρο, τον οποίο μέσω της παρουσίας της διασπά.[10] Και αυτό είναι ακριβώς με το οποίο μας φέρνει αντιμέτωπους το μυθιστόρημα. Ο κοινωνικός χώρος είναι κατακερματισμένος, η πόλη είναι μια μεθοριακή κατάσταση όπου διάφορα πλέγματα εξουσίας ενεργοποιούνται κάθε στιγμή που τα υποκείμενα διαβαίνουν τo κατώφλι διάφορων χώρων είτε για χορό είτε για να διεκδικήσουν τον δικό τους χώρο.

Μεθοριακές καταστάσεις λοιπόν διατρέχουν την κοινωνία, την κατακερματίζουν. Το ζωή μεθόρια μας στρέφει την προσοχή στην αγωνιστικότητα που διαπερνάει αυτούς τους χώρους, ιδιαίτερα όταν η διαφορετικότητα απαιτεί να αναγνωριστεί με ίσους όρους. Μας προτρέπει να στοχαστούμε τους αποκλεισμούς που το κυρίαρχο επιτελεί και τα τραύματα στις ανθρώπινες ψυχές που διάφοροι εκτοπισμοί αποφέρουν. Ταυτόχρονα μας καλεί να αναγνωρίσουμε πως η εξουσία ενεργοποιείται σαν πλέγμα και τι σημαίνει να είναι κανείς ενεργός πολίτης σε σχέση με τους άλλους. Η κοινωνία δεν συνιστά ένα συνεχές όλο αλλά ένα ετερογενές σύνολο, οι διάφορες συνιστώσες του οποίου αγωνίζονται για ισότιμη αναγνώριση.

Διασχίζοντας όρια: Από το ζωή μεθόρια στη διασπορά 

Στην εισαγωγή αυτού του κειμένου εξέφρασα την επιθυμία να συνδυάσω τη μεθοριακή ανάγνωση του μυθιστορήματος με έναν στοχασμό για τη διασπορά, μια σχέση για την οποία το βιβλίο εκ πρώτης ματιάς δεν προσφέρεται. Τι έχει ενδεχομένως να κάνει το ζωή μεθόρια με τη διασπορά και δη με τη σχέση του διασπορικού υποκειμένου με τον τόπο καταγωγής; Φαινομενικά τίποτα. Θεωρητικά πάρα πολλά νομίζω.

Δύο διευκρινήσεις είναι απαραίτητες σε αυτό το σημείο της αναγνωστικής διαδρομής. Η διάβαση προς τη διασπορά επιτελείται εννοιολογικά, όχι οντολογικά. Δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω μια βιωματική αλήθεια για τον γενέθλιο τόπο και για τη διασπορά, μια αυθεντική γνώση η οποία μου προσφέρει το κλειδί να εντοπίσω κάποιο βαθύ λογοτεχνικό νόημα. Δεν με ενδιαφέρει, μάλιστα αντιτίθεμαι ριζικά σε αυτή, η βιογραφική ανάγνωση της λογοτεχνίας. Όπως η Ζωή λειτουργεί με βάση τη θεωρία, έτσι και το εγχείρημά μου για τη διάβαση από την έννοια της μεθορίου στην έννοια της διασποράς επιχειρείται από θεωρητική σκοπιά.

Η επιθυμία γι’ αυτή τη διάβαση υποκινείται από λόγους πέραν των όποιων προσωπικών. Η διασπορική μου εμπλοκή με το κείμενο, όπως εξήγησα, αποτελεί το έναυσμα, όχι τον σκοπό αυτής της ανάλυσης. Δεν με απασχολεί εδώ πώς το ζωή μεθόρια με βοηθάει να ανακαλέσω, να θεωρήσω ή ακόμα και να αναθεωρήσω τη σχέση μου με τον γενέθλιο τόπο. Το μυθιστόρημα έχει σημασία, διότι με το να δείχνει ότι ο κοινωνικός χώρος δεν συνιστά ένα συνεχές όλο, αλλά ένα ετερογενές σύνολο, θα μπορούσε να ωθήσει προς έναν νέο τρόπο σκέψης και συζήτησης για τη διασπορά στην Ελλάδα.

