Επίκαιρα Τεύχος #6

Τρία μαθήματα από το Occupy Wall Street, με μια γερή δόση αναμνήσεων

Το πρωτότυπο άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο Counterpunch (20/9/2018).
Την μετάφραση έκαναν ο Δημήτρης Ιωάννου και ο Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος

Επτά χρόνια πριν, στις 17 Σεπτεμβρίου του 2011, συμμετείχα στην πρώτη διαδήλωση του Occupy Wall Street στη Νέα Υόρκη. Η πρωτοβουλία είχε δημοσιοποιηθεί διαδικτυακά με έξυπνους και αινιγματικούς τρόπους, ανακαλώντας ιδιαίτερα τις πρόσφατες μεγαλειώδεις εξεγέρσεις στην περιοχή της Μεσογείου στην Πλατεία Ταχρίρ, το Σύνταγμα και το M15 –το κίνημα των Ισπανών Αγανακτισμένων.

H συλλογικότητα που εξέδιδε το Adbusters στο Βανκούβερ, περιοδικό που ασχολείτο με την αντι-διαφήμιση επαναστατών και στο οποίο ήμουν κάποτε συνδρομητής, ήταν από τις πρώτες που έδωσαν δημοσιότητα στο OWS. Ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τη διάσημη αφίσα με τη χορεύτρια πάνω στον ταύρο και την αινιγματική ερώτηση «Ποιο είναι το ένα μας αίτημα;». Ένα άλλο διαδικτυακό κάλεσμα προσδιόρισε μακροσκελείς διαδικασίες για συνελεύσεις που θα καταλάμβαναν το Μπρόντγουέι τετράγωνο το τετράγωνο, η κάθε μια καταλαμβάνοντας ένα πεζοδρόμιο και αναζητώντας την σύμφωνη γνώμη όλων των παρευρισκομένων στην διατύπωση των αιτημάτων τους. Τίποτα από όλα αυτά δεν έγιναν στην πραγματικότητα φυσικά. Οι κανόνες περιελάμβαναν την άρρητη συμφωνία ότι η ομοφωνία δεν συμπεριελάμβανε την αστυνομία. Εάν οι συνελεύσεις παρενοχλούνταν από αστυνομικούς, έπρεπε να διαλυθούν και να συνεδριάσουν εκ νέου σε διαφορετικό τετράγωνο.

Οι πρώτοι «πραγματικοί» άνθρωποι του OWS ήρθαν όμως από την κατασκήνωση Bloombergville που είχε στηθεί λίγο νωρίτερα στο δημαρχείο. Για μήνες είχαν διαμαρτυρηθεί για τα σχέδια αστικής ανάπλασης στην πόλη, την έλλειψη οικονομικών κατοικιών και τη συνήθη βαρβαρότητα απέναντι στους αστέγους. Στις 17 Σεπτεμβρίου, οι αρχικές συνελεύσεις γύρω από το Bowling Green (το παλιό πάρκο δίπλα στο γλυπτό του ταύρο της Wall Street, για όσους δεν το γνωρίζετε) ήταν φασαριόζικες και ιδεολογικά συγκεχημένες: μια σύγκλιση απο ικανούς «επαγγελματίες» οργανωτές και 24/7 αγκιτάτορες διακοσμημένοι με κονκάρδες, αρκετούς εργαζόμενους στις τράπεζες μαζί και αστέγους, χίπηδες και πάνκηδες, φίλους της γιόγκα και ακαδημαϊκούς, τον Ντέιβιντ Γκράμπερ να προτρέπει σε διαγραφή των χρεών, έξι κατηγορίες σεκταριστών η κάθε μία με τα πανό της, μια θλιβερή υποψία του Tea Party, και μια σειρά από κόσμο που ήθελε απλά να κάνει κάτι όπως εγώ και εσείς.

Ήμουν εκεί με δύο φίλους που είχα αρχικώς γνωρίσει διαδικτυακά. Φύγαμε το απόγευμα, αφού τα απομεινάρια των ακαθοδήγητων πορειών και αυτοσχέδιων σεμιναρίων χρηματοοικονομικών, τα οποία στην μεγαλύτερη ακμή τους αριθμούσαν το μέγιστο 2000 άτομα, είχαν συγκλίνει στο πάρκο Ζουκότι όπου άρχισε να στήνεται μια κατασκήνωση. Οι φίλοι μου και εγώ πιστεύαμε ότι θα διαλυθεί το ίδιο κιόλας βράδυ από την αστυνομία. Θα πρεπε να είχα υποψιαστεί την πιθανότητα η υποτιθέμενη εμπειρία μου για το πως γίνονται τα πράγματα να μην είναι αλάνθαστος οδηγός για το μέλλον. Ποιος είναι εκείνος που είπε ότι η ιστορία είναι μια ιστορία εκπλήξεων;

Την επόμενη μέρα και την επόμενη εβδομάδα ενθουσιάστηκα μαθαίνοντας ότι η κατασκήνωση είχε παραμείνει άθικτη, εκμεταλλευόμενη εξαιρετικά μεταξύ άλλων και ένα παραθυράκι του νόμου σχετικά με τους ιδιωτικής κυριότητας δημόσιους χώρους στην Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με την σύμβαση που έχουν συνάψει οι εργολάβοι-επενδυτές με την πόλη, αυτοί οι χώροι είναι πλήρως δημόσιοι αλλά δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Τμήματος για τα Πάρκα και ως εκ τούτου δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις που διέπουν το κλείσιμο των δημοτικών πάρκων το βράδυ. Η Εθνική Ένωση Δικηγόρων και η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών ήρθαν στο χώρο και παρέλαβαν κάποια αιτήματα για διάλυση της συνέλευσης. Πάνω από όλα όμως το Occupy Wall Street παρέμεινε επειδή λίγες εκατοντάδες άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν εκείνη τη νύχτα αποφάσισαν ότι έτσι θα γίνει, και ευχαριστώ και εκείνους και τις πολλές χιλιάδες που τους ακολούθησαν τους επόμενους δύο μήνες.

Η κατασκήνωση μεγάλωσε, μετατράπηκε σε καρναβάλι με κουζίνα και βιβλιοθήκη, με καλλιτεχνικές δράσεις και μια μόνιμη γενική συνέλευση που αποκάλυπτε τα πάντα και μπορούσε να αποφασίσει για τα πάντα, κάτι που ίσως δεν ήταν εν τέλει ο στόχος. Δούλευα πολλές ώρες εκείνο τον καιρό. Κάποιες μέρες εμφανίστηκα στις 7 το πρωί για να δώσω κανένα εικοσαδόλαρο και κάτι τσιγάρα στην ομάδα των media πριν φύγω τρέχοντας για τη δουλειά. Λέγοντας το αυτό θα ήθελα επίσης να παραδεχτώ ότι δεν το δημιούργησα εγώ όλο αυτό. Ήμουν απλά ένας από τα εκατομμύρια που ενθουσιάστηκαν και κινητοποιήθηκαν από αυτό. Αργότερα έλαβα μέρος στο Occupy Astoria-LIC και το Occupy Alternative Banking, ένα εκ των οποίων παραμένει ακόμη ένας στενός κύκλος φίλων, ενώ το άλλο συνεχίζει έως σήμερα και αποτελεί μια από τις πολλές θρυαλλίδες του ανερχόμενου κινήματος για την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του χρήματος. Πέραν από τις προσπάθειες για να έρθει το Occupy στις γειτονιές, ήμουν επίσης μέρος της πιο ωραίας, παρότι σύντομης, τουρκο-ελλληνικο-βραζιλιάνικης αναβίωσης του Occupy τον Ιούνη του 2013 στην οποία θα επανέλθω σε επόμενο άρθρο.

Ύστερα από δύο εβδομάδες σχεδόν απόλυτης σιωπής από τα μηντιακά συγκροτήματα -αυτό συχνά λησμονείται- τα τελευταία τελικώς αναγνώρισαν τη συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων στο κέντρο της πόλης. Όπως λέει και το σύνθημα, «πρώτα σε αγνοούν, μετά σε γελοιοποιούν, και μετά…». Στα ξαφνικά, ωστόσο, η τηλεόραση, οι διάφοροι ειδικοί και τα τάμπλοιντ επιδόθηκαν σε μια 24/7 καμπάνια παραπληροφόρησης και υποτίμησης των όσων συνέβαιναν. Σε αυτό συνεπικουρούσαν όχι μόνο τα «κατεστημένα» και συντηρητικά μίντια αλλά και η ακούραστη περιοδική αντιπολίτευση του Comedy Central (σ.μ: καλωδιακό τηλεοπτικό δίκτυο με εκπομπές χιουμοριστικού περιεχομένου όπως το South Park). Μια αγέλη λύκων είναι ίσως η καλύτερη μεταφορά;

Τουλάχιστον αυτό βοήθησε στο να διευρυνθούν οι καταλήψεις σε πολλές άλλες πόλεις και κωμοπόλεις καθώς και να αναπτυχθεί ένα κίνημα διαδηλώσεων αλληλεγγύης διεθνώς. Oι τελευταίες έκαναν τις όποιες συγκεντρώσεις στις ΗΠΑ να μοιάζουν τόσο μικροσκοπικές! Παρ’ όλα αυτά, ήταν γεγονός ότι ξαφνικά «οι ιδέες μας ήταν στο κεφάλι όλων». Όλοι μιλούσαν για το OWS, και μάλιστα επί μακρόν. Ακόμη και μια ομάδα στελεχών φαρμακευτικών εταιριών που είχαν συγκεντρωθεί για να λάβουν μέρος σε μια εμπορική συμφωνία, την οποία έτυχε να παρακολουθήσω ως ο τελευταίος παρευρισκόμενος Factotum (σ.μ: αναφορά στον ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μπουκόφσκι), πέρασαν την πρώτη τους ώρα συμφωνώντας ότι ήταν σημαντικό. Εννοείται ότι ομάδες σαν αυτή περιλαμβάνουν το είδος των 1%ers που δεν καταδικάζουν τις λαϊκές διαμαρτυρίες αλλά τουναντίον, αναρωτιούνται ποια πλευρά πρέπει να χρηματοδοτήσουν. Εν τω μεταξύ, πάρα πολλοί συνδικαλιστές κατάλαβαν ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε και συμμετείχαν μαζικά τόσο στις δράσεις στο Ζουκότι όσο και σε αυτές που ακολούθησαν.

Το Occupy Wall Street στην αρχική του μορφή δεν ήταν το «κίνημα» που θα κρατούσε για καιρό, παρ’ όλα αυτά σήμερα το πνεύμα του έχει μπολιάσει δεκάδες κινήματα που ως επί το πλείστον προϋπήρχαν αυτού, συνυπήρξαν με αυτό, αλληλοτροφοδοτήθηκαν και βγήκαν ενισχυμένα, αποφασισμένα να διαταράξουν την καθεστηκυία τάξη, να ακολουθήσουν ένα επαναστατικό μετασχηματισμό τόσο της κοινωνίας όσο και του συστήματος.

Πέτυχε; Εννοώ πέρα από το να υπενθυμίσει στον Ομπάμα ότι έπρεπε να ξανασυστήσει ένα στοιχείο λαϊκισμού στην ρητορική του για να διασφαλίσει την επανεκλογή του το 2012; Η παρακαταθήκη του αγαπητοί μου είναι παντού γύρω μας. Οι ιδέες του, οι πρακτικές του, ή μάλλον καλύτερα οι αρχαίες και νέες ιδέες και πρακτικές που το OWS εξέφρασε και ενσάρκωσε για κάποιο καιρό, σε κάποια μέρη και με διάφορους τρόπους, είναι ακόμη πανταχού παρούσες. Το OWS είναι μια ιστορία και εξακολουθούμε να τη γράφουμε. Είναι παρόν σαν ένα νήμα σκέψης και δράσης σε πολλά σημερινά κινήματα τα οποία δεν θα απαριθμήσω εδώ, προκειμένου να μην θεωρηθεί ότι δίνω όλα τα εύσημα στο OWS αντί στους ανθρώπους που τα στηρίζουν και τα καθοδηγούν. Η πρωτοβουλία είναι σε όσους δρουν τώρα, ανεξαρτήτως του από που εμπνεύστηκαν, και οι ρίζες της δεν είναι πάντα εμφανείς.
Η ιστορία που επιθυμώ να γράψω εδώ δεν σχετίζεται με το αν το OWS υπήρξε η αφετηρία του «κινήματος», αλλά αφορά περισσότερο την ανάδειξη των τριών λόγων για τους οποίους ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους καταλύτες για τα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης εδώ και δεκαετίες. Αυτοί βέβαια σκιαγραφούνται χωρίς να υποστηρίζω ότι εξαντλούν την όποια συζήτηση. Εάν έχετε μια διαφορετική λίστα, κάνετε μια προσπάθεια να την γράψετε.

ΕΝΑ: Ποιο ήταν το βασικό μας αίτημα;

Αντίθετα με τις δογματικές αναγνώσεις, το κίνημα Occupy Wall Street είχε ένα ξεκάθαρο και πειστικό αίτημα. Βασικά, το αίτημα φαινόταν στο ίδιο το όνομά του. Τρεις λέξεις. Το κάλεσμα ήταν ριζοσπαστικό γιατί απευθυνόταν στον κόσμο και στα κινήματα που αγωνίζονται για δικαιοσύνη και ειρήνη, και όχι στην κυβέρνηση, ούτε στο κατεστημένο, ούτε στο Κογκρέσο, ούτε στους έξι φιλελεύθερους σχολιαστές που επιχείρησαν να αναλύσουν το νόημα του κινήματος –μια διαδικασία απαραίτητη πριν από την εξόντωσή του. Παρεμπιπτόντως, δεν θα έπρεπε όλοι οι προαναφερθέντες θεσμοί να αντιμετωπίζονται απλοϊκά ως «εχθροί» σε όλες τις περιπτώσεις· αλλά αν αυτοί οι βράχοι που μας φράζουν το δρόμο κυλήσουν κάποτε προς την κατεύθυνση κάποιας ουσιαστικής αλλαγής, αυτό θα οφείλεται στη δύναμη του λαού που θα τους έχει σπρώξει προς τα εκεί.

Occupy”, «καταλάβατε», ένα ρήμα στην προστακτική –που μπορεί να λειτουργήσει και ως συνώνυμο του «διαταράξτε» ή «χτυπήστε»- που προέτρεπε σε λαϊκή δράση εναντίον ενός αντικειμένου, δύο ουσιαστικών που αποτελούν την ταυτότητα των μεγαλύτερου εχθρού που οφείλουμε να πλήξουμε: της Wall Street, δηλαδή της απόλυτης κυριαρχίας του ιδιωτικού τομέα και του καπιταλιστικού κέρδους. Το όνομα του κινήματος ανάγκασε τα λαϊκά κινήματα να συνειδητοποιήσουν πως καμία προοδευτική μεταρρύθμιση ή επανάσταση δεν θα συμβεί επειδή είναι λογική, επειδή απαντά σε πραγματικές, πανθομολογούμενες αδικίες, ή επειδή είναι εφικτή και αξίζει την προσπάθεια. Χρειάζεται αγώνας. Βασικά, χρειάζεται πολλούς αγώνες, πολλούς αγωνιστές και αγωνίστριες που θα χορεύουν και θα υποφέρουν μαζί για πολύ καιρό, πριν να εμφανιστεί ξαφνικά η αλλαγή, αυτονόητη, αναπόφευκτη, ηγεμονική.

ΔΥΟ: «Ποιος κάνει κουμάντο εδώ; Νόμιζα πως ήσουν εσύ.»

Παρά την αυτονόητη στόχευση του χρηματοπιστωτικού τομέα που είχε προκαλέσει το κραχ του 2008 εξαπατώντας συνειδητά τους πάντες και τελικά διασώθηκε από τα χαλάσματα εξασφαλίζοντας ακόμα μεγαλύτερη δύναμη, το OWS δημιούργησε μια ανοιχτή και αρχικά υλική πλατφόρμα για τη καταγραφή των λαϊκών διεκδικήσεων ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε για να έχει απήχηση. Βέβαια, άργησε κάνα-δυο χρόνια, γιατί όφειλε να έχει ξεκινήσει το 2008, αλλά γι’ αυτό δεν φταίνε οι ακτιβιστές. Μάλιστα, πολλές ομάδες είχαν οργανώσει εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στην περιοχή του Χρηματιστηρίου την περίοδο αμέσως μετά το κραχ, κάποιες από τις οποίες είχαν συγκεντρώσει και περισσότερο κόσμο από το OWS έστω και για μια μέρα, αλλά δεν είχαν το ίδιο αποτέλεσμα. Το στοιχείο που έκανε τη διαφορά, παρότι αργότερα κακολογήθηκε, ήταν οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που ακολούθησε το Occupy, το οποίο ενόχλησε την Wall Street με έναν τρόπο που οι προηγούμενες, ιεραρχικά οργανωμένες, προσπάθειες δεν είχαν καταφέρει. Η επιτυχία οφειλόταν και στη χαρά που έφερε όλο αυτό αρχικά στους συμμετέχοντες, στην απελευθερωμένη δημιουργικότητα, στην ενθάρρυνση προς όλους να συμμετέχουν ως ίσοι, να πουν τη γνώμη τους και να την ακούσουν να επαναλαμβάνεται από τις ενωμένες φωνές εκατοντάδων άλλων.
Αυτό δεν σημαίνει πως η «οριζοντιότητα» είναι ο κατάλληλος τρόπος οργάνωσης σε όλες τις συνθήκες, ή ότι είναι ο μόνος τρόπος να λειτουργεί ένα κίνημα δημοκρατικά. Η κατάλληλη κίνηση την κατάλληλη στιγμή εξέθρεψε και τη συνακόλουθη ανικανότητα του κινήματος να υιοθετήσει μια πιο βιώσιμη μορφή. Ο διαδικαστικός αναρχισμός που εκφράστηκε με το σύνθημα «χωρίς αιτήματα, χωρίς αρχηγούς, χωρίς οργάνωση» και πυροδότησε τη γιορτή, ήταν και ο λόγος, εν μέρει τουλάχιστον, που αυτή διαλύθηκε υπό πίεση. Πρώτα απ’ όλα, ήταν μαγνήτης για ύποπτα και κακοποιά στοιχεία κάθε είδους. Σε ένα πιο θεμελιακό επίπεδο, η υπόσχεση εμφάνισης της επιθυμητής νέας κοινωνίας εντός ενός περιορισμένου χώρου υπό αστυνομικό κλοιό, προφανώς δοκιμάστηκε σοβαρά. Περιμέναμε από το Ζουκότι Παρκ να οικοδομήσει το κίνημα, ή μήπως να ξεκινήσει ένα κοινόβιο στο σημείο που είχε τις λιγότερες πιθανότητες να επιβιώσει;

Ακολουθεί σπόιλερ! Ο δολοφόνος δεν ήταν κανείς από τους ανωτέρω!

Το αμερικανικό κύμα καταλήψεων του 2011 τελείωσε απότομα με μια αστυνομική κατασταλτική επιχείρηση που συντονίστηκε σε ομοσπονδιακό επίπεδο και εκτελέστηκε σε όλα τα σημεία της επικράτειας ταυτόχρονα, στις 11 Νοεμβρίου 2011. Πολλές φορές αυτό λησμονείται, ακόμα κι από κάποιους ακτιβιστές του Occupy όταν κάνουν (και σωστά) την αυτοκριτική τους. Η Φιλαδέλφεια και το Όκλαντ είχαν διαφορετικές ιστορίες, αλλά έτσι πήγε το πράγμα σχεδόν οπουδήποτε αλλού. Κατά την επιχείρηση καταστολής στη Νέα Υόρκη, η διοίκηση του Bloomberg χρησιμοποίησε ένα οχυρό «αντιτρομοκρατικό» κέντρο επιχειρήσεων και παρακολούθησης στο οποίο είχαν γραφεία όχι μόνο οι Αστυνομίες της πόλης και της πολιτείας της Νέας Υόρκης, το FBI και άλλες ομοσπονδιακές, πολιτειακές και δημοτικές υπηρεσίες, αλλά και η Κεντρική Τράπεζα της Νέας Υόρκης, η J.P. Morgan, η Goldman Sachs και η Pfizer, μεταξύ άλλων.

Αυτή η πραγματικότητα μας πρόσφερε ένα ακόμα πολύτιμο μάθημα. Όλοι ξέρουμε πώς συνεχίζεται το τσιτάτο που συχνά αποδίδεται στον Γκάντι: «Και μετά σου επιτίθενται». Σε κάποια φάση επίσης, εφαρμόζουν το αντι-εξεγερσιακό εγχειρίδιο, όσο καλά κι αν εφαρμόζεις τακτικές ειρηνικής πολιτικής ανυπακοής. Αν και διαφωνώ με την άποψη ότι η αντι-βία έχει οποιαδήποτε πιθανότητα να τα βάλει με το σύγχρονο κράτος, θεωρώ την αντι-οργάνωση απαραίτητη. Δεν είναι αρκετό να διαλύεται η συγκέντρωση για να ξανασυγκεντρωθεί κάπου αλλού. Δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε άμυνα στο αμερικανικό πλαίσιο, εκτός από την παρουσία μας στο δημόσιο χώρο και σε τόσο μεγάλους αριθμούς που να είμαστε αμετακίνητοι.

Αν οι καταλήψεις είχαν συνεχιστεί και επιβιώσει μέχρι την άνοιξη του 2012, δεν μπορεί κανείς να πει τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, καλό ή κακό. Η μεταμόρφωση των καταυλισμών σε ένα πραγματικά μαζικό κίνημα με στόχο την οικονομική επανάσταση είναι μόνο το πιο ρόδινο ενδεχόμενο, και υπάρχουν και πολύ σκοτεινότερα, ανάλογα με τις αντιδράσεις που θα μπορούσε να προκαλέσει μια συνεχής διατάραξη του Business as Usual. Φυσικά, μπορεί πολύ απλά να έσβηνε σιγά-σιγά στην παγωνιά.

Αυτό που μένει στην καρδιά μου συνέβη λίγες μέρες μετά την εκκένωση, όταν είδα τη μεγαλύτερη πορεία αριστερών στη Νέα Υόρκη εδώ και δεκαετίες, ένα μακρόσυρτο μωσαϊκό από αγώνες και κουλτούρες στο οποίο επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια, σχεδόν όλοι οι διαδηλωτές ήταν νεώτεροι από μένα. Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους όλων, μια και αυτοί οι 20 χιλιάδες άνθρωποι από 200-τόσες οργανώσεις που ελίσσονταν μέσα στα, συχνά επικίνδυνα στενά, αστυνομικά οδοφράγματα, είχαν όλοι τους λόγους τους για να παρίστανται συλλογικά ή ατομικά, αλλά από όσα παρατήρησα, όλοι διαδήλωναν ενωμένοι κάτω από δύο κοινά αιτήματα: να διασφαλιστεί η ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι που είχε έμπρακτα αποστερηθεί το OWS, και να αντιμετωπιστεί ο πλανητικός «ελέφαντας».
Και τώρα, το σοκαριστικό φινάλε: Ποιος είναι ο πλανητικός ελέφαντας, σας ακούω να ρωτάτε;

ΤΡΙΑ: «Και μετά νικάς;»

Το OWS ανέδειξε την πολιτική οικονομία ως το κεντρικό, ενοποιητικό σύστημα διακυβέρνησης. Πολλοί μπορεί να διαφωνούν, αλλά νομίζω ότι είναι εγγενές και προφανές στη ρητορική του 1% και του 99%. Αυτή η γλώσσα δεν ήταν καθόλου καινούρια, αλλά ήταν λογοκριμένη για δεκαετίες και η απελευθέρωσή της παραμένει, για τώρα, η πιο προφανής κληρονομιά του Occupy. Οι καταλήψεις πέτυχαν να αποκαταστήσουν ένα λαϊκό λεξιλόγιο που να αποκαλύπτει ότι υπάρχει κυρίαρχη τάξη, ότι είναι αυτή που έχει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και ότι αυτή η ιδιοκτησία και η διαχειριστική αυτής θεσμική ελίτ είναι συγκεντρωμένη στους ελάχιστους των ελαχίστων, σε ακόμα λιγότερους και από αυτό το «1%». (Παρεμπιπτόντως, η βάση του 1% αποτελείται κυρίως από πετυχημένους γιατρούς, αρχιτέκτονες και καταστηματάρχες. Όπως θα έλεγαν και οι στατιστικοί, η καμπύλη της ανισότητας είναι ασυμπτωτική.)
Την ίδια στιγμή, το OWS ποτέ δεν έθεσε το ψευτοδίλημμα ανάμεσα στην ταξική πάλη και τους αγώνες των υποτελών και ιστορικά καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, όπως κάποιες μορφές των φιλελεύθερων ταυτοτικών πολιτικών που συνεισφέρουν στη στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» και τελευταία είναι πολύ της μόδας.

Αντίθετα, η αρχική «Διακήρυξη της Κατάληψης της Νέας Υόρκης» δήλωνε ξεκάθαρα πως «όλες οι διεκδικήσεις μας σχετίζονται μεταξύ τους», και σχετίζονται μέσω του συστήματος πολιτικής οικονομίας με το κοινό όνομα «καπιταλισμός». Σε αυτόν τον αγώνα, δεν υπάρχει αντίφαση αλλά κοινό έδαφος και η ανάγκη για συμμαχίες ανάμεσα στην οργανωμένη εργασία, τα γυναικεία δικαιώματα, τη διασφάλιση της δικαιοσύνης και της ισότητας που στερούνται οι Αφροαμερικανοί, την παροχή ασφάλειας και δικαιωμάτων στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, την ισότιμη προστασία όλων ανεξάρτητα από το ποιον αγαπούν και πώς αυτοπροσδιορίζονται ως άτομα, και τη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για καθαρή τροφή, υγειονομική φροντίδα, στέγη και ισότιμη πρόσβαση σε επαρκώς χρηματοδοτημένη εκπαίδευση για όλους. Όπως επίσης, και αδιαχώριστα από όλους αυτούς τους αγώνες, την προστασία της ελευθερίας του πολιτικού λόγου, του τύπου, του συνέρχεσθαι, των διαδηλώσεων και της συλλογής υπογραφών.

Δεν υπάρχει αντίφαση αλλά κοινό έδαφος μεταξύ της οικολογικής και της οικονομικής δικαιοσύνης για τους φτωχοποιημένους και αποστερημένους πληθυσμούς, ο αγώνας για τη λήξη της χρεοδουλείας των φοιτητών –και της πλειονότητας των ανθρώπων!-, ο αγώνας για την προστασία των οικογενειών ενάντια στις κατασχέσεις των κατοικιών τους, και το όραμα για ένα ορθολογικό, κοινωνικοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα κατευθύνει το κεφάλαιο στην εξυπηρέτηση αναγκών και όχι στη μεγιστοποίηση του ιδιωτικού κέρδους. Mια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά, διαφορετικά δεν θα γίνει καθόλου.

Η συνένωση όλων αυτών των αγώνων υπαγορεύεται από την ανάγκη να πάρουμε πίσω και να αναδιανείμουμε τη δύναμη που σφετερίστηκαν και τη λεία που υφάρπαξαν οι εγκληματίες δισεκατομμυριούχοι (και είναι όλοι τέτοιοι, χωρίς εξαιρέσεις), να βάλουμε τέλος στις περιοδικές προγραμματισμένες υφέσεις και κρίσεις του καπιταλισμού με τις πάντοτε κλιμακούμενες βίαιες συνέπειες και ανθρώπινες απώλειες, να ξεκινήσουμε αμέσως και σε παγκόσμια κλίμακα τις μεταρρυθμίσεις στην παραγωγή τροφίμων, ενέργειας και αγαθών οι οποίες είναι αναγκαίες αν θέλουμε η ζωή και ο πολιτισμός μας να έχουν συνέχεια στον πλανήτη, να τερματίσουμε την κυριαρχία των αμυντικών δαπανών και του στρατιωτικού συμπλέγματος εντός του κράτους, και μαζί την αυτοκρατορία και τον διαρκή της πόλεμο, που μπορεί να μοιάζει σαν απλή μπίζνα για όσους από μας δεν βρισκόμαστε στα μέτωπα, αλλά με τη δική του λογική πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει είτε ειρηνικά, είτε με παγκόσμιο αφανισμό.

Ο καπιταλισμός δεν επινόησε όλα τα προβλήματα, και μπορεί πράγματι να μην είναι η ιστορική πηγή όλων των πλευρών του ρατσισμού, του σεξισμού, του ιμπεριαλισμού και του μίσους, όπως μπορεί να μην ήταν πάντα η χειρότερη επιλογή από όσες παρουσιάζονταν στην ανθρωπότητα· όμως σήμερα, καθοδηγεί όλα τα στοιχεία της καταπίεσης σε μια σύγκλιση αποκαλυπτικών διαστάσεων και συνεπειών. Ο καπιταλισμός δεν προσφέρει καμία λύση, παρά μόνο ολοένα και πιο παραληρηματικά και απλοϊκά οράματα, τα οποία κρατούν υπό τη σαγήνη τους πολλούς από τους εναπομείναντες «αρίστους». Κάποια από αυτά είναι τεχνο-ουτοπικά, κάποια θεοκρατικά, κάποια κατηγορηματικά φασιστικά. Και οι τρεις αυτές παραλλαγές είναι παρούσες στην τωρινή αμερικανική κυβέρνηση.

Έχει έρθει επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου για την κατάληψη του επίγειου παραδείσου που τα ΑΕΠ μας ισχυρίζονται ότι είναι ήδη εδώ. Η προστασία των αρρώστων και των ηλικιωμένων και των ατόμων με αναπηρία και των νέων είναι ένας και ενιαίος αγώνας με αυτόν για την επιβράδυνση της ρουτίνας δουλειά-χλαπάκιασμα-ξαλάφρωμα-πληρωμή-επιστροφή στη δουλειά-επαναλάβατε μέχρι να πεθάνετε.

Από την άλλη, η καθημερινή λειτουργία του τέρατος γνωρίζει μονάχα κατασχέσεις και ιδιωτικοποιήσεις και τη δηλητηρίαση του νερού και του αέρα και του εδάφους και του χρόνου και των ματιών και του μυαλού, περισσότερες διαχωριστικές γραμμές και συγκρούσεις για τους πολλούς, όλο και μικρότερους μισθούς και συντάξεις για τα περισσότερα νοικοκυριά σε συνδυασμό με όλο και μεγαλύτερη επισφάλεια, πιο εντατικά εργασιακά καθεστώτα που χτυπούν ανθρώπινα κορμιά αναγκασμένα να προσφέρουν «δωρεάν εργασία», περισσότερο πλιάτσικο και κάψιμο για τους πλούσιους που ασχολούνται με διαστημικές φαντασιώσεις, περισσότεροι καύσωνες και κυκλώνες και κατολισθήσεις και πυρκαγιές και ωκεανοί πλαστικού, συνεχείς ενημερώσεις παιχνιδιών για όσους μπορούν να παίξουν, η μοναξιά της εγκιβωτισμένης κατανάλωσης κι ένα χάπι για κάθε διάθεση, τα μυαλά μας επιτέλους γεμάτα μ’ ένα ατελεύτητο ψυχαγωγικό πρόγραμμα στο οποίο οι Στημένες Πολιτικές Συγκρούσεις έχουν γίνει το Μεγαλύτερο Σόου Όλων Των Εποχών και οι οθόνες πια μας παρακολουθούν καλύτερα απ’ όσο τις παρακολουθούμε εμείς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε σε κάποια αφελή ιδέα αρμονικής ενότητας, ότι δεν υπάρχουν σοβαρές συγκρούσεις και αντιφάσεις εντός του 99% που πρέπει να αντιμετωπιστούν και όχι να θαφτούν σε κάποια ενωτική ρητορική περί «εργατικής τάξης». Αλλά η βαθιά κατανόηση της μεγάλης εικόνας μέσω της οποίας «όλες οι διεκδικήσεις μας σχετίζονται» –μέσω της πολιτικής οικονομίας και των συστημάτων ιδιοκτησίας και αποδοτικότητας- καθορίζει μια κοινή αποστολή, η οποία έχει γίνει εδώ και καιρό ζήτημα όχι μόνο σοσιαλισμού ή βαρβαρότητας, αλλά επιβίωσης ή αφανισμού.

ΤΕΛΟΣ;

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Νικόλας Λεβής

Νικόλας Λεβής

Ο Νικόλας Λεβής είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα ιστορίας του The Graduate Center-CUNY, μεταφραστής, επιμελητής και συν-συγγραφέας του Working for the Enemy. Ford, General Motors, and Forced Labor in Germany during the Second World War (Berghahn Press).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε