Επίκαιρα Τεύχος #15

Όταν ο χρόνος περιμένει -και όταν δεν περιμένει καθόλου

Μέσα από τη σύγκριση ανάμεσα στη δυτική χρονική πειθάρχηση και τους εναλλακτικούς αφρικανικούς χρονικούς ρυθμούς, ο Νίκος Μεταξίδης εξετάζει τον χρόνο ως κοινωνική και πολιτική σχέση που διαμορφώνει την καθημερινή ζωή.
Δρόμος Douala–Yaoundé, Καμερούν. Φωτογραφία: Νίκος Μεταξίδης, 2007.

Χρόνος, αναμονή και καθημερινή ζωή σε διαφορετικές νεωτερικότητες

Του Δρ. Νίκου Μεταξίδη*


Ο χρόνος που ρυθμίζει τη ζωή μας δεν είναι απλώς ένα ρολόι· είναι και μορφή εξουσίας. Η σύγκριση της δικής μας αντίληψης για τον χρόνο με τις αντίστοιχες αφρικανικές δεν αποκαλύπτει απλώς έναν «άλλο» πολιτισμό, αλλά το πόσο βαθιά έχουμε εσωτερικεύσει έναν δυτικό χρονικό κανονισμό που πειθαρχεί την εργασία, την αναμονή και την αξία μας. Το πρόβλημα τελικά δεν είναι πχ. ποιος αργεί στα ραντεβού του, πράγμα στο οποίο εστιάζουν συχνά στερεοτυπικές δυτικές απεικονίσεις, αλλά ποιος ορίζει τον χρόνο.

Ο Πολωνός δημοσιογράφος Ryszard Kapuściński, βαθύς γνώστης της αφρικανικής ηπείρου, έγραφε ότι στην ευρωπαϊκή αντίληψη ο χρόνος υπάρχει πέρα από τον άνθρωπο: είναι αντικειμενικός, μετρήσιμος, γραμμικός. Ο Ευρωπαίος, σημείωνε, αισθάνεται υπηρέτης του χρόνου· για να υπάρχει και να λειτουργεί οφείλει να τηρεί προθεσμίες, ημερομηνίες, ώρες. Για αυτόν δηλαδή ο χρόνος δεν είναι απλώς ένα πλαίσιο της ζωής, αλλά περισσότερο όρος κοινωνικής αποδοχής.

Αντίθετα, περιγράφοντας αφρικανικές εμπειρίες του χρόνου, ο Kapuściński μιλά για μια κατηγορία χαλαρή, ανοικτή και ελαστική. Ο χρόνος δεν προηγείται του ανθρώπου, αλλά διαμορφώνεται από τη δράση του, σε συνάρτηση με την κοινότητα, τους προγόνους και τις κοσμικές δυνάμεις. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτή η αντίληψη αποτυπώνεται στην εικόνα του λεωφορείου που δεν αναχωρεί σε προκαθορισμένη ώρα, αλλά «όταν μαζευτεί κόσμος». Το ερώτημα λοιπόν «πότε φεύγει;» χάνει το νόημά του, αφού στην πραγματικότητα η αναμονή είναι κατάσταση και όχι απλώς κενό και χάσιμο χρόνου.

Η σύγκριση αυτή παρουσιάζεται συχνά ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν «ευρωπαϊκό» γραμμικό και πειθαρχημένο χρόνο και έναν υποτιθέμενο «αφρικανικό» κυκλικό και κοινωνικά ορισμένο. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο χρόνος είναι καθολική έννοια ή πολιτισμική κατασκευή. Το ουσιώδες είναι ποιος χρόνος παρουσιάζεται ως φυσικός, αυτονόητος και καθολικός και ποιος ως απόκλιση.

Η εστίαση στις αφρικανικές αντιλήψεις του χρόνου συχνά αποκρύπτει το γεγονός ότι ο δυτικός χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Η γραμμικότητα, η μέτρηση και η χρονική πειθάρχηση δεν αποτελούν φυσικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά ιστορικά παραγόμενες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Ο δυτικός χρόνος συγκροτήθηκε μαζί με τη μισθωτή εργασία, το σχολείο, τη βιομηχανική παραγωγή και τη διοίκηση προκειμένου να ρυθμίζει την πραγματικότητα και όχι απλώς να την περιγράφει.

Ο χρόνος, ωστόσο, δεν λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός εξουσίας σε θεσμικό επίπεδο. Ενσωματώνεται στην καθημερινή ζωή, διαμορφώνοντας ρυθμούς, προσδοκίες και συναισθήματα. Η βιασύνη, το άγχος της καθυστέρησης, η αίσθηση ότι «χάνεται χρόνος», δεν αποτελούν απλώς προσωπικές εμπειρίες, αλλά κοινωνικά παραγόμενες μορφές ζωής. Ο χρόνος γίνεται εσωτερικευμένος κανόνας: ρυθμίζει το πώς εργαζόμαστε, πώς μετακινούμαστε, πώς οργανώνουμε τις σχέσεις μας και ακόμη το πώς αξιολογούμε τον εαυτό μας. Σε αυτό το επίπεδο, οι διαφορετικές εμπειρίες του χρόνου δεν αποτελούν μόνο πολιτισμικές διαφορές, αλλά και διαφορετικούς τρόπους κατοίκησης της καθημερινότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκριση με την Αφρική κινδυνεύει να διολισθήσει στον πολιτισμικό εξωτισμό. Η ήπειρος αντιμετωπίζεται ως ενιαίο όλον, εκτός νεωτερικότητας, εκτός ιστορίας, εκτός «κανονικού» χρόνου. Αγνοούνται οι βαθιές διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, αγροτικούς πληθυσμούς και αστικοποιημένες κοινωνίες, αλλά και οι υλικές συνθήκες που διαμορφώνουν τις χρονικές πρακτικές. Η ελαστικότητα του χρόνου είναι συχνά αποτέλεσμα κοινωνικών, οικονομικών και υποδομικών σχέσεων.

Σε πολλές αφρικανικές παραδόσεις, ο χρόνος δεν νοείται ως αφηρημένη μονάδα μέτρησης, αλλά ως κοινωνική εμπειρία και σχέση. Ο John Mbiti είχε επισημάνει ότι η έμφαση δίνεται στον «παρόντα χρόνο» και στο συμβάν, όχι στο απεριόριστο μέλλον. Αυτό που εύκολα χαρακτηρίζεται υστέρηση ή προνεωτερικότητα, είναι στην ουσία διαφορετική οντολογία: ένας τρόπος ύπαρξης που δεν προϋποθέτει τη συνεχή υποταγή σε αφαιρετικά χρονοδιαγράμματα. Η αναμονή, σε αυτό το πλαίσιο, δεν γίνεται αντιληπτή ως αδράνεια, αλλά ως κοινωνική κανονικότητα. Το λεωφορείο που φεύγει όταν γεμίσει συμβολίζει έναν χρόνο που προσαρμόζεται στη συλλογική ζωή και όχι το αντίστροφο.

Αντίθετα, στον δυτικό τρόπο ζωής, ο χρόνος δεν περιμένει. Όποιος δεν τον προλαβαίνει θεωρείται ελλιπής, απείθαρχος ή αποτυχημένος. Ο χρόνος οργανώνει την εργασία, την εκπαίδευση, τη διοίκηση και την καθημερινότητα, λειτουργώντας ως κριτήριο αξίας και απόδοσης. Η αναμονή νοείται ως απώλεια, ως κενό παραγωγικότητας που πρέπει να εξαλειφθεί. Γι’ αυτό και η βιασύνη θεωρείται κανονικότητα και αρετή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η «αφρικανική» εμπειρία του χρόνου παρερμηνεύεται επειδή αποκαλύπτει κάτι βαθιά ενοχλητικό: ότι ο χρόνος μπορεί να οργανώνεται αλλιώς. Ότι δηλαδή δεν είναι αναγκαστικά εξωτερικός, αυστηρός και πειθαρχικός. Ότι, σε τελική ανάλυση, δεν χρειάζεται να προηγείται της ζωής. Ίσως λοιπόν αυτό που μας ενοχλεί περισσότερο δεν είναι ο χρόνος που περιμένει τους ανθρώπους, αλλά η υποψία ότι ο δικός μας χρόνος έχει πάψει εδώ και καιρό να μας ανήκει.

Οι σύγχρονες αφρικανικές κοινωνίες δεν ζουν «εκτός χρόνου», αλλά μέσα σε πολλαπλούς χρόνους. Άλλοτε ακολουθούν ρολόγια και χρονοδιαγράμματα, άλλοτε το φως της ημέρας, τις εποχές ή τις τελετουργικές πρακτικές. Η πολυχρονικότητά τους όμως αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας νεωτερικότητας που δεν ταυτίζεται με τη δυτική χρονική πειθάρχηση.

 


Βιβλιογραφικές πηγές

Kapuściński, R. (2009). Έβενος, το χρώμα της Αφρικής. Αθήνα: Μεταίχμιο (πρώτη έκδοση 1998), σελ. 20–21.
Nnajiofor, O. (2016). Justification of the concept of time in Africa. OGIRISI: A New Journal of African Studies, 12, 253–281.
Mbiti, J. S. (1990). African Religions and Philosophy. Heinemann.


*Ο Νίκος Μεταξίδης είναι ΕΔΙΠ στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου. Διδάσκει Πολιτισμική Γεωγραφία και Ανθρωπογεωγραφίες της Αφρικής και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στη μετανάστευση, τη μνήμη, την οπτική κουλτούρα και τις πολιτισμικές γεωγραφίες του χρόνου και του χώρου.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Marginalia Σημειώσεις στο περιθώριο

Κάθε μήνα, το Marginalia αναζητά την ύλη του στα σημεία συνάντησης πολιτικής, επιστημών και πολιτιστικής παραγωγής. Σε όσα μας ενδιαφέρουν από κριτική σκοπιά. Και σε όσα απλά μας συγκινούν.

Secured By miniOrange