Διασπορά ως μεθόριος

Το ζευγάρι μεθόριος/διασπορά δεν είναι τόσο παράταιρο, όσο ίσως φαίνεται αρχικά. Στην πραγματικότητα, μεθόριος και διασπορά συνυφαίνονται. Η έννοια της διασποράς προϋποθέτει την έννοια της μεθορίου, και μεθοριακές ζώνες επαφής αποτελούν εγγενή συστατικά της. Οι διασπορικοί άνθρωποι διαπερνούν γεωπολιτικά σύνορα, συναντούν τη διαφορετικότητα, διαπραγματεύονται τα όρια που συναντούν, διασχίζουν κάποια, όπως γλωσσικές διαφορές· «κατοικούν» μεταίχμια μεταξύ τουλάχιστον δύο χωρών, δύο πολιτισμών. Η μεθοριακή κατάσταση διαπερνάει το σώμα και τη γλώσσα τους. Το εννοιολογικό σύνορο  μεθόριος/διασπορά δεν υφίσταται.

Πράγματι εμπειρικές και θεωρητικές μελέτες καταδεικνύουν ότι η διασπορά αποτελεί ένα είδος μεθορίου. Αντίθετα με τη συμβατική αντίληψη της διασποράς ως πολιτιστικής προέκτασης του έθνους, και επομένως ενιαίας και συμπαγούς, είναι πλέον ευρέως παραδεκτό, τουλάχιστον στη δυτική ακαδημαϊκή κοινότητα, ότι η η διασπορά αποτελεί ένα διαπολιτιστικό φαινόμενο το οποίο δημιουργείται μέσω συναντήσεων με πολλαπλές διαφορετικότητες. Αποτελεί φορέα διαφοράς.

Η διασπορά συνιστά ένα πολύπλοκο και δυναμικό πλέγμα που διαμορφώνεται μέσω διασχίσεων, μεταβάσεων, επαναπροσδιορισμών και, μέσω αυτών, δημιουργίας συνδυαστικών ταυτοτήτων.[11] Η εμπειρία σε αυτές τις ζώνες επαφής διαμεσολαβείται από τις ταξικές, έμφυλες και ιδεολογικές θέσεις των υποκειμένων, διαφοροποιώντας την εμπειρία της διασποράς. Η μεθοριακή κατάσταση καθιστά τη διασπορά ένα ετερογενές κοινωνικό πεδίο.

Είναι εσφαλμένο επομένως να θεωρούμε τη διασπορά απλώς ως μονοδιάστατη σχέση με την πατρίδα καταγωγής. Πιο κοντά στην πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα είναι να τη θεωρήσουμε ως ένα πεδίο (diaspora space) το οποίο επιτελείται μέσω μέσω της αλληλοεπίδρασης τριών τουλάχιστον συστατικών σχέσεων:

(1) συλλογικών και προσωπικών σχέσεων με την ιστορική πατρίδα

(2) των νόμων, κανόνων και ορίων τους οποίους θέτει η κυρίαρχη κουλτούρα, και οι οποίοι καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος και είδος των προαναφερόμενων σχέσεων με την ιστορική πατρίδα 

(3) Των διάφορων θέσεων των διασπορικών υποκειμένων, όπως προανέφερα, τα οποία και διαπραγματεύονται τα παραπάνω πλέγματα εξουσίας.[12]

Η έννοια της προγονικής πατρίδας σαν πηγή εκπλήρωσης, μια έννοια κεντρική στον Λόγο περί διασποράς, επιτελείται για παράδειγμα διαφορετικά από άτομα που έχουν να διαπραγματευτούν διαφορετικές μεθορίους και από διαφορετικές θέσεις. Για κάποιους Έλληνες μετανάστες το παρελθόν της καταγωγής είναι μια αδιαμφισβήτητη και σταθερή πατρίδα· για άλλους πόλος έλξης αλλά και αμφιθυμίας· για άλλους ακόμη και αποστασιοποίησης.[13]

Σε αυτά τα πλαίσια, η μεθοριακή αντίληψη του κοινωνικού χώρου στο ζωή μεθόρια με κατευθύνει να ανιχνεύσω μία από τις κεντρικές συνιστώσες της διασπορικής κατάστασης: τη σχέση του διασπορικού εαυτού ή συλλογικότητας με τον χώρο όπου εντοπίζονται οι ρίζες. Η σχέση αυτή εμπεριέχει πραγματικά γεωπολιτικά και πολιτιστικά σύνορα μεταξύ του εδώ και του εκεί. Δεν είναι καθόλου σπάνιο, όπως πολλές μελέτες δείχνουν, τα σύνορα αυτά να ενεργοποιούν εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις στο διασπορικό υποκείμενο: να διασχίσει τα σύνορα προς μια οριστική επιστροφή; Αν ναι, κάτω από ποιες συνθήκες;

Συχνά το διασπορικό υποκείμενο βιώνει μια διαρκή αμφιταλάντευση. Εδώ ή εκεί; Αν και εδώ και εκεί, πώς; Και ιδιαίτερα, αν το εκεί είναι κατακερματισμένο, όπως μας προειδοποιεί το ζωή μεθόρια, με ποιο συγκεκριμένο εκεί επιτελείται η ταύτιση; Με ποιους χώρους και τις πρακτικές τους όχι, και γιατί;

Δεδομένης της κεντρικής ενεργοποίησης αυτών των ψυχικών και κοινωνικών διεργασιών, δεν είναι τυχαίο ότι η διασπορική διάσχιση συνόρων έχει τραγουδηθεί, δραματοποιηθεί, λογοτεχνηθεί, κινηματογραφηθεί, καταγραφεί σε ντοκιμαντέρ, απεικονιστεί εικαστικά και ποιητικά, αναλυθεί δοκιμιακά και ακαδημαϊκά. Κάποια από τα αφηγήματα αυτά, όπως η ταινία Νύφες (2004), το μυθιστόρημα Δενδρίτες (2015), και το αγγλόφωνο μυθιστόρημα Middlesex: Ανάμεσα στα δύο φύλα (Middlesex) έχουν διακριθεί στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια.[14]

Βέβαια, ο συμβατικός λόγος περί διασποράς μυθοποιεί αυτήν τη σχέση νοσταλγικά. Θέτει τη διασπορική εκ-τόπιση από τον ντόπιο χώρο σαν μια τραγική απώλεια κάποιας χαμένης παραδεισιακής (και παραδοσιακής) ενότητας όπου το άτομο εκπληρωνόταν μέσω της οργανική ένωσης με τις ρίζες. Η εξιδανίκευση αποτελεί κοινό τόπο στον διασπορικό λόγο περί καταγωγικού τόπου. Ο τόπος παρουσιάζεται σαν ολότητα, ολική επομένως και η απώλεια, ολική και η νοσταλγία.

Η θεώρηση του προγονικού τόπου ως ενιαίου συνόλου οδηγεί το υποκείμενο που αναζητεί να συνδεθεί με τις ρίζες του σε ουσιοκρατικές τοποθετήσεις, είτε καταφατικές είτε απορριπτικές. Δεν είναι καθόλου σπάνιο ο τόπος αυτός να μυθοποιείται μεταφυσικά σαν ένα τοπίο (το Αιγαίο, ο κάμπος) το οποίο προσφέρει πρόσβαση σε ένα αρχέγονο, «βαθύ» ανήκειν. Στον αντίθετο πόλο, επίσης συχνά, η συνάντηση του διασπορικού ατόμου με τις ρίζες μέσω του φακού της ολότητας οδηγεί σε απογοήτευση και ολική απόρριψη. Η πρώτη στάση υιοθετεί μια μη ιστορική ταύτιση. Η δεύτερη είναι τυφλή στις εσωτερικές διαφοροποιήσεις του κοινωνικού χωρικού ιστού.[15] Άλλο το κοινωνικό φαρμακείο αλληλεγγύης στα Σεπόλια, άλλο τα μπαρ στο Κολωνάκι.

Όπως επισημαίνει το ζωή μεθόρια, ο κοινωνικός χώρος είναι χώρος κατακερματισμένος, όχι ενιαίος. Συγκεκριμένοι χώροι αποδέχονται κάποιες διαφορετικότητες, αποκλείουν κάποιες άλλες. Συγκεκριμένοι χώροι δημιουργούν κάποιες υποκειμενικότητες, ασκούν βία σε κάποιες άλλες. Κάποιοι χώροι ενισχύουν ορισμένους, πληγώνουν άλλους, όλα αυτά διαμέσου πλεγμάτων εξουσίας, όπως το μυθιστόρημα αναγνωρίζει.

Επομένως, οι ρίζες δεν μπορούν να νοσταλγηθούν ως σύνολο, εκτός και αν η εθνική ιδεολογία τις κατασκευάσει με αυτόν τον τρόπο. Ένας συγκεκριμένος χώρος στον τόπο καταγωγής μπορεί να ανακαλεί τραύμα, ενώ ένας άλλος χαρά. Η ταύτιση ή η αποστασιοποίηση βιώνεται σε σχέση με ιδιαίτερους χώρους. Οι ρίζες δεν είναι συμπαγείς ολότητες, αλλά πολυσχιδή ριζώματα με κενά, εντάσεις, και πολλαπλές διαστάσεις που τρέφουν ετερογενείς διασπορικές τάσεις, στάσεις και εντάσεις.

Το ζωή μεθόρια προσφέρεται προκειμένου να διασχίσουμε μέσω των σπουδών μεθορίου το φαινομενικά ασυμβίβαστο ζευγάρι μεθόριος/διασπορά, παρέχοντας ταυτόχρονα το εννοιολογικό οπλοστάσιο για να επανεξετάσουμε το αφήγημα περί «διασποράς και ριζών».  Η αναθεώρηση ανατρέπει το αφήγημα μιας ενιαίας διασπορικής ταυτότητας και ενός συμπαγούς καταγωγικού χώρου, ανοίγοντας ταυτόχρονα δρόμους για εναλλακτικές θεωρήσεις της διασποράς.

Η μεθοριακή προσέγγιση είναι κομβική για την κατανόηση του πώς η ελληνική ταυτότητα μεταλλάσσεται στον κόσμο και για ποιους λόγους. Προσφέρεται για την χαρτογράφηση των διασυνδέσεων και αποσυνδέσεων  της διασποράς με το τοπικό και το εθνικό. Σε ποιους ακριβώς φορείς ή τομείς της δημόσιας ζωής το διασπορικό υποκείμενο είναι διατεθειμένο να επενδύσει, κάτω από ποιες συνθήκες, και για ποιον λόγο;

Η διερεύνηση των κοινωνικών εκείνων πρακτικών στον χώρο της ελληνικής πόλης ή του χωριού, καθώς και των θεσμών, οργανισμών και πολιτιστικών εκφράσεων με τις οποίες ταυτίζονται συγκεκριμένα διασπορικά υποκείμενα είναι υψίστης σημασίας προκειμένου να κατανοήσουμε τη δυναμική μεταξύ διασποράς και γενέθλιας πατρίδας. Οι ρίζες δεν μας επιστρέφουν σε μια χρυσή εποχή, σε μια ουσία που εκπληρώνει ολικά. Η διασπορική σχέση είναι μερική, κατακερματισμένη, αλλά μαγνητική, έως και μαγική κάποτε, στην εξουσία της.


Το κείμενο επιμελήθηκαν οι Δήμητρα Αλιφιεράκη και Αντώνης Γαζάκης.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Αναγνώστου

Ο Γιώργος Αναγνώστου είναι καθηγητής στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο. Η έρευνα του εστιάζεται σε θέματα διασποράς και Αμερικανικών εθνοτήτων μέσω του διεπιστημονικού πρίσματος των Πολιτιστικών Σπουδών. Επιμελείται το διαδικτυακό περιοδικό Ergon: Greek/American Arts and Letters.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange