Επίκαιρα Τεύχος #12

Strange fruit: ένα περίεργο τραγούδι για μια τραγική ιστορία

Το Καφέ Σοσάιετι ξεκινάει τη λειτουργία του με τραγουδίστρια την Μπίλι Χόλιντεϊ: σύντομα της προτείνουν να τραγουδήσει ένα νέο, περίεργο τραγούδι, το οποίο αρχικά δεν την ενθουσιάζει, σύντομα όμως την κερδίζει. Ένα βράδυ του 1939 τραγουδά για πρώτη φορά το Strange Fruit και στο μαγαζί επικρατεί απόλυτη ησυχία. Όταν τελειώνει, όλοι οι θεατές παραμένουν σιωπηλοί και παγωμένοι από αυτό που μόλις άκουσαν. Ένας θαμώνας, στο βάθος του μαγαζιού, αρχίζει να χειροκροτά μόνος του νευρικά, και ξαφνικά όλο το κοινό ξεσπάει σε κραυγές και επευφημίες.
Η Μπίλι Χόλιντεϊ τραγουδά το Strange Fruit. Από την εικονογράφηση της Charlotte Riley-Webb για το βιβλίο «Strange Fruit. Billie Holiday and the Power of a Protest Song», των Gary Golio και Charlotte Riley-Webb. | Πηγή: https://dulemba.blogspot.com/2017/03/gary-golio-and-charlotte-riley-webb.html
Κατάργηση της δουλειάς: η αρχή των αγώνων για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων

Η δουλεία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής καταργείται στα τέλη του 1865, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και αιώνες εκμετάλλευσης, με την ενσωμάτωση στο Σύνταγμα της περίφημης 13ης τροπολογίας: Neither slavery nor involuntary servitude, except as a punishment for crime whereof the party shall have been duly convicted, shall exist within the United States, or any place subject to their jurisdiction.[1]

Η καταλυτική όμως αυτή εξέλιξη δεν σηματοδοτεί αυτόματα και τη βελτίωση των συνθηκών στις οποίες ζούσαν οι μαύροι, ειδικά στις πρώην δουλοκτητικές πολιτείες του Νότου. Παρά κάποιες προσπάθειες για τη θεσμοθέτηση πολιτικών δικαιωμάτων και την ουσιαστική ενσωμάτωση των νέων πολιτών στην αμερικανική κοινωνία, έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1870, οι ρατσιστές οπαδοί της λευκής κυριαρχίας στον Νότο αντεπιτίθενται: παραστρατιωτικές ομάδες βασανίζουν και σκοτώνουν μαύρους, καίνε τα μαγαζιά τους ή τις εκκλησίες τους –χτυπώντας πιο πολύ απ’ όλα με μένος οποιαδήποτε υποψία ανόδου μιας μαύρης μεσαίας τάξης, με χαρακτηριστικότερο και τραγικότερο παράδειγμα αυτό της σφαγής στην Τούλσα‧[2] αποκλείουν τους μαύρους από την εκλογική διαδικασία, θεσμοθετώντας προϋποθέσεις για την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, όπως λ.χ. τον αλφαβητισμό, εξωθώντας έτσι και τους περισσότερους από τους φτωχούς λευκούς εκτός των εκλογικών καταλόγων‧ διαπράττουν εκτεταμένες νοθείες, ώστε να μην εκλεγούν μαύροι αντιπρόσωποι‧ κυρίως όμως, οι αντιπρόσωποι των Δημοκρατικών, που ελέγχουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τις Πολιτείες του Νότου, ψηφίζουν, σε κάθε επαρχία και σε κάθε πολιτεία,  νόμους που θεσμοθετούν τον πλήρη φυλετικό διαχωρισμό λευκών και μαύρων σε όλη τη δημόσια σφαίρα.[3] Το 1896 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφαίνεται ότι ο φυλετικός διαχωρισμός είναι συνταγματικά αποδεκτός, εφόσον οι παροχές ήταν ίδιας ποιότητας για λευκούς και μαύρους (separate but equal), επισφραγίζοντας την ισχύ ενός ρατσιστικού νομικού πλαισίου, το οποίο αργότερα σε κάποια άλλη ήπειρο θα ονομαστεί απαρτχάιντ και το οποίο θα παραμείνει σε ισχύ ως τη δεκαετία του 1960.

Οι αρχές του 20ου αιώνα, και ιδίως τα χρόνια μετά την εκλογή του Γούιλσον (W. Wilson) το 1912, του πρώτου Νότιου Προέδρου στις ΗΠΑ μετά τον εμφύλιο, βρίσκουν τους μαύρους στον Νότο ελεύθερους τυπικά, αλλά αποκλεισμένους κοινωνικά, καθώς δεν τους επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τα ίδια σχολεία, τις ίδιες δημόσιες εγκαταστάσεις, τις ίδιες συγκοινωνίες, τις ίδιες τουαλέτες ακόμη και τις ίδιες κρήνες με τους λευκούς, ενώ ο φυλετικός διαχωρισμός έχει πλέον επικρατήσει ακόμη και σε ομοσπονδιακούς θεσμούς, όπως ο στρατός ή οι δημόσιες υπηρεσίες

Λυντσαρίσματα και αναμνηστικές καρτ-ποστάλ

Τα λυντσαρίσματα μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο δεν είναι μια κρυφή διαδικασία που συμβαίνει ανεξαρτήτως της θέλησης των αρχών από «αυθόρμητα» πλήθη: αντίθετα, αποτελεί κατεξοχήν έκφραση της λευκής τρομοκρατίας που βιώνουν κυρίως οι μαύροι κάτοικοι των ΗΠΑ,[4] και δευτερευόντως αγωνιστές για τα πολιτικά δικαιώματα, Εβραίοι, καθολικοί κ.λπ.[5] Σε κάποιες περιπτώσεις, τα λυντσαρίσματα διενεργούνται από τις επίσημες αρχές, μετά από στοιχειώδη ακροαματική διαδικασία, συνήθως όμως ο λευκός όχλος ξεσηκώνεται και τιμωρεί με μένος εγκλήματα, πραγματικά ή φανταστικά, συνήθως σεξουαλικής φύσης που (υποτίθεται ότι) διαπράττουν μαύροι άνδρες εναντίον απροστάτευτων λευκών γυναικών: ο αιώνιος φόβος για το μαύρο αρσενικό αποτυπώνεται εύγλωττα στην εξαιρετικά επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία «Η γέννηση ενός έθνους» (1915) του Γκρίφιθ (D.W. Griffith), χαρακτηριστική της ρατσιστικής ιδεολογίας της εποχής.

Η φωτογραφία του Lawrence Beitler που ενέπνευσε τη δημιουργία του Strange Fruit. | Πηγή: https://rarehistoricalphotos.com/lynching-thomas-shipp-abram-smith-1930/

 

Τα λυντσαρίσματα αποτελούν  σε τέτοιο βαθμό το σήμα-κατατεθέν των Πολιτειών του Νότου, ώστε συχνά αποτυπώνονται σε φωτογραφίες ή καρτ-ποστάλ, επιχρωματισμένες ή μη, που τυπώνονται σε χιλιάδες αντίτυπα και κυκλοφορούν μαζικά σαν σουβενίρ, κανονικοποιώντας τέτοιου είδους διαδικασίες και ταυτόχρονα «διαφημίζοντας» τη δικαιοσύνη του Νότου και τη λευκή τρομοκρατία εναντίον των μαύρων, αλλά και γενικότερα εναντίον όσων παλεύουν για τα πολιτικά δικαιώματα.[6] Συχνά μάλιστα ολόκληρα χωριά ποζάρουν με περηφάνια μπροστά από τα αποτελέσματα της θηριωδίας τους.

Μια από αυτές τις φρικαλέες καρτ ποστάλ, οδηγεί σε μια απρόσμενη αλληλουχία γεγονότων: στις 7 Αυγούστου 1930, ο φωτογράφος Λόρενς Μπίτλερ (Lawrence Beitler) αποτυπώνει το λυντσάρισμα των μαύρων Τόμας Σιπ (Thomas Shipp) and Άμπραμ Σμιθ (Abram Smith) από τον όχλο της πόλης Μάριον (Marion) στην Ιντιάνα. Οι Σιπ και Σμίθ, μαζί με τον έφηβο Τζέιμς Κάμερον (James Cameron), κατηγορούνται ότι λήστεψαν και σκότωσαν έναν λευκό εργάτη, τον Κλοντ Ντίτερ (Claude Deeter) και βίασαν τη φίλη του, Μέρι Μπολ (Mary Ball). Την επόμενη ημέρα της σύλληψής τους, ο λευκός όχλος παραβιάζει τις πόρτες του κρατητηρίου, αρπάζει τους Σιπ και Σμιθ και τους λυντσάρει με βιαιότητα: σύμφωνα με υπολογισμούς, το πλήθος περιλάμβανε περίπου 5.000 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά, όπως φαίνεται και από την ιστορική φωτογραφία. Η εικόνα του Λόρενς Μπίτλερ θα κυκλοφορήσει ευρέως και θα έχει μια απρόσμενη συνέπεια.

Ο Έιμπελ Μίροπολ (Αbel Meeropol) και το Strange Fruit

Ένας από αυτούς που βλέπουν τη φωτογραφία είναι και ο Έιμπελ Μιροπόλ, Εβραίος δάσκαλος (ρωσικής καταγωγής) στο διάσημο δημόσιο σχολείο ΝτεΒίτ Κλίντον (DeWitt Clinton) του Μπρονξ στη Νέα Υόρκη.[7] Εκτός από τα διδακτικά του καθήκοντα,  ασχολείται και με τη συγγραφή: με το ψευδώνυμο Λιούις Άλαν (Lewis Allan) δημοσιεύει ποιήματα, θεατρικά έργα και χρονογραφήματα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, ενώ μετά το 1945, θα εγκαταλείψει πλήρως τη διδασκαλία και θα αφιερωθεί αποκλειστικά στη συγγραφική του δραστηριότητα, γράφοντας μεταξύ άλλων και κινηματογραφικά σενάρια ή λιμπρέτα για όπερες. Μάλιστα, θα συνεργαστεί και με τον Κουρτ Βάιλ (Kurt Weill), στο πλαίσιο διοργάνωσης μιας εκδήλωσης για τη στήριξη των αμερικάνικων στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του Β΄παγκοσμίου πολέμου.

Η πρώτη δημοσίευση του ποιήματος του Έιμπελ Μίροπολ (Abel Meeropol), με τον αρχικό τίτλο Bitter Fruit. | Πηγή: http://dreamersandfighters.com/cob/bitter.htm

Ο Μίροπολ υπήρξε μέλος του αμερικανικού κομμουνιστικού κόμματος από τις αρχές της δεκαετίας του 1930‧  σύμφωνα με πληροφορίες αργότερα αποχώρησε από αυτό, ενώ δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για την πολιτική του δράση, ειδικά μεταπολεμικά. Το 1953 πάντως, μετά την πολύκροτη εκτέλεση του ζεύγους Ρόζενμπεργκ για κατασκοπεία στα μέσα του Ιούνη, ο Έιμπελ Μίροπολ με τη γυναίκα του Αν (Anne) είναι αυτοί που θα υιοθετήσουν τα δύο μικρά αγόρια των Ρόζενμπεργκ. Μολονότι δεν γνωρίζονταν με την οικογένεια προσωπικά, τη στιγμή που οι πραγματικοί συγγενείς των παιδιών, μέσα στην τρομοκρατία του μακαρθισμού, φοβόντουσαν να τα φροντίσουν, για να μην συνδεθούν δημοσίως με οποιαδήποτε κομμουνιστική δραστηριότητα, οι Μίροπολ τα αναλαμβάνουν και θα τα μεγαλώσουν: η σχέση με τους Ρόζενμπεργκ αλλά και γενικότερα το κομμουνιστικό κόμμα οδηγεί στο να μην εργαστεί σχεδόν καθόλου κατά τη δεκαετία του 1950, μολονότι το όνομά του δεν βρισκόταν επισήμως στη Μαύρη Λίστα.

Ένας άνθρωπος με την ιδεολογία και την καταγωγή του Μίροπολ – άλλωστε στο στόχαστρο της μεσοπολεμικής Κου Κλουξ Κλαν ήταν και οι Εβραίοι, οι αριστεροί και οι κομμουνιστές – δεν θα μπορούσε παρά να συγκλονιστεί από αποτροπιασμό αντικρίζοντας τη φωτογραφία με το λυντσάρισμα στην Ιντιάνα. Τη σκέφτεται συνέχεια, τον «στοιχειώνει» για μέρες όπως έχει σχολιάσει, και τελικά γράφει το ποίημα Bitter Fruit (Πικρό Φρούτο), μια πικρή καταγγελία των λυντσαρισμάτων και της ρατσιστικής βίας στις πολιτείες του Νότου, το οποίο και δημοσιεύει το 1937 στην εφημερίδα του Συνδικάτου των Δασκάλων New York Teacher.

Southern trees bear a strange fruit
Blood on the leaves and blood at the root
Black bodies swingin’ in the Southern breeze
Strange fruit hangin’ from the poplar trees

Pastoral scene of the gallant South
The bulgin’ eyes and the twisted mouth
Scent of magnolias sweet and fresh
Then the sudden smell of burnin’ flesh

Here is a fruit for the crows to pluck
For the rain to gather, for the wind to suck
For the sun to rot, for the tree to drop
Here is a strange and bitter crop

Στο Νότο τα δέντρα κάνουν περίεργα φρούτα
Αίμα στα φύλλα και αίμα στη ρίζα
Μαύρα κορμιά αιωρούνται στον Νοτιά
Παράξενα φρούτα κρέμονται από τις λεύκες

Βουκολικές σκηνές στον αβρό Νότο
Τα γουρλωμένα μάτια και το στραβωμένο στόμα
Η μυρωδιά της μανώλιας, γλυκειά και φρέσκια,
Και ξάφνου, η μυρωδιά της καμένης σάρκας

Να ένα φρούτο για να το τσιμπήσουν τα κοράκια
Να το μουσκέψει η βροχή, να το χτυπήσει ο αέρας
Να το σαπίσει ο ήλιος, μέχρι να πέσει από το δέντρο
Να μια περίεργη και πικρή σοδειά

Στη συνέχεια, ο Μίροπολ θα μελοποιήσει ο ίδιος και θα τραγουδάει το Strange Fruit (όπως λέγεται πια) μαζί με τη γυναίκα του, και άλλους συντρόφους και γνωστούς του, σε συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες για το συνδικάτο των Δασκάλων αλλά και για τη συγκέντρωση χρημάτων για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία: σε μια τέτοια εκδήλωση ο Ρόμπερτ Γκόρντον (Robert Gordon), μάνατζερ του περίφημου Καφέ Σοσάιετι (Cafe Society), ακούει το τραγούδι και εντυπωσιάζεται.

Καφέ Σοσάιετι (Cafe Society): το λάθος μέρος για τους σωστούς ανθρώπους

Το Καφέ Σοσάιετι, «το λάθος μέρος για τους σωστούς ανθρώπους»,[8] το οποίο εισάγει το ευρωπαϊκό πολιτικό καμπαρέ στην Αμερική, ιδρύεται το 1938 από τον εβραίο λετονικής καταγωγής Μπάρνεϊ Τζόζεφσον (Barney Josephson), ένα πρώην πωλητή παπουτσιών που λατρεύει την τζαζ. Καλλιτεχνικός διευθυντής του κλαμπ θα είναι ο Τζον Χάμοντ (John Hammond), μουσικός παραγωγός και κριτικός, ενώ υπεύθυνος για τις συναυλίες ο Ρόμπερτ Γκόρντον. Και οι τρεις είναι ενεργοί στον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα, με έμμεσους ή άμεσους δεσμούς με το κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο έχει δώσει μάχες για την κατάργηση των φυλετικών διαχωρισμών και τα δικαιώματα των μαύρων.  Έτσι, το Καφέ Σοσάιετι[9] θα γίνει  το πρώτο κλαμπ των ΗΠΑ όπου, σε μια λευκή περιοχή, λευκοί και μαύροι δουλεύουν ή διασκεδάζουν μαζί, χωρίς κανέναν διαχωρισμό. Ακόμη και στο περίφημο Κότον Κλαμπ (Cotton Club) στο Χάρλεμ, μέσα στο γκέτο, όπου παίζουν μουσική οι μεγαλύτεροι μαύροι τζαζίστες, οι μαύροι θεατές στριμώχνονται στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Όπως θα δηλώσει πολύ αργότερα οΤζόζεφσον: «I wanted a club where blacks and whites worked together behind the footlights and sat together out front … There wasn’t, so far as I know, a place like it in New York or in the whole country».[10] Με όνομα και διακόσμηση που σατιρίζουν τα κλαμπ της καλής κοινωνίας, γίνεται σύντομα δημοφιλές σε λευκούς και μαύρους, αριστερούς και κομμουνιστές που ωσμώνονται με τον κόσμο της τζαζ, μουσικής κατεξοχήν ριζοσπαστικής καθώς εκφράζει τον πόνο και τα ιδανικά του πιο καταπιεσμένου τμήματος της κοινωνίας.[11]

Το Καφέ Σοσάιετι ξεκινάει τη λειτουργία του με τραγουδίστρια την Μπίλι Χόλιντεϊ (Billie Holiday): σύντομα της προτείνουν να τραγουδήσει ένα νέο, περίεργο τραγούδι,[12] το οποίο αρχικά δεν την ενθουσιάζει, σύντομα όμως την κερδίζει. Ένα βράδυ του 1939 τραγουδά για πρώτη φορά το Strange Fruit και στο μαγαζί επικρατεί απόλυτη ησυχία. Όταν τελειώνει, όλοι οι θεατές παραμένουν σιωπηλοί και παγωμένοι από αυτό που μόλις άκουσαν. Ένας θαμώνας, στο βάθος του μαγαζιού, αρχίζει να χειροκροτά μόνος του νευρικά, και ξαφνικά όλο το κοινό ξεσπάει σε κραυγές και επευφημίες.

Διαφήμιση καταχωρημένη στον τύπο για το Strange Fruit. | Πηγή: https://www.billieholiday.be/other/photo.html

Παρά το γεγονός ότι συγκλονιστικό τραγούδι, που μιλάει ρητά και παραστατικά για τον ρατσισμό στον Νότο, δεν ταιριάζει με τη διάθεση του κλαμπ, σύντομα γίνεται αναπόσπαστο μέρος του καθημερινού προγράμματός του Καφέ Σοσάιετι: ακούγεται κάθε φορά στο τέλος, καθώς η Μπίλι Χόλιντεϊ κλείνει με αυτό το πρόγραμμά της. Κατά τη διάρκειά του, οι σερβιτόροι δεν εξυπηρετούν το κοινό και παραμένουν σιωπηλοί, το μαγαζί βυθίζεται στο σκοτάδι και το μοναδικό φως πέφτει στο πρόσωπο της Μπίλι, η οποία, μόλις τελειώνει, φεύγει χωρίς ποτέ να δεχτεί να κάνει encore. Η δυναμική του τραγουδιού ήταν τόσο μεγάλη, που υπήρχαν θεατές που πήγαιναν στο Καφέ Σοσάιετι μόνο για να ακούσουν το Strange Fruit.

Strange Fruit: το πιο σημαντικό τραγούδι του 20ου αιώνα[13]

Στις 20 Απρίλη 1939 η Μπίλι Χόλιντεϊ το ηχογραφεί, σφραγίζοντάς το για πάντα με την ερμηνεία της. Αρχικά ζητά από την εταιρεία της να το εκδώσει κανονικά σε δίσκο – η Κολούμπια (Columbia) όμως αρνείται, φοβούμενη τις αντιδράσεις, ιδίως στον Νότο. Παραδόξως, ομοίως αρνητικός στην ηχογράφηση του τραγουδιού είναι και ο Χάμοντ, μάνατζερ της Μπίλι Χόλιντεϊ. Τελικά, η Μπίλι παίρνει άδεια μιας ημέρας από την Κολούμπια και ηχογραφεί το Strange Fruit για την ανεξάρτητη εταιρεία Κόμοντορ (Commodore) του Μιλτ Γκέιμπλερ (Milt Gabler), με την προσθήκη της μουσικής εισαγωγής στην αρχή. Τα επόμενα χρόνια ο δίσκος, που στην άλλη πλευρά περιέχει τη γνωστή επιτυχία Fine and Mellow, θα πουλήσει 1 εκατομμύριο αντίτυπα, και θα γίνει η πιο επιτυχημένη δισκογραφική δουλειά της Χόλιντεϊ έως τότε.

Οι αντιδράσεις απέναντι στο Strange Fruit είναι ισχυρές: οι προοδευτικοί κύκλοι το αποθεώνουν, όμως οι ραδιοφωνικοί σταθμοί το αγνοούν, οι παραγωγοί το απεχθάνονται, οι «φιλήσυχοι πολίτες» το αποφεύγουν. Μια κριτική στο περιοδικό Τάιμ το χαρακτηρίζει ως μουσική προπαγάνδα υπέρ του NAACP.[14] Το 1941, ο Μίροπολ καλείται να καταθέσει σε μια επιτροπή που διερευνά την επίδραση του κομμουνισμού στα δημόσια σχολεία και, μεταξύ άλλων ερωτήσεων που αφορούν στη συνδικαλιστική του δράση, ερωτάται και αν πληρώθηκε από το αμερικανικό κομμουνιστικό κόμμα για να γράψει το συγκεκριμένο τραγούδι. Οι αστυνομικές αρχές αρχίζουν να κυνηγούν την Μπίλι Χόλιντεϊ για την τοξικομανία της. Όμως, παρά τις αντιδράσεις, το Strange Fruit, ένα από τα πιο σημαντικά τραγούδια διαμαρτυρίας του 20ου αιώνα, συνεχίζει το ταξιδι του, μπαίνοντας στα σπίτια και κερδίζοντας τις καρδιές μαύρων και λευκών, δημοκρατών και αριστερών.

Η δημοτικότητα του τραγουδιού φαίνεται ότι είναι πιο περιορισμένη κατά τη δεκαετία του 1950. Μέσα στην τρομοκρατία του μακαρθισμού και τις Μαύρες Λίστες, το 1948 κλείνει το Καφέ Σοσάιετι, και οι περισσότεροι από όσους ενεπλάκησαν στη δημιουργία του μύθου του δεν βρίσκουν δουλειά. Το τραγούδι όμως θα επανέλθει δριμύτερο κατά τη δεκαετία του 1960, αυτή τη φορά μέσα στο μεγαλειώδες κίνημα της πάλης ενάντια στον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις. Αυτή τη φορά, είναι η Nina Simone που το ερμηνεύει, δίπλα σε άλλα τραγούδια διαμαρτυρίας όπως το Mississippi Goddam ή το Backlash blues. Στις δεκαετίες που ακολουθούν, δεκάδες καλλιτέχνες θα προσφέρουν τη δική τους εκδοχή για το συγκλονιστικό Strange Fruit, μεταξύ των οποίων η Νταϊάνα Ρος (Diana Ross), οι UB40 και οι Siouxsie and the Banshees.

Το Strange Fruit υπήρξε ένα τραγούδι-σταθμός του αγώνα ενάντια στον ρατσισμό, το οποίο σφράγισε και τους ανθρώπους που το δημιούργησαν και την πραγματικότητα που το γέννησε. Η σημασία και η επιδραστικότητά του αποτυπώνονται ξεκάθαρα ακόμη και σε μικρές λεπτομέρειες, όπως λ.χ. στο ψευδώνυμο «Φράνσις Νιούτον (Francis Newton)» που χρησιμοποιεί ο Έρικ Χομπσμπάουμ (Eric Hobsbawm) στα άρθρα που γράφει για την τζαζ στο βρετανικό περιοδικό Νιου Στέιτσμεν (New Statesmen), από το όνομα του Φράνκι Νιούτον, του κομμουνιστή τρομπετίστα που ηχογράφησε μαζί με την Μπίλι Χόλιντεϊ το περίφημο τραγούδι.

Το 1999, το περιοδικό Τάιμ στο τεύχος της 31ης Δεκεμβρίου ανακηρύσσει το Strange Fruit ως το τραγούδι του 20ού αιώνα. Κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στον ρατσισμό, που ακόμη υφίστανται οι μαύροι στην Αμερική, το Strange Fruit εξακολουθεί και σήμερα, στον 21ο αιώνα, να είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Άραγε, οι νέοι αγώνες για την πλήρη απελευθέρωση των μαύρων αλλά και όλου του αμερικανικού λαού από την λευκή κυριαρχία που διαδραματίζονται αυτήν την περίοδο στις ΗΠΑ θα οδηγήσουν σε νέες ιστορικές ερμηνείες και εκδοχές του τραγουδιού; Ή θα βγουν νέα συγκλονιστικά τραγούδια που θα εκφράσουν την πάλη ενάντια στον ρατσισμό σήμερα; Τα χρόνια που έρχονται θα είναι αποκαλυπτικά.


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Στέλιος Χρονόπουλος.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Μαρία Κουτσουμπού

Μαρία Κουτσουμπού

Η Μαρία Κουτσουμπού είναι αρχαιολόγος, υπάλληλος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε