Τεύχος #07 Σ.τ.Μ.

Μεταφράζοντας το Κεφάλαιο: «αξιακή υπόσταση» ή «ουσία»;

“Absence of Trees Offers No Shades”, Rico Lascano, από την έκθεση “Substance-Essence”

Στο περιθώριο της συζήτησης που είχαμε με τον Θανάση Γκιούρα για το έργο του Μαρξ και τη νέα σειρά εκδόσεών του που μεταφράζει ο ίδιος, τον ρωτήσαμε πώς αιτιολογεί τη μεταφραστική επιλογή που συζητήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη στον απόηχο της νέας έκδοσης του Κεφαλαίου το 2016.


Ας εστιάσουμε λίγο σε μια μεταφραστική επιλογή που συζητιέται: «Αξιακή υπόσταση» ή «ουσία»;

Όταν μεταφράζουμε, και ιδιαίτερα κείμενα που μεταχειρίζονται βαρύνουσες έννοιες, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη όχι μόνο τον δικό μας ορίζοντα, το τι σημαίνει δηλαδή η έννοια σήμερα, αλλά και τον ορίζοντα της έννοιας την εποχή της συγγραφής. Όταν κάποιος με την παιδεία του Μαρξ αποφασίσει να χρησιμοποιήσει τον όρο Substanz το 1850 ή το 1860, χρειάζεται να σκεφτούμε ποια είναι η σκευή της έννοιας. Τι φέρει μαζί της και τη βάζει ο Μαρξ στο τραπέζι; Ο όρος Substanz, που μέχρι τότε δηλώνει την υπόσταση, είναι από τις πιο μάχιμες έννοιες στη νεωτερική φιλοσοφία από τη στιγμή που τη θέτει επί τάπητος ο Σπινόζα. Ο Σπινόζα θέλει να ανασυγκροτήσει τον φιλοσοφικό λόγο πέραν της όποιας μεσαιωνικής μεταφυσικής. Αναζητά ένα υπόστρωμα ή υπόβαθρο, μια υπόσταση, στην οποία να μη χρειάζεται να κάνει περαιτέρω αναγωγές. Μιλάμε για μια causa sui: Η ίδια αιτία του εαυτού της. Άρα αναζητά ένα πλαίσιο από το οποίο να μπορεί να αναπτύξει δυνάμεις, ιδέες, οτιδήποτε άλλο. Και το κάνει με τον δικό του τρόπο. Είναι πολύ σημαντικό ότι στην Ηθική ο Σπινόζα βάζει ένα κεφάλαιο περί αισθημάτων ⎼κι αυτό δεν είναι διόλου ρομαντικό· είναι μια πολύ συστηματική προσπάθεια να δείξει τις κινήσεις του ηθικού φορέα.

Εν πάση περιπτώσει, η έννοια διασχίζει όλον τον 18ο αιώνα· να παραπέμψω απλώς στον σχεδόν συνεχή διάλογο του Καντ με τον Σπινόζα στην Κριτική του καθαρού λόγου, στην οποία δεν εγκαταλείπει την έννοια. Αντιθέτως, θέλει να την προσδιορίσει επακριβώς, κάτι που είναι πάρα πολύ σημαντικό καθότι αποτελεί προϋπόθεση για να υπάρξει φυσική επιστήμη. Και βεβαίως εκείνος που την καθιστά σχεδόν ρητά πολιτικό σύνθημα, στο οποίο εντάσσεται κατά τη γνώμη μου και ο Μαρξ, είναι ο Χέγκελ, που λέει ότι από την υπόσταση, δηλαδή από τη βάση ανάπτυξης των περιεχομένων, πρέπει να προέλθει το υποκείμενο. Επομένως, η υπόσταση, ο κόσμος, να γίνει υποκείμενο, τουτέστιν να είναι αυτοπροσδιοριζόμενο. Πρόκειται για πολύ βαθύ πολιτικό πρόταγμα. Ο Χέγκελ το λύνει με τον δικό του τρόπο, αλλά είναι σημαντικό ότι το έχει βάλει στο τραπέζι. Λέει δηλαδή ότι η λύση τού εκάστοτε προβλήματος στον κόσμο βρίσκεται εντός του κόσμου. Αυτό το πράγμα πρέπει να ανορθωθεί, όχι ως μεμονωμένο υποκείμενο, αλλά ως γενικό πνεύμα, ως σύνολο διαμεσολαβήσεων και σχέσεων.

Ο Μαρξ, κατά τη γνώμη μου, δέχεται την υπόσταση ως μια βάση επί της οποίας αναπτύσσονται δυνάμεις και μορφές μη περαιτέρω αναγώγιμες. Αυτό φαίνεται ρητά στα Grundrisse. Όταν φτάνει στο Κεφάλαιο, λέει ότι η αφετηρία από την οποία ξεκινάμε τώρα, στον ειδικά κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δεν είναι η ίδια αφετηρία που είχαν οι προαστικές κοινωνίες. Οι προαστικές κοινωνίες, η υπόστασή τους, η βασική τους αφετηρία δηλαδή, είναι η φύση, επί της οποίας δρουν οι άνθρωποι, είτε ως κυνηγοί είτε στη βάση του διαχωρισμού πόλης-υπαίθρου κλπ., έχουμε τη γερμανική μορφή, τη ρωμαϊκή μορφή κοκ.

Αυτό που έχει γίνει στον ειδικά κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής είναι ότι η βάση, η βασική υπόσταση από την οποία θα αναπτυχθούν οι περαιτέρω μορφές (ο μισθός, το κέρδος κλπ.) δεν είναι η φύση πλέον ⎼αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί, ωστόσο δεν είναι πλέον αυτή που καθορίζει. Η βάση είναι ήδη διαμεσολαβημένος ο κοινωνικός χρόνος εργασίας. Αυτό είναι η αξιακή υπόσταση. Έχει ήδη αναπτυχθεί το μορφικό στοιχείο. Από αυτό θα αναπτύξω την αξιακή μορφή, ανταλλακτική αξία, υπεραξία κ.λπ. Δεν τίθεται λοιπόν εδώ ζήτημα προσδιορισμού μιας ουσίας η οποία, τρόπον τινά, κρύβεται πίσω από τη μορφή. Στο Κεφάλαιο δεν χρησιμοποιεί τον όρο ουσία παρά μόνο σπάνια και με δευτερεύοντα τρόπο. Δηλαδή το Wesen δεν παίζει κάποιο ρόλο στο Κεφάλαιο. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι όχι απλώς να δείξει την υπόσταση, αλλά να υπογραμμίσει τον μορφικό προσδιορισμό. Για ποιον λόγο αυτή η υπόσταση, γιατί η κοινωνική εργασία εμφανίζεται έτσι, και πάει στο χρήμα, που είναι εντελώς αποξενωμένο από την πραγματική εργασία; Επομένως, είναι αξιακή υπόσταση διότι είναι το πλαίσιο, το υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί να αναπτύξει ⎼και το κάνει μέχρι και τον τρίτο τόμο⎼ τις επιμέρους μορφές, μορφές εισοδήματος, μορφές αξίας, ακόμη και τις εργασιακές μορφές (μορφές στην εργασία, τις μηχανές κ.λπ.)· όλα δένουν εκεί.

Πρόκειται για έναν κατεξοχήν ιστορικό και κοινωνικό σχηματισμό, ο οποίος δεν εξαρτάται πλέον από τα τερτίπια της φύσης ⎼αν έχει βγει λίγη ή πολλή σοδειά⎼ αλλά από την παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας. Αυτή είναι η αφετηρία. Επαναλαμβάνω, είναι μια αφετηρία ήδη διαμεσολαβημένη. Δηλαδή, η αξιακή υπόσταση δεν είναι η πραγματική εργασία που ξοδεύτηκε, είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος: εσύ μπορεί να εργάστηκες πέντε ώρες, εμείς το κοστολογούμε τρεις. Κάνε ό,τι θέλεις, αυτό είναι, από εκεί ξεκινάμε. Δηλαδή, είναι ένας προσδιορισμός ιστορικός, μη φυσικός, βαθύτατα κοινωνικός, ο οποίος όμως ⎼και το λέει και σε άλλα κείμενα⎼ είναι πίσω από τη συνείδηση των ατόμων. Τα άτομα εντάσσονται σε αυτόν, φύονται, αν το θέλει κανείς, ή τοποθετούνται σε αυτόν. Γι’ αυτό τον λόγο μιλάει και ο ίδιος για Wertsubstanz και γι’ αυτό διαλέξαμε την απόδοση ως αξιακή υπόσταση.

Και η ουσία;

Η ουσία, ήδη στον Χέγκελ αλλά και εδώ, δεν είναι κάποιο οντολογικό μυστικό. Είναι ένα σύνολο σχέσεων. Το ουσιώδες είναι σχέσεις για τον Μαρξ. Γι’ αυτό δεν θα δει κανείς ένα πράγμα κρυφό το οποίο αποκαλύπτεται. Αντιθέτως, βλέπουμε μια διαδοχική ανάπτυξη σχεσιακών πλαισίων. Και γι’ αυτό λέει ήδη στην αρχή του πρώτου τόμου ότι εκεί που σταματάει η συνηθισμένη συνείδηση, εκεί θα σας μιλήσω για φετιχισμό. Δηλαδή πάει και κολλάει σε μια μορφή ως μη περαιτέρω αναγώγιμη ή μη περαιτέρω εξελίξιμη. Είναι σαν να λέει ο Μαρξ: «η κριτική αυτών των ταυτίσεων αποτελεί βασικό στοιχείο της δικής μου κριτικής, να ξεπεράσω τον φετιχισμό και να τον εξηγήσω». Έχει τεράστια σημασία αυτό: Δεν τον απορρίπτει απλώς. Για ποιον λόγο το αντικείμενο, για ποιον λόγο η εργασία εμφανίζεται με τέτοιον τρόπο ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμη ως κοινωνική εργασία; Είναι ήδη δηλαδή διαμεσολαβημένη μέσα από αυτή την υποστασιακή αφαίρεση, γίνεται μια αφηρημένη εργασία χάνοντας τα συγκεκριμένα της χαρακτηριστικά και μεταβαίνοντας στη διαδικασία αξιοποίησης. Διότι τούτος είναι ο μεγάλος μαγνήτης που τραβάει την κοινωνική εργασία. Γι’ αυτό μιλάμε για αξιακή υπόσταση. Το ουσιώδες είναι ένα σύνολο σχέσεων οι οποίες είναι, για να μην ξεχνιόμαστε, δεσμευτικότατες. Η εργασία είναι μια δεσμευτική σχέση, είναι σχέση αναγκαία. Είναι αυτό που λέει στη Γερμανική ιδεολογία «παραγωγή του κοινωνικού βίου». Αν φύγει αυτό, πάει το αντικείμενο, έσπασε, διαλύθηκε.

Υπάρχουν αρκετοί οι οποίοι φοβούνται ότι, αν αφήσουν την έννοια της ουσίας, θα είναι σαν να χάνουν το αντικείμενο, σαν να εγκαταλείπονται σε ένα είδος φορμαλισμού. Δεν τίθεται αυτό το ζήτημα. Με την απόδοση ως αξιακή υπόσταση δεν υπάρχει κάποια τέτοια πρόθεση. Αντιθέτως, αυτό που φαίνεται εδώ είναι ότι ο ίδιος ο Μαρξ έχει ενσωματώσει ⎼χωρίς καν να το σχολιάζει⎼ φιλοσοφικές συζητήσεις που έρχονται από το παρελθόν, έναν και δύο αιώνες πίσω. Τις έχει ενσωματώσει στο δικό του πλέον πεδίο και τους έχει δώσει νέο περιεχόμενο. Ο Σπινόζα έπρεπε να πει ότι η υπόσταση είναι θεία υπόσταση. Ο Μαρξ δεν μιλάει για αυτή την υπόσταση. Αυτό έχει λυθεί, τουλάχιστον από τον Φόυερμπαχ και μετά. Ο Μαρξ θα μιλήσει για μια υπόσταση η οποία είναι υλική, αλλά δεν είναι αισθητηριακή, δεν τη βλέπετε, αλλά δρα παντού.

Γροθιά στον θετικισμό, δηλαδή, κατευθείαν μέσα στο ιδεολογικό του μεγαλείο, την περίοδο που αυτός προελαύνει.

Σε αυτό επιμένει πάρα πολύ. Γι’ αυτό μιλήσαμε για υπόσταση, για τούτη την αφετηρία, την οποία, επαναλαμβάνω, ακολουθεί μέχρι και βαθιά στον τρίτο τόμο. Όπου, διόλου τυχαία, όταν αναπτύσσει σταδιακά τον τόκο, τη γαιοπρόσοδο και φτάνει στο τέλος, επανέρχεται στο ζήτημα του φετιχισμού, και λέει: «Τι είναι αυτές οι μορφές; Φαίνονται σαν να κινούν το αντικείμενο. Εγώ όμως σας έδειξα ότι αντιθέτως κινούνται από αυτό, μέσα την κριτική της πολιτικής οικονομίας· έχει ωστόσο σημασία το ότι εμφανίζονται εκείνες ως παίκτες». Συνεπώς, τούτο είναι όλο το μυστικό της αξιακής υπόστασης. Δεν χάνει κανείς τίποτα με αυτή τη μετάφραση, ούτε χάνεται το ουσιώδες, αντιθέτως νομίζω ότι απελευθερώνεται.

Όλο αυτό φυσικά έχει και πολιτικές επιπτώσεις. Άλλη πολιτική πορεία χαράσσουμε αν πούμε ότι έχουμε μια ουσία η οποία είναι δεσμευμένη από τη μορφή και πρέπει να την απελευθερώσουμε, κι άλλη αν πούμε ότι έχουμε ένα πλέγμα σχέσεων ⎼που μάλιστα είναι και αφηρημένο⎼ και πρέπει να ασκήσουμε πολιτική εναντίον του. Αυτό είναι δύσκολο, είναι μεγάλη πρόκληση, γιατί δεν μιλάμε για έναν συγκεκριμένο αντίπαλο. Πρέπει να κάνω πολιτική με ένα πλέγμα σχέσεων. Πώς θα διαρρήξω, πώς θα σπάσω το πλέγμα της αφηρημένης εργασίας; Πώς θα βγω απ’ αυτό; Πώς θα βάλω άλλα περιεχόμενα; Πού θα πάει η κοινωνική εργασία; Κατά τη γνώμη μου, αυτά είναι πολύ βαθιά πολιτικά ερωτήματα τα οποία μένει να τα απαντήσει το μέλλον. Άρα, έχουμε και διαφορετικές πολιτικές επιπτώσεις από τέτοιου είδους μικρά πράγματα, όπως είναι η μετάφραση μιας λεξούλας. Πολιτικά έχει διαδραματίσει ιδιαίτερο ρόλο η αντίληψη ότι έρχομαι να απελευθερώσω ή να ορίσω μια ουσιοκρατική κατάσταση κι εγώ αυτό που πρέπει να κάνω είναι να κάνω μια επίθεση: να σπάσω τη μορφή για να υπάρξει απελευθέρωση.

Η ουσιοκρατική αντίληψη ταιριάζει εξάλλου σε ένα έργο κλειστό, σε ένα έργο που δεν λογίζεται ανοιχτό ερευνητικό πρόγραμμα, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς. Ας μην ξεχάσουμε αυτό που λέει ο ίδιος ⎼κι εγώ το τήρησα. Στο 1845, μάλλον Μάιο με Ιούνιο, γράφει τις Θέσεις για τον Φόυερμπαχ: Η ουσία δεν είναι κάτι κρυφό. Είναι ένα ensemble, ένα σύνολο, ένα πλαίσιο, μια δέσμη κοινωνικών σχέσεων. Αυτό πρέπει να το πάρουμε πολύ αυστηρά και κυριολεκτικά. Λέει δηλαδή ότι τελείωσε με την οντολογία. Δεν υποστηρίζω, βέβαια, ότι δεν υπάρχει οντολογία. Γιατί υπάρχει και η μόδα στον 20ό αιώνα ότι κάποιοι κάνουν θεωρία και κάποιοι οντολογία. Πρόκειται βεβαίως για διαφορετικές έννοιες· η πραγματικότητα είναι η ίδια, δεν έχουμε διαφορετικά αισθητηριακά όργανα. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα κάποιας κρυφής οντολογίας. Εδώ, υποστηρίζει, έχουμε μια δυναμική οντολογία, μια ιστορία που γεννάει μορφές: πρέπει να εξηγήσετε πώς γεννιούνται αυτές οι μορφές.

Γι’ αυτό επίσης και η χωρίς δεύτερο λόγο εφαρμογή στα ελληνικά του διπόλου «ενεργεία» και «δυνάμει» του Αριστοτέλη. Κατευθείαν, δεν το συζητάει αυτό, το «πώς» σημαίνει: το κεφάλαιο δυνάμει, το κεφάλαιο ενεργεία, η αξία δυνάμει και η αξία ενεργεία κλπ. Έτσι έχουμε τούτη την ενσωμάτωση, τον επαναπροσδιορισμό θα έλεγα, θεμελιωδών φιλοσοφικών κατηγοριών, όπως είναι η υπόσταση, στην κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αυτό κάνει κατά τη γνώμη μου και μάλιστα δεν βάζει καν σηματοδότες, να πει «ξέρετε, τώρα θα κάνω αυτό». Και το μόνο που γνωρίζουμε σχετικά είναι η περίφημη φράση στον Ένγκελς ότι «στο δημοσιευμένο έργο έκρυψα το διαλεκτικό ίχνος». Προφανώς το έκανε για τους δικούς του λόγους, για την προώθηση του βιβλίου, λόγου χάρη, αν και δεν τα κατάφερε, γιατί η πρώτη κριτική που του έκαναν στη Γερμανία ήταν ότι «αυτός είναι εγελιανός, τι ασχολούμαστε ακόμη;». Αυτή είναι η κριτική του Ντύρινγκ. Από εκεί ξεκινάει η σχέση «αγάπης» μαζί του.

Κάπως έτσι θα σκιαγραφούσα σε γενικές γραμμές την απόφασή μας για τη χρήση του όρου «υπόσταση» και την απάντησή μας σε όποιες ενστάσεις υπάρχουν. Δεν αποκλείεται να επανέλθουμε με τον Θωμά Νουτσόπουλο και με κάτι γραπτό, αν κριθεί σκόπιμο σε μια ευρύτερη συζήτηση.

Σχετικά με τον συντάκτη

Θανάσης Γκιούρας

Θανάσης Γκιούρας

Ο Θανάσης Γκιούρας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, συγγραφέας και μεταφραστής. Από τις εκδόσεις ΚΨΜ κυκλοφορεί η μελέτη του Ελευθερία και ιστορία - Με βασική αναφορά στις θέσεις «Για την έννοια της ιστορίας» του Walter Benjamin, ενώ έχει μεταφράσει πλήθος βιβλίων και άρθρων των Μαρξ, Καντ, Χέγκελ, Φόυερμπαχ, Μπλοχ, Βέμπερ κ.ά.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Καλαμπόκας

Γιώργος Καλαμπόκας

Ο Γιώργος Καλαμπόκας είναι χημικός μηχανικός, υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής οικονομίας, με σπουδές στην πολιτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία. Συμμετέχει στο εκδοτικό εγχείρημα του Εκτός Γραμμής.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε