Επίκαιρα Τεύχος #01

Καταλονία: «Τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι;»

Βαρκελώνη, Νοέμβρης του 2017. Της Κ. Σεργίδου.

Χτύπησαν την πόρτα ξημερώματα, ο νόμος διατάζει την ώρα. Τώρα ο φοιτητής είναι νεκρός
Πέθανε από ένα χτύπο στην πόρτα την αυγή. Τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι που μας καλούν ξημερώματα;

Απόσπασμα από το τραγούδι «Què volen aquesta gent», 1968 (Τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι;)

Η αναγνώστρια που θα επιχειρήσει να αναδείξει τις ρίζες του καταλανικού ζητήματος, αναζητώντας την αρχή της καταλανικής Ιστορίας, θα συνειδητοποιήσει πολύ σύντομα ότι μια τέτοια προσπάθεια είναι ανώφελη, μια και στην καταλανική υπόθεση, όπως και σε κάθε εθνική υπόθεση, βρισκόμαστε ενώπιον μιας φαντασιακής κοινότητας, στο έδαφος της οποίας συναντιούνται παλαιοί και σύγχρονοι μύθοι, ιστορικά γεγονότα και συλλογικά προτάγματα που μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο, τραγούδια που επιμένουν και σύμβολα που αλλάζουν χέρια, λαϊκές τοπικές κουλτούρες που συνυπάρχουν ταυτόχρονα με το στόχο η Καταλονία να είναι το «nou estat d’Europa» (το νέο ευρωπαϊκό κράτος[1]), διαφορετικά πολιτικά υποκείμενα με κοινά ή αντιπαραθετικά σχέδια, όλα αυτά δηλαδή που συνήθως αποτελούν μια εθνική ιστορία συνεχειών και ασυνεχειών.

Η συνειδητοποίηση αυτή είναι πιθανόν να οδηγήσει στην ενίσχυση μιας στερεοτυπικά διατυπωμένης τάξης επιχειρημάτων, που εκκινούν από τη θέση πως το αίτημα για ανεξαρτησία της Καταλονίας, είναι αναχρονιστικό, καθοδηγείται από την καταλανική αστική τάξη και εντάσσεται στο κλασικό σχήμα περί περιφερειακών εθνικισμών που αντιστέκονται στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, ή που απλά διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από την «οικονομική πίτα» που μοιράζονται με έναν μεγαλύτερο εθνικισμό, σε αυτή την περίπτωση τον ισπανικό. Ωστόσο, αν δούμε την καταλανική περίπτωση εστιάζοντας στις ιδιαιτερότητές της, σε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν μοναδική και διαφορετική, αυτά τα στερεοτυπικά επιχειρήματα αδυνατίζουν.

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι η procés (η διαδικασία προς ένα ανεξάρτητο καταλανικό κράτος[2]) δεν είναι και μια εθνικιστική-πατριωτική υπόθεση, ούτε πως δεν συγκροτείται επίσης στη βάση μιας αφήγησης ενός «ένδοξου» παρελθόντος. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η σημασία που έχει για την καταλανική κοινωνία η εθνική μέρα Καταλονίας, δηλαδή η 11η Σεπτέμβρη, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδηλώνουν στις λεγόμενες diadas, εις ανάμνηση της μέρας που τα Βουρβωνικά Στρατεύματα εισέβαλαν στην Καταλονία το 1714, μετατρέποντάς την σε ισπανικό έδαφος. Το ζήτημα όμως εδώ δεν είναι τόσο το καταλανικό παρελθόν και οι σχετικές αφηγήσεις. Το ζήτημα είναι πότε και γιατί αυτό το παρελθόν αρχίζει να αφορά και να κινητοποιεί χιλιάδες ανθρώπους που, μέχρι πρότινος, δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως υποστηρικτές της ανεξαρτησίας (indepentistas).

Ο καθηγητής πολιτικής κοινωνιολογίας και μέλος του Podemos, Ζιοσέπ Μαρία Αντέντας (Josep Maria Antentas), περιέγραφε τη σημερινή κατάσταση στην Καταλονία ως ένα παράδοξο:

Οι αντιφάσεις και τα όρια της πενταετούς διαδικασίας ανεξαρτητοποίησης έχουν προκαλέσει την απότομη εμφάνιση εντυπωσιακών παραδόξων, ενός όρου που περιγράφει και κωμικές και τραγικές καταστάσεις. Είναι βέβαιο πως οι μέρες πριν την 1η Οκτώβρη ήταν οι μέρες του παράδοξου. «Ανυπάκουα» κόμματα καλούσαν σε τάξη και ηρεμία, ενώ αριστεροί στρέφονταν προς την Καταλανική αστυνομία. Δεξιές δυνάμεις καλούσαν σε ανυπακοή στους θεσμούς, σε συμμόρφωση με την νέα Καταλανική νομιμότητα, την ώρα που ακτιβιστές και αναρχικοί στέκονταν στις ουρές για να ψηφίσουν. Μια αντιδραστική κυβέρνηση κατηγόρησε τους πολίτες της που ήθελαν να οργανώσουν ένα δημοψήφισμα, για συνωμοσία πραξικοπήματος Όταν οι κοινωνικές διεργασίες επιταχύνονται, όπως συνέβη στην Ισπανία, κάθε στρατηγική σκέψη που δεν θέλει να εξελιχθεί σε απολίθωμα, πρέπει να βουτήξει με το κεφάλι μέσα σε αυτά τα παράδοξα, όπου τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται και όπου οι συνέπειες των δράσεων δεν είναι πάντα σαφείς.[3]

Η κατανόηση αυτών των παράδοξων λοιπόν, περνά μέσα από την αποδοχή μιας σειράς δεδομένων που μας απομακρύνουν από την στερεοτυπική αντιμετώπιση του καταλανικού κινήματος ως εθνικιστικού, συντηρητικού και καθοδηγούμενου από την αστική τάξη, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται αυτές οι σχέσεις-συσχετίσεις.

Η αποτυχία του ισπανικού εθνικισμού και η εξέλιξη του καταλανικού εθνικισμού
Προπαγανδιστική αφίσα του δικτατορικού καθεστώτος επί Φράνκο. Στην αφίσα αναγράφεται το σύνθημα «España una grande y Libre» που σημαίνει «Ισπανία, μία, μεγάλη και ελεύθερη».

Χρειάζεται εξαρχής να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στον καταλανικό εθνικισμό και τη συνείδηση εθνικής καταλανικής ταυτότητας. Η δεύτερη εντοπίζεται ήδη προ-νεωτερικά, ο πρώτος αποτελεί νεωτερικό φαινόμενο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’80, παρακολουθούμε τη συγκρότηση δύο παράλληλων αφηγημάτων και εθνικισμών. Ο ισπανικός εθνικισμός, κατά την περίοδο της φρανκικής δικτατορίας, επιχειρεί να πραγματώσει το όραμα μιας ενιαίας αδιαίρετης, μεγάλης αποικιοκρατικής και ελεύθερης από τους κομμουνιστές Ισπανίας («Una, grande y libre»). Κατά τη δεκαετία του ’80, ο ισπανικός εθνικισμός θέτει το ζήτημα του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της χώρας ενώ ο καταλανικός εθνικισμός, επενδύει στην προστασία της καταλανικής κουλτούρας και γλώσσας, καθώς και στο αφήγημα της απώλειας του 1714 (κατάληψη από βουρβωνικά στρατεύματα) και της αντίστασης στον κατακτητικό ισπανικό εθνικισμό.

Η υπόθεση περί ιδιαιτερότητας της καταλανικής περίπτωσης ενισχύεται και από το γεγονός ότι το καταλανικό έθνος εξαρχής θεωρείται συμπεριληπτικό. Από τη δεκαετία του ’80 ο Ζιόρδι Πουγιόλ (Jordi Pujol), κεντροδεξιός πρόεδρος της Καταλονίας από το 1989 έως το 2003, προωθεί με έμφαση αυτήν τη θεώρηση και δίνει το όνομά του σε μια ολόκληρη πολιτική κουλτούρα, τον Πουγιολίσμο. Σύμφωνα με τον καταλανό κοινωνιολόγο και στοχαστή Βίνσεντ Ναβάρο (Vicenç Navarro), ο Πουγιολίσμο ήταν:

Ένα πολιτικό σχέδιο μερίδων της Αστικής Τάξης, μικρομεσαίων στρωμάτων και εύπορων μεσο-στρωμάτων, αλλά και σημαντικών μερίδων της καταλανικής εκκλησίας, που είχε ως στόχο την κινητοποίηση πλατιών στρωμάτων της καταλανικής κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των λαϊκών τάξεων, με στόχο τη δημιουργία μιας πολύ-ταξικής συνοχής και συναίνεσης γύρω από την έννοια του καταλανικού έθνους, που ορίζεται ως έθνος χωρίς αποκλεισμούς.[4]

Ο καταλανικός εθνικισμός όπως και οι υπόλοιποι περιφερειακοί εθνικισμοί (Βάσκικος και Γαλικιανός), αναπτύσσεται σε σχέση με δύο συνθήκες. Η πρώτη αφορά τη σύγκρουση με τον κυρίαρχο ισπανικό εθνικισμό κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων, από τον 20o αιώνα και ύστερα και η δεύτερη αφορά την αδυναμία του ισπανικού εθνικισμού να ενοποιήσει τις διαφορετικές περιφερειακές κουλτούρες και εθνικές ταυτότητες.

Όσον αφορά τη διαδικασία συγκρότησης εθνικής ταυτότητας των Καταλανών, θα λέγαμε ότι δύο είναι οι δυνάμεις που την καθορίζουν μέχρι την επικράτηση του φρανκισμού. Από τη μία το συντηρητικό κόμμα της Luiga Regionalista που από το 1916 έως το 1933, εμπνεόμενo από αντίστοιχες δυνάμεις στη Βόρεια Ιταλία, προβάλλει το σύνθημα «Για την Καταλονία και μια Μεγάλη Ισπανία!», επιδιώκοντας τον εκσυγχρονισμό όλης της Ισπανίας και την ανάδειξη της Βαρκελώνης ως του νέου σύγχρονου βιομηχανικού κέντρου ενάντια στην καθυστερημένη και διεφθαρμένη Μαδρίτη. Και από την άλλη οι δυνάμεις των σοσιαλιστών, μαρξιστών και βεβαίως των αναρχικών που ξεδιπλώνουν τη δράση τους ήδη από τις αρχές του 20ου , οργανώνοντας τα εργατικά στρώματα,[5] τα οποία λόγω της αυξανόμενης βιομηχανικής ανάπτυξης συγκεντρώνονται στην Βαρκελώνη. [6]

Θυμίζουμε ότι ανάμεσα στο 1907 και το 1909 ξεσπούν μεγάλες απεργίες στην Καταλονία με σοβαρότερο γεγονός την τραγική βδομάδα του 1909 στη Βαρκελώνη. Οι συγκρούσεις στους κόλπους της καταλανικής κοινωνίας αλλά και ενάντια στην κεντρική ισπανική εξουσία συνεχίζονται και κατά τη περίοδο της Δεύτερης Ρεπούμπλικα (1931–1939). Είναι η εποχή που ψηφίζεται το σύνταγμα της Καταλονίας (1932) και που ο Λιουίς Κομπάνις (Luis Companys), ιστορικός ηγέτης της Εσκερρα Ρεπουμπλικάνα (ΕRC) ανακηρύσσει το καταλανικό κράτος ως μέλος της Ομόσπονδης Ισπανικής Ρεπούμπλικα.
Στο μεταξύ, κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου ή της ισπανικής επανάστασης (1936–1939), ο αντιφασιστικός αγώνας, στην Καταλονία, περιλαμβάνει το αίτημα για μια ανεξάρτητη Καταλονία, μέσα σε μια ομόσπονδη ισπανική Ρεπούμπλικα.

Τα θεμέλια ωστόσο για μια προοδευτική και ενάντια στον ισπανικό εθνικισμό συνείδηση τίθενται την περίοδο 1939–1975, επί φρανκισμού, όταν ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του αντιδικτατορικού αγώνα, βρίσκεται στην Καταλονία. Με τον θάνατο του Φράνκο και τη μετάβαση σε μια δημοκρατία υπό κηδεμονία, η συζήτηση για το καθεστώς των αυτονομιών ανοίγει με άλλους όρους. Η ψήφιση του νέου συντάγματος, αναγνωρίζει στην Καταλονία, την ξεχωριστή γλώσσα και κουλτούρα της.

Σε γενικές γραμμές ωστόσο ο καταλανικός εθνικισμός ακολουθεί ανάμεσα στο 1975 και το 2008 μια ήπιων τόνων πολιτική, ενισχύοντας την καταλανική ταυτότητα, μέσω της προβολής της καταλανικής κουλτούρας (αρχιτεκτονική, μουσική, γλώσσα) και διεκδικώντας μεγαλύτερους προϋπολογισμούς και αυτονομία από το ισπανικό κράτος. Ωστόσο, το 2008, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης , το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας μπαίνει σε μια φάση έντονης αντιπαράθεσης με τον ισπανικό εθνικισμό, μετά την άρνηση του ισπανικού κράτους να αποδεχτεί τις αλλαγές στο νέο καταλανικό σύνταγμα (estatut) του 2006. Το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας, ήταν ό,τι προηγήθηκε και ακολούθησε άμεσα το καταλανικό δημοψήφισμα της πρώτης Οκτώβρη. Το καταλανικό κίνημα μέχρι σήμερα βρίσκεται σε μια νέα σχέση σύγκρουσης με το ισπανικό κράτος, πολύ πιο ισχυρή και ανεξέλεγκτη. Σε αυτό το διάστημα παγιώνεται η συνείδηση της αποκλειστικής καταλανικής ταυτότητας σε ένα μεγάλο μέρος του καταλανικού πληθυσμού.[7] Παρατηρούμε λοιπόν τις διαφορετικές διαδικασίες, που επηρεάζουν την εξέλιξη της καταλανικής εθνικής ταυτότητας και τις διαφορετικές δυνάμεις που αν και έχουν διαφορετικά συμφέροντα, συναντώνται στο αίτημα της μεγαλύτερης αυτονομίας, της ομοσπονδίας ή της ανεξαρτησίας και απόσχισης.

Η δεύτερη συνθήκη που καθορίζει την εξέλιξη του καταλανικού εθνικισμού-πατριωτισμού σχετίζεται με την αδυναμία και εν τέλει αποτυχία του ισπανικού εθνικισμού, από τη συγκρότησή του ακόμα ως έθνους-κράτους, να συνενώσει τις διαφορετικές εθνότητες συγκροτώντας μια ενιαία κουλτούρα και μια ενιαία εθνική συνείδηση. Η αστική ισπανική τάξη κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αποτυγχάνει να συγκροτήσει ένα ριζικά διαφορετικό αφήγημα από αυτό της εποχής του απολυταρχικού κράτους που αρχίζει να συγκροτείται ήδη από τον 15ο αιώνα. Γίνεται προσπάθεια για τη δημιουργία ενός συγκεντρωτικού κράτους που επιβάλλει και «ανακηρύσσει», χωρίς να πείθει, τα καστεγιάνικα ως επίσημη γλώσσα (Σύνταγμα του 1876) [8]. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ούτε το δημόσιο σχολείο συμβάλει στην καλλιέργεια μιας ενιαίας εθνικής συνείδησης, όπως στη Γαλλία, αφού η απαγόρευση της διδασκαλίας των υπόλοιπων γλωσσών και η κυριαρχία του καθολικισμού αποκλείει ολόκληρους πληθυσμούς από την εθνική παιδεία. Εναλλακτικές κουλτούρες συνυπάρχουν μόνιμα μαζί με την κυρίαρχη ισπανική, η οποία, πέραν της γλώσσας, αδυνατεί να εφεύρει άλλα ενοποιητικά στοιχεία. [9] Παρ’ όλα αυτά πολύ γρήγορα φαίνεται η αδυναμία του ισπανικού εθνικισμού να επιβάλει μια ενιαία κουλτούρα. Το 1898 μπαίνει η οριστική ταφόπλακα στην ισπανική αυτοκρατορία και στο όνειρο του «μεγαλειώδους» ισπανικού εθνικισμού με την Ισπανία να χάνει τις αποικίες της Κούβας, των Φιλιππίνων και του Πουέρτο Ρίκο. Σε αυτό το έδαφος, το τέλος του 19ου αιώνα βρίσκει ενδυναμωμένους τους περιφερειακούς εθνικισμούς και ιδιαίτερα την Καταλονία.
Όπως επισημαίνει ο Χάιμε Παστόρ (Jaime Pastor):

Το έτος 1898 μετατρέπεται συμβολικά σε καθοριστική στιγμή, αφού οι περιφέρειες μετατρέπονται σταδιακά σε εθνικισμούς προωθούμενους από νέους πολιτικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς δρώντες, εναλλακτικούς ως προς τον κυρίαρχο ισπανικό εθνικισμό.[10]

Την περιγραφή του Χάιμε Παστόρ έρχεται να συμπληρώσει η διαπίστωση του ιστορικού Τομάς Πέρες Βέχο (Tomas Perez Vejo):

Ο κυρίαρχος εθνικισμός δεν στάθηκε ικανός να συγκροτήσει ένα εναλλακτικό αφήγημα σε σχέση με την προηγούμενη εποχή, γεγονός που θα ήταν εφικτό μόνο μέσα από μια ρήξη με την μοναρχική παράδοση που είχε καταργήσει τις εθνικές ελευθερίες. Με λίγα λόγια ήταν δύσκολο να είναι την ίδια στιγμή κληρονόμος του Καρόλου του 5ου και των Κομμουνάρων. [11]

H περίοδος 2008–2015

Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, αδιαμφισβήτητα άλλαξε τους όρους με τους οποίους διεξαγόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή η εθνική συζήτηση. [12] Το ποσοστό υπέρ της ανεξαρτησίας, τον Νοέμβρη του 2008 βρισκόταν στο 17,4% και τον Νοέμβρη του 2015 στο 41,1%, έχοντας φτάσει μάλιστα, τους τελευταίους μήνες του 2013 στο 48,5%. Στο μεταξύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μεταβολές στα ποσοστά όσων υιοθετούν μια μονο-εθνική ταυτότητα. Το 1985, μόνο ένα 9% των πολιτών της Καταλονίας δηλώνουν αποκλειστικά «Καταλανοί». Το 2013 το ποσοστό αυτό φτάνει το 29%. [13] O κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας, Λουίς Μορένο (Luis Moreno) [14], εντοπίζει αυτές τις μεταβολές και υποστηρίζει ότι οφείλονται στην επιτυχία των αυτονομίστικων θεσμών, να «φτιάχνουν Καταλανούς».

Πράγματι το 2010 καταγράφεται μια εντυπωσιακή εκτόξευση του καταλανικού αισθήματος ιδιαίτερα μετά τη μη έγκριση του Συντάγματος (2006) από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Ενός Συντάγματος που προέβλεπε μεγαλύτερες ελευθερίες σε διοικητικό και οικονομικό επίπεδο. Αν και η Καταλονία θεωρείται σήμερα η πιο πλούσια Αυτονομία του Ισπανικού Κράτους με περισσότερες από 586.000 επιχειρήσεις, μεγάλη τουριστική κίνηση και εξαγωγές που ξεπερνούν το 25% της χώρας, με ετήσιο κατά κεφαλή ΑΕΠ 27.000 ευρώ και το 19% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας, εντούτοις, όπως και το υπόλοιπο ισπανικό κράτος, χτυπήθηκε από την οικονομική κρίση του 2008 [15]. Ανάμεσα στο 2009 και το 2015, η καταλανική κυβέρνηση προχώρησε στις περισσότερες περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες από οποιανδήποτε άλλη Αυτονομία. Η ανεργία στη νεολαία αυξήθηκε δραματικά, πάνω από 50%, και εκατομμύρια άνθρωποι δεν μπορούσαν πια να πληρώνουν τους λογαριασμούς του ρεύματος, ενώ χιλιάδες οικογένειες έχασαν τα σπίτια τους. Δεν είναι τυχαίο που το κίνημα κατά των εξώσεων αναπτύχθηκε στην Καταλονία περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στο Ισπανικό Κράτος, φτάνοντας να εκλέξει τη δική του δήμαρχο, Άντα Κολάου (Ada Colau), σε μια από τις μεγαλύτερες και πιο τουριστικές ευρωπαϊκές πόλεις. [16]

Στον πίνακα καταγράφεται η αυξητική τάση της διάθεσης της καταλανικής κοινής γνώμης για καταλανική ανεξαρτησία.
Το κίνημα του 15Μ [17] – Καλωσόρισες αστάθεια [18]

Το καταλανικό κίνημα ανεξαρτησίας δεν θα ήταν το ίδιο, εάν δεν είχε εμφανιστεί το ισπανικό κίνημα των Idignados, το οποίο μετέτρεψε την Ισπανία τα τελευταία χρόνια σε πολιτικό και κοινωνικό εργαστήρι. Η καταλανική procés εξελίχθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το κίνημα των πλατειών. Το πιο σημαντικό κέντρο αγώνα, από ένα σημείο και ύστερα για το κίνημα των idignados, δεν ήταν η Μαδρίτη, αλλά η Βαρκελώνη, στην οποία η κατάληψη στην κεντρική πλατεία κράτησε δύο εβδομάδες περισσότερο από ότι στην plaza del Sol της Μαδρίτης. Καθώς το κίνημα «τρομοκρατούσε» τις ισπανικές και ευρωπαϊκές ελίτ, εξαπλωνόταν και στην Καταλονία, παίρνοντας τοπικά χαρακτηριστικά και επιμένοντας ιδιαίτερα στο ζήτημα της στέγης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλατφόρμα ενάντια στις εξώσεις (PAH), μετατράπηκε σε σύμβολο του κινήματος των πλατειών. Οι κεντροδεξιές δυνάμεις της Convengencia (τώρα PdeCAT), εξαπέλυσαν πόλεμο στο κίνημα, καταγγέλλοντας το ως υπερβολικά ισπανικό. Στις 15 Ιούνη το κίνημα κάλεσε σε περικύκλωση του τοπικού κοινοβουλίου (Parlament) για να εμποδιστεί η ψήφιση ενός πακέτου περικοπών στον δημόσιο τομέα. Είναι η μέρα που ο τότε πρόεδρος της Καταλονίας, Αρτούρ Μας (Artur Mas) [19] δραπετεύει με ελικόπτερο από τη βουλή. Ένα χρόνο μετά, το 2012 δημιουργείται η Eθνική Συνέλευση Καταλονίας (ANC) , με βασικό σύνθημα «Catalunya, nou estat d’ Europa» (Καταλονία το νέο ευρωπαϊκό κράτος). Ο νεοφιλελεύθερος Αρτούρ Μας, διακρίνοντας το πολιτικό momentum , αλλάζει τακτική απέναντι στο κίνημα και το 2012 δέχεται αντιπροσωπεία της ANC, υιοθετώντας τα αιτήματά της και μετατρέποντας την procés, σε εθνική και θεσμική υπόθεση. Αυτό είναι τελικά και ένα από τα παράδοξα της καταλανικής εξέγερσης. Μια διαδικασία που ξεκίνησε από τα κάτω , επέτρεψε στις καταλανικές ελίτ να ανασυγκροτηθούν και να επανακατευθύνουν την κοινωνική σύγκρουση που είχε εμφανιστεί στο κίνημα 15Μ (κίνημα των πλατειών) προς έναν εξωτερικό εχθρό: το ισπανικό κράτος [20].

Το 2011 αποτελεί επομένως τη στιγμή που η επιθυμία για πραγματική δημοκρατία και ισότητα των ισπανών και καταλανών συναντιούνται. Από εκείνη τη στιγμή οι διαφορετικές πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται με κέντρο την Μαδρίτη, την Καταλονία, τη Χώρα των Βάσκων και την Ανδαλουσία συνομιλούν. Αυτή η διαδικασία επέτρεψε τον Μάη του 2014 στο Podemos να εκλέξει πέντε ευρωβουλευτές στο κοινοβούλιο και να δημιουργήσει την περίφημη ilusión σε εκατομμύρια Ισπανών.[21] Την ίδια χρονιά, με αφορμή τα σκάνδαλα της βασιλικής οικογένειας, εκατομμύρια Iσπανοί, διεκδικούν την κατάργηση της Μοναρχίας.[22] Αυτό το κλίμα μεταφέρεται και στην Καταλονία, οδηγώντας στη δημιουργία νέων πολιτικών δυνάμεων και στην ενδυνάμωση παλαιότερων, οι οποίες μέχρι τη στιγμή εκείνη είχαν πολύ μικρή επιρροή. Το 2012 μπαίνει για πρώτη φορά στο Καταλανικό κοινοβούλιο η αντικαπιταλιστική ανεξαρτησιακή οργάνωση CUP [23] και τις δημοτικές εκλογές του 2015 κερδίζει το Barcelona en Comú[24] με επικεφαλής την Άντα Κολάου. Στο μεταξύ, στις περιφερειακές εκλογές του 2015, τα κόμματα που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία παίρνουν την πλειοψηφία καταλαμβάνοντας τις 72 από τις 135 έδρες του καταλανικού κοινοβουλίου. Ταυτόχρονα, το κίνημα αρχίζει να μετατρέπεται σε καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.

Το 2014 προκηρύσσεται ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα στου οποίου τα αποτελέσματα αποτυπώνεται αυτή η νέα φάση του καταλανικού ζητήματος. Το 81% των ανθρώπων που προσήλθαν στις κάλπες ψηφίζει «ναι» στην ανεξαρτησία. Μέσα σε ένα κλίμα συνεχούς οικονομικής και πολιτικής κρίσης, δύο παράλληλες διαδικασίες συναντιούνται στο καταλανικό έδαφος. Από τη μια η επιθυμία του καταλανικού κεφαλαίου να κερδίσει μια καλύτερη θέση στην οικονομική πίτα του ισπανικού καπιταλισμού συνολικά και από την άλλη η επιθυμία της μεσαίας τάξης, που φτωχοποιείται, να επιβιώσει οικονομικά και να κρατηθεί στην επιφάνεια. Η δυσαρέσκεια, η συνεχής προσπάθεια της ισπανικής κυβέρνησης να εμποδίσει οποιαδήποτε διαδικασία αυτοδιάθεσης, η παράδοση αγώνων που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια στην Καταλονία και η πίεση του κινήματος, οδήγησαν την καταλανική κυβέρνηση το φθινόπωρο του 2017 στην εκτίμηση ότι ήταν ώριμο πια να πιέσει ακόμα περισσότερο προς μια κατεύθυνση μεγαλύτερης ανεξαρτησίας γι αυτό άλλωστε και η τακτική της μέχρι και τον Σεπτέμβρη του 2017 παρέμενε σταθερή και αποσκοπούσε σε ένα συναινετικό δημοψήφισμα και σε έναν διάλογο με την ισπανική κυβέρνηση.

Εργαζόμενοι παίζουν σκάκι και μπλοκάρουν αυτοκινητόδρομο κατά τη διάρκεια της μεγάλης Γενικής Απεργίας που έγινε στην Καταλονία στις 3 Οκτώβρη 2017. Πηγή: ΙΑC, Intersindical Alternativa de Catalunya.

Σε όλες αυτές τις διαδικασίες, στην πολιτική καταλανική κουλτούρα είναι ορατή η ηγεμονία της αριστεράς και όχι του κεντροδεξιού PdeCAT. Tο 2016 άλλωστε η Βαρκελώνη ανακηρύσσεται επίσημα δια στόματος της δημάρχου της Άντα Κολάου, ως πόλη καταφύγιο για τους πρόσφυγες, οι αυτονομιστικές οργανώσεις, από κοινού με τις κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, οργανώνουν διαδηλώσεις υποδοχής των προσφύγων, ενώ το καλοκαίρι του 2017, πολλές-οι Καταλανοί, λίγες ώρες μετά την επίθεση στο κέντρο της πόλης, συνοδεύουν μαζικά τους μουσουλμάνους συμπολίτες στα σπίτια τους, προστατεύοντάς τους έτσι από τις ακροδεξιές επιθέσεις φανατικών ομάδων. Λίγους μήνες μετά, απέναντι στην απειλή της γενικής απεργίας της 3ης Οκτώβρη του 2017, μεγάλοι καταλανικοί, επιχειρηματικοί όμιλοι, μεταφέρουν την έδρα τους στη Μαδρίτη καταγγέλλοντας το κίνημα ανεξαρτησίας και αποδεικνύοντας ότι η καταλανική μεγαλοαστική τάξη, δεν υποστήριζε ποτέ τη διαδικασία πλήρους ανεξαρτησίας. Τελικά το κίνημα που γεννήθηκε το 2011, αναδιάταξε το πολιτικό, και έδωσε χώρο και λόγο στις νέες ανταγωνιστικές σφαίρες που αναπτύχθηκαν στο δημόσιο χώρο, ανάμεσά τους και στο καταλανικό κίνημα. [25] Σήμερα, η σχέση του καταλανικού κινήματος με την παράδοση του κινήματος των πλατειών και των τοπικών συνελεύσεων, συνεχίζεται με τη δημιουργία των επιτροπών υπεράσπισης της Ρεπούμπλικα (Comités de Defensa de la Republica Catalána). Οι Επιτροπές πολιτών που συγκροτήθηκαν λίγο πριν την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του κινήματος.

Η ισπανική Μετάβαση και η ρήξη με το καθεστώς του ’78

Το καθεστώς του 1978 που προέκυψε μετά το θάνατο του Φράνκο (1975) και το Σύνταγμα του 1978 είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού και μιας άνισης συναλλαγής. Το κίνημα των Idignados, το κίνημα ενάντια στη μοναρχία, το δημοτικό κίνημα και η καταλανική εξέγερση αμφισβητούν τα θεμέλια του ισπανικού κράτους, τα θεμέλια του καθεστώτος του 1978. Το καταλανικό κίνημα ανεξαρτησίας αποτελεί μέρος του κινήματος που διεκδικούσε την κατάργηση της μοναρχίας το 2014 και του κινήματος του 2011 που διεκδικούσε μια πραγματική αντιπροσωπευτική δημοκρατία [26] και μια κοινωνία χωρίς φτώχεια και λιτότητα. Το Ισπανικό Κράτος βρίσκεται σε πολιτική κρίση τα τελευταία έξι χρόνια και τα κινήματα επιβάλουν τους όρους του στη δημόσια συζήτηση διεκδικώντας τη ρήξη με το καθεστώς του 78 και τη σιωπηλή Μετάβαση.

Η ιστορία της «ισπανικής πολιτικής Μετάβασης (Τransición)» μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: μια διαδικασία μέσα από την οποία, στη θέση μιας νέας εξουσίας που θα προέκυπτε από μια ρήξη με τη δικτατορία, προέκυψε μια ασύμμετρη συναλλαγή ανάμεσα σε μια ρεφορμιστική τάση του φρανκισμού και μια πλειοψηφία της δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Το βασικό της αποτέλεσμα ήταν η διατήρηση της συνέχειας του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας και μαζί με αυτό ενός μέρους των κληρονομημένων θεσμών και συμβόλων του Φρανκισμού. Επιπλέον, αυτό που επιτεύχθηκε ήταν η εισαγωγή του όρου εθνικότητες καθώς και ένα ασαφές δικαίωμα στην αυτονομία των περιφερειών, που θα ήταν υποτελείς, την ίδια στιγμή που δεν υπάρχει καμία ασάφεια ως προς την ανακήρυξη της αδιάλυτης ενότητας του ισπανικού Έθνους, κοινής και αδιαίρετης πατρίδας όλων των Ισπανών, υπό τον έλεγχο μιας Μοναρχίας που είχε εγκαθιδρυθεί επί Φράνκο (…) έτσι εγκαθιδρύθηκε μια ιεραρχική σχέση ανάμεσα στις εθνικές ταυτότητες και αποκλείστηκε κάθε δυνατότητα για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση και την ανεξαρτησία (…) συμπεριλαμβανομένου και το δικαιώματος σε μια ομοσπονδιοποίηση των Αυτόνομων Κοινοτήτων. [27]

Έτσι περιγράφει ο πολιτικός επιστήμονας Χάιμε Παστόρ τη διαδικασία Μετάβασης από τη δικτατορία στη «δημοκρατία υπό κηδεμονία». Εξαρχής λοιπόν, το νέο ισπανικό κράτος, ενώ αναγνωρίζει σε αυτή τη νέα εποχή την ύπαρξη διαφορετικών εθνικοτήτων, συγκροτείται πάνω σε ένα έλλειμμα δημοκρατίας σε μια κατασκευασμένη εθνική ενότητα η οποία βασίζεται στον αποκλεισμό των άλλων. Μέσα στο «δημοκρατικό» καθεστώς που καθιερώθηκε μετά το 1978, επιβιώνει ακόμα μέρος του φρανκικού μηχανισμού. Ενός μηχανισμού που εμφανίστηκε σε όλο του το μεγαλείο, τις βδομάδες σκληρής καταστολής που προηγήθηκαν και ακολούθησαν του καταλανικού δημοψηφίσματος τον Οκτώβρη του 2017.

Άγνωστου καλλιτέχνη. Η εικόνα κυκλοφόρησε μαζικά στα κοινωνικά δίκτυα μετά την πρωτοφανή καταστολή της κινητοποίησης των Καταλανών την μέρα του δημοψηφίσματος (1 Οκτώβρη 2017). Οι πολίτες επιχειρούν να ρίξουν το «τείχος» του 78 ενώ οι δυνάμεις καταστολής το υπερασπίζονται. Στο μπαλκόνι ο Μονάρχης ή ο Φράνκο χαιρετά (φασιστικά;) τα πλήθη. Μια κάμερα υψώνεται για να αποθανατίσει τη στιγμή. 
Μα τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι;

Η κινητοποίηση των Καταλανών καταγράφεται από μια σειρά πολιτικούς επιστήμονες όπως ο Ζιοσέπ Μαρία Αντέντας και άλλες, ως η μεγαλύτερη πράξη συλλογικής πολιτικής ανυπακοής των τελευταίων δεκαετιών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αντίστοιχα η καταστολή που τη συνόδευσε δεν έχει προηγούμενο στα χρόνια των αστικών δημοκρατιών που προέκυψαν μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη και μετά το θάνατο του Φράνκο στην Ισπανία. Η απαγόρευση του κίτρινου χρώματος από το δημόσιο χώρο (σε κτίρια, φωτισμό, σημαίες, ρουχισμό κ.λπ.), η φυλάκιση της μισής πρώην κυβέρνησης στις φυλακές της Μαδρίτης και η εξορία που επιβλήθηκε στον πρώην πρόεδρο της Καταλονίας, Πουιτζνεμόντ και σε άλλα κυβερνητικά στελέχη, καθώς και το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης μέχρι και 30 χρόνια, μας επιτρέπουν να κάνουμε λόγο για μια κατάσταση εξαίρεσης, για μια κατάσταση όπου τα όρια ανάμεσα στη δημοκρατία και τη δικτατορία είναι δυσδιάκριτα. Αυτή η συνθήκη δεν επιτρέπει σήμερα, λίγες βδομάδες μετά την διεξαγωγή των εκλογών της 21ης Δεκέμβρη (που επιβλήθηκαν από τον πρωθυπουργό της Ισπανίας Ραχόι), να σχηματιστεί κυβέρνηση στην Καταλονία. Αν και οι ανεξαρτησιακές δυνάμεις έχουν την πλειοψηφία το καταλανικό κοινοβούλιο, η αριστερά (CUP, Podemos En Comú) είδαν τα ποσοστά τους να πέφτουν και αδυνατούν μέχρι και σήμερα να προτείνουν ένα εναλλακτικό σχέδιο. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η στάση της ηγεσίας του Podemos, που αν και προσπαθεί να είναι συνεπής με την θεωρία του Αριστερού Λαϊκισμού [28], που προϋποθέτει τη συγκρότηση λαού γύρω από κενά σημαίνοντα όπως η πατρίδα, αναδεικνύει ταυτόχρονα και τα όρια αυτής της θεωρίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το κενό σημαίνον ορίζεται μέσω του αποκλεισμού ενός άλλου σημαίνοντος, της Καταλανικής πατρίδας, το οποίο το Podemos θα ήθελε να συμπεριλάβει αλλά δεν το κατορθώνει.[29] Η πρόκληση σήμερα βρίσκεται στη σύνδεση των δημοκρατικών, οικονομικών και εθνικών αιτημάτων. Η άρνηση της ολοκλήρωσης του αιτήματος για ανεξαρτησία, στο όνομα της ενότητας των λαών, καθιστά αδύνατη τη λύση της εξίσωσης από αυτή τη σκοπιά.

Σε κάθε περίπτωση δύο πολιτικά μπλοκ αναδεικνύονται σε αυτή τη νέα συγκυρία. Οι δυνάμεις της ενότητας του Ισπανικού Κράτους , της υπεράσπισης του καθεστώτος του ’78[30] και οι δυνάμεις της υπεράσπισης του δικαιώματος του καταλανικού λαού στην αυτοδιάθεση και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ανεξαρτησίας του, εφόσον το επιλέγει.

To εξώφυλλο του δίσκου Que bolem aquesta gent που κυκλοφόρησε το 1968 και λογοκρίθηκε από το φρανκικό καθεστώς.

Το βέβαιο είναι πως υπάρχει μια πραγματική ενότητα και μια ιστορική αλληλεγγύη που συνδέει τους λαούς της Ισπανίας. Μια ενότητα που εγγράφεται στην κουλτούρα και τους μύθους της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το καταλανικό τραγούδι Què volen aquesta gent» –στα ελληνικά σημαίνει «Τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι;»– που κυκλοφορεί ανεπίσημα το 1968 , στην Ισπανία, εν μέσω φρανκικής δικτατορίας, σε στίχους Λιουίς Σερραιμα (Lluís Serrahima) και μουσική της Μαρία Ντελ Μαρ Μπονέτ (Maria del Mar Bonet). Το τραγούδι αφηγείται την δολοφονία του μαδριλένιου (και όχι καταλανού) νεαρού αγωνιστή Ραφαέλ Γκιχάρο Μορένο (Rafael Guijarro Moreno) από την αστυνομία, τον Γενάρη του 1967 στη Μαδρίτη. Οι εφημερίδες έγραψαν ότι ο 23χρονος Ραφαέλ αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο. Η σιωπηλή ισπανική κοινωνία όμως ήξερε ότι ο νεαρός βασανίστηκε και δολοφονήθηκε μπροστά στα μάτια της μητέρας του, όπως χιλιάδες ακόμα αγωνιστές. Ο θρήνος της μητέρας του που αναρωτιέται «τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι;» τραγουδήθηκε ξανά και ξανά, από την Μαρία Ντελ Μαρ Μπονέτ κατά τη διάρκεια των μεγάλων κινητοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Καταλονία υπέρ της ανεξαρτησίας και αποτελεί μια ακόμη πράξη αντίστασης της μνήμης ενάντια στη λήθη. Μιας κοινής αντίστασης και μιας συλλογικής μνήμης. Αυτό είναι το υλικό πάνω στο οποίο σήμερα μπορεί να οικοδομηθεί μια ενωτική και ριζοσπαστική προσπάθεια που θα μπορέσει να ολοκληρώσει τη ρήξη με το καθεστώς του ‘78.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Κατερίνα Σεργίδου

Κατερίνα Σεργίδου

Η Κατερίνα Σεργίδου έχει εργαστεί ως μεταφράστρια και δημοσιογράφος. Άρθρα της δημοσιεύονται στο Rproject, στο περιοδικό Κόκκινο και σε ισπανικά μέσα (Diagonal, Poder Popular κ.ά). Είναι υπεύθυνη της σειράς «Κριτική Έρευνα» των εκδόσεων Redmarks. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Πολιτισμικής Ιστορίας και Φεμινιστικής Ανθρωπολογίας, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Universidad del País Vasco. Η διατριβή της έχει ως αντικείμενο το Λαϊκό Καρναβάλι και την Ηγεμονία, μέσα από τη φωνή των γυναικών. Κατά τα άλλα, της αρέσει να διαβάζει βιβλία όλες τις ώρες, ιδιαίτερα σε μετρό, λεωφορεία και τρένα. Επίσης συνεχίζει να δανείζει βιβλία παρ’ όλο που κάποια από αυτά δεν βρίσκουν ποτέ το δρόμο του γυρισμού.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε