Κριτική Τεύχος #9

Voices on the Left: Φωνές στ’ αριστερά της θεωρίας και της πολιτικής

Το ακόλουθο κείμενο, που παρουσιάζει το βιβλίο Voices on the Left: Challenging Capitalist Hegemony, το οποίο επιμελήθηκε ο Γιώργος Σουβλής και κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2019 από τις εκδόσεις Red Marks, αποτελεί ελαφρώς επεξεργασμένη εκδοχή της ομιλίας της αρθρογράφου στη βιβλιοπαρουσίαση που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 7 Ιουνίου στον πολυχώρο Κομμούνα. Το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στο δεύτερο από τα έξι κεφάλαια του βιβλίου, που έχει τίτλο «Marxist Feminisms: historicizing the debate from 1970 and onwards and its relevance for the current struggles» και απαρτίζεται από πέντε συνεντεύξεις, στις οποίες ο επιμελητής συνομιλεί κατά σειρά με τις Kathi Weeks [Κάθι Ουήκς], Sara Farris [Σάρα Φάρις], Cinzia Arruzza [Σίνσια Αρούτσα], Silvia Federici [Σίλβια Φεντερίτσι] και Morgane Merteuil [Μοργκάν Μερτέιγ].

Voices on the Left – Challenging capitalist hegemony
Γιώργος Σουβλής
RedMarks, Αθήνα 2019 | 314 σελίδες

 

Το Voices on the Left είναι πράγματι ένα βιβλίο που περικλείει φωνές· για την ακρίβεια φιλοξενεί μια πολυάριθμη ομάδα με τις σημαντικότερες αριστερές φωνές της θεωρίας. Η αναζήτηση απ’ τ’ αριστερά αποτυπώνεται στο θεωρητικό τους έργο, στο οποίο η μαρξιστική θεωρία δεν αποτελεί απλώς κάποια φυσιογνωμική αναφορά ή κάποια αισθητική παραπομπή σε ένα αγωνιστικό πλαίσιο, αλλά θεωρητική μέθοδο και πρακτική που αξιώνει την ανανέωση των μαρξιστικών σπουδών σήμερα. Γι’ αυτό ακριβώς και οι φωνές που φιλοξενούνται στο βιβλίο είναι σημαντικές όχι μόνο για τις μαρξιστικές σπουδές, αλλά για την ακαδημία συνολικά. Η αναζήτηση απ’ τα αριστερά όμως δεν περιορίζεται στη θεωρία, αλλά και προεκτείνεται στην ίδια τη ζωή των ανθρώπων μου μιλούν σε αυτόν τον τόμο, αφού οι περισσότεροι είναι ενεργά μέλη του κοινωνικού κινήματος, απ’ όπου εξάλλου αντλούν στοιχεία των θεωρητικών επεξεργασιών τους.

Όλα αυτά αξίζει να σημειώνονται γιατί διαμορφώνουν το παζλ ενός βιβλίου με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Πού έγκειται αυτό; Το Voices on the Left θα μπορούσε να είναι ένας τόμος όπου εξέχοντες ακαδημαϊκοί και δημόσιοι διανοούμενοι θα μιλούν για την πολιτική: για την κρίση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, για τον εθνικισμό, την άνοδο του συντηρητισμού κ.λπ., προσθέτοντας κάποια επιπλέον κείμενα στην ακόμη ανοιχτή συζήτηση και κομίζοντας έτσι την αυθεντία ενός καθηγητή ή μιας καθηγήτριας πανεπιστημίου, προσφέροντάς μας δηλαδή κουβέντες σοφών ανθρώπων. Από την άλλη, το βιβλίο θα μπορούσε να είναι ένα αμιγώς ακαδημαϊκό σύγγραμμα, όπου οι ακαδημαϊκοί θα μιλούν για το επιστημονικό τους αντικείμενο, παρέχοντας κάποια επιπλέον κείμενα στο διεπιστημονικό ακαδημαϊκό ντιμπέιτ των μαρξιστικών σπουδών. Ευτυχώς το Voices on the Left δεν είναι τίποτε από τα δύο.

Αντιθέτως, το βιβλίο ως ενότητα καταφέρνει να συμπυκνώνει μια ενιαία θεωρητική και συνάμα πολιτική αφήγηση η οποία φωτίζει τα βασικά επίδικα που όρισαν τόσο τη μαρξιστική θεωρία των τελευταίων ετών όσο και την πολιτική αντιπαράθεση για τη στρατηγική του λαϊκού κινήματος και των αντιστάσεων των υποτελών στρωμάτων: θεωρήσεις του καπιταλισμού από τη σκοπιά της ιστορίας και της κοινωνιολογίας, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν απόπειρες ορισμού των κοινωνικών τάξεων, του μετασχηματισμού των εθνών και του ρόλου των κομμάτων· ζητήματα σύγχρονης πολιτικής οικονομίας· προσεγγίσεις του σύγχρονου ακροδεξιού και φασιστικού φαινομένου· ερμηνείες των μετασχηματισμών εντός της αριστεράς και του κοινωνικού κινήματος, με ιδιαίτερη έμφαση στο στοίχημα της Λατινικής Αμερικής· κριτικές παρεμβάσεις γύρω από την εργασία, την ταξική πάλη και την κοινωνική χειραφέτηση από τη σκοπιά του φεμινιστικού κινήματος· και φυσικά αντιπαραθέσεις γύρω από τον ρόλο της φιλοσοφίας και του ιστορικού υλισμού σήμερα. Το βιβλίο λοιπόν, μια κριτική πολιτική θεώρηση και θεωρία, καταφέρνει να αποτυπώνει τι σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική χωρίς θεωρητικό έρεισμα και ταυτόχρονα θεωρία πέρα κι έξω από πολιτικά επίδικα και κοινωνικές ανάγκες.

Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι το Voices on the Left φιλοξενεί συνεντεύξεις και όχι δοκίμια. Η αφηγηματική δομή της συνέντευξης δεν βοηθά μονάχα την ανάγνωση, κάνοντάς τη πιο ζωντανή, αλλά ακόμα περισσότερο έχει τη δυνατότητα να «στριμώξει» το πρόσωπο που δίνει τη συνέντευξη, επιμένοντας στις δύσκολες ερωτήσεις και στερώντας του τη δυνατότητα, που ενδεχομένως ένα δοκίμιο να παρείχε, να αποσιωπηθούν τα δύσκολα σημεία, να περιθωριοποιηθούν άλλα στοιχεία που η σχέση τους με αντιπαραθετικές οπτικές θα έβγαζε νέο και πολύτιμο νόημα κ.ο.κ. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γιώργος Σουβλής, επιμελητής του βιβλίου, που οργάνωσε και πήρε τις συνεντεύξεις, είναι ο σκηνοθέτης μιας θεωρητικής και πολιτικής πράξης ή μιας κινηματογραφικής σεκάνς που απαρτίζεται από ένα καλοχωνεμένο και σχεδιασμένο κολάζ οπτικών που όλες μαζί καταφέρνουν να αποτυπώνουν μια ενιαία εικόνα. Μια εικόνα βέβαια που δεν αξιώνει ούτε να τα πει όλα, ούτε να τα πει σωστά, ούτε να δικαιωθεί. Πρόκειται περισσότερο για μια εικόνα που συγκεντρώνει όλα τα «γιατί» και τα «πώς» της εποχής. Και η εποχή μας έχει τόσα «γιατί» και τόσα «πώς» που από μόνη της η συγκέντρωσή τους σε ενιαία αφήγηση δύναται να αποτυπώσει τα πρώτα ίχνη απαντήσεων. Πόσο μάλλον όταν δεν πρόκειται απλώς για μια ατάκτως ερριμμένη συγκέντρωση παρεμβάσεων, αλλά για τον οραματισμό και τη συστηματοποιημένη παράθεση και αντίστιξή τους.

Για την ακρίβεια, η οργάνωση του βιβλίου ανά θεματικές και όχι ανά συνεντευξιαζόμενους έχει διπλό ενδιαφέρον: Πρώτον, αποσοβεί οποιονδήποτε κίνδυνο το βιβλίο να δομείται γύρω από «προσωπικότητες», ακριβώς γιατί το επίδικο δεν είναι τι λέει αυτός ή εκείνη, αλλά τι λέγεται για ένα συγκεκριμένο θέμα από μια ομάδα ανθρώπων. Δεύτερον, οι θεματικές ενότητες του τόμου δεν σηματοδοτούν ευθεία αντιστοίχιση ούτε με κάποιο συγκεκριμένο θεωρητικό πεδίο ούτε με κάποια συγκεκριμένη πολιτική αντιπαράθεση. Ως εκ τούτου, δημιουργείται χώρος για ωσμώσεις –ή αλλιώς για διεπιστημονικές προσεγγίσεις– που είναι καλοδεχούμενες ακριβώς γιατί πρόκειται για ωσμώσεις που αμφισβητούν τα στεγανά ανάμεσα σε πεδία θεωρητικών ή πολιτικών συζητήσεων όπως συνήθως γνωρίζουμε. Με αυτή την έννοια, έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, για παράδειγμα, το γεγονός ότι η θεματική για την εργασία και την αντίσταση στην Ασία εντάσσεται στην ενότητα που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων άρθρα για την Ευρωζώνη και την ελληνική περίπτωση.

Υπάρχει μια συμπυκνωμένη γνώση στο Voices on the Left, με την έννοια ότι συγκεντρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά και τις βασικές θέσεις σύγχρονων ρευμάτων σκέψης και πολιτικοθεωρητικών θεματικών, που σε διαφορετική περίπτωση η επαφή μαζί τους θα απαιτούσε να ανατρέξουμε σε πολλαπλά έργα διαφορετικών πεδίων. Υπό αυτό το πρίσμα, ο τόμος μπορεί να σταθεί και ως μια πλούσια και συνάμα ευανάγνωστη και καίρια εισαγωγή στις θεματικές που το δομούν, αλλά και ως μια συμπερασματική συμπύκνωση ή αφηγηματική επανεγγραφή της συζήτησης που λαμβάνει χώρα τα τελευταία χρόνια εντός της ριζοσπαστικής διανόησης και των κινημάτων.

Πλάι στην ανάπτυξη των θεωρητικών θέσεων, αξιοπρόσεχτος είναι και ο βιογραφικός χαρακτήρας των συνεντεύξεων: Μέσα από τις πολιτικοκινηματικές βιογραφίες αναδύονται οι επιμέρους γενιές, ενώ ταυτόχρονα οι θεματικές γίνονται πορώδεις, καθώς οι συνεντευξιαζόμενες δεν μιλούν μόνο για το «αντικείμενό τους», αλλά τις περισσότερες φορές ερωτώνται για τις εξελίξεις σε Ευρώπη και Αμερική. Το ερώτημα της στρατηγικής είναι βεβαίως πανταχού παρόν: είτε στην οπτική υπό την οποία παρουσιάζεται το θεωρητικό αντικείμενο κάθε συνεντευξιαζόμενου είτε στις καθαυτό ερωτήσεις για τη στρατηγική. Έτσι το βιβλίο αυτό εντάσσεται στη μεγάλη συζήτηση για την αριστερά σήμερα.

Επιμένοντας στο ζήτημα της διεπιστημονικής προσέγγισης του βιβλίου και στο γεγονός ότι οι επιμέρους συνεντεύξεις συνομιλούν μεταξύ τους, αξίζει να αναφέρουμε το άρθρο της Κάθι Ουήκς [Kathi Weeks], φεμινίστριας και καθηγήτριας σπουδών φύλου και σεξουαλικότητας, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα: Εάν δεν εντασσόταν στην ενότητα του φεμινισμού, θα μπορούσε να βρίσκεται είτε σε κάποια ενότητα για μια θεωρία εργασίας είτε στην ενότητα για την αριστερή στρατηγική στην Ευρώπη σήμερα. Το ερώτημα που αναδεικνύεται στην αρχή της συνέντευξης της Κάθι Ουήκς είναι το εξής: Είναι δυνατόν να σχετίζονται οι έμφυλοι διαχωρισμοί και οι έμφυλες διακρίσεις με την ανάδυση του «πρεκαριάτου» και της εργασιακής επισφάλειας όπως τη γνωρίζουμε από την αυγή του 21ου αιώνα; Η πρώτη προφανής απάντηση θα μπορούσε να αρθρωθεί στη βάση στατιστικών: Είναι οι γυναίκες εκείνες που κατά πλειονότητα εντάσσονται σε καθεστώτα εργασιακής επισφάλειας, παρά οι άντρες. Ας θυμηθούμε τα ποσοστά ανεργίας στις γυναίκες και στους άντρες, ας θυμηθούμε τα ποσοστά της μαύρης και ανασφάλιστης εργασίας ανάμεσα στις γυναίκες και στους άντρες, ας θυμηθούμε τα ποσοστά όσων απασχολούνται κατεξοχήν σε δουλειές τετράωρες, μη μόνιμες και αβέβαιες. Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτή η απάντηση στο ερώτημα.

Υπάρχει μια βαθύτερη τάση που χρειάζεται να συζητηθεί και που δεν μπορεί να συζητηθεί χωρίς τις πολύτιμες επεξεργασίες του φεμινιστικού κινήματος και της φεμινιστικής θεωρίας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Πρόκειται για την τάση που κάποιοι αποκαλούν «θηλυκοποίηση της εργασίας»· ένας όρος ίσως όχι ο καλύτερος δυνατός, αλλά ένας όρος που επιχειρεί να εξηγήσει ότι η σημερινή εργασιακή επισφάλεια συνδέεται άρρηκτα, ως προς τη δομή και τη λογική της, αφενός με την εργασία που συνηθίζουμε να ταυτίζουμε με τις γυναίκες, ήτοι με δουλειές που αποκαλούμε «φροντίδας», όπως το μεγάλωμα των παιδιών, η παροχή στήριξης στα ηλικιωμένα άτομα, η καθαριότητα κ.ο.κ.· αφετέρου με την ανασφάλιστη εργασία, τη μερική εργασία, την εργασία από το σπίτι κ.ο.κ.

Γιατί όμως οι επεξεργασίες της φεμινιστικής θεωρίας είναι απαραίτητες; Μα ακριβώς γιατί είναι εκείνες οι επεξεργασίες που έχουν καταπιαστεί με το τι κοινωνικά αποτελέσματα παράγει η ενασχόληση με τέτοιου είδους εργασίες, με το τι κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά επάγει σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες η αποκλειστική απασχόληση με τις λεγόμενες εργασίες φροντίδας, ή με το πώς συγκροτεί τη σύγχρονη εργασιακή δύναμη αλλά και τις σύγχρονες εργάτριες και εργάτες η εμπέδωση της ταύτισής τους με μια εργασία χωρίς δικαιώματα, που δεν είναι ακριβώς εργασία, που περισσότερο λογίζεται για «απασχόληση» και που παρότι σου εξαντλεί την εργασιακή σου δύναμη, ωστόσο δεν σου παρέχει τη δυνατότητα βιοπορισμού. Με λίγα λόγια, οι εργασιακές σχέσεις στις οποίες παραδοσιακά εντάσσονταν οι γυναίκες ως κοινωνική κατηγορία από τα μέσα του 20ού αιώνα αποτελούν σήμερα τις εργασιακές σχέσεις σχεδόν του συνόλου του εργασιακού δυναμικού που βγήκε στην αγορά εργασίας από τα τέλη του 2000 μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό οι επεξεργασίες της φεμινιστικής θεωρίας όχι απλώς συνδέονται οργανικά με τις επεξεργασίες της μαρξιστικής αριστεράς για τους μετασχηματισμούς στο πεδίο της εργασίας, αλλά είναι ήδη οργανικό κομμάτι αυτών των αναζητήσεων, σάρκα από τη σάρκα τους.

Όπως επισημαίνει εμφατικά και η Σύλβια Φεντερίτσι στη συνέντευξή της, η απλήρωτη γυναικεία εργασία συνιστά την προϋπόθεση για την υποτίμηση του εργατικού δυναμικού. Διότι χωρίς την απλήρωτη οικιακή εργασία το κράτος θα ήταν υποχρεωμένο να επενδύει σε δομές που θα φρόντιζαν για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και ο ρυθμός συσσώρευσης που θα επιτύγχανε θα ήταν ως εκ τούτου πολύ χαμηλότερος από αυτόν που επιτυγχάνει με την εκμετάλλευση της οικιακής εργασίας. Επιπλέον, η φυσικοποίηση των λεγόμενων πρακτικών κοινωνικής αναπαραγωγής ως απλήρωτης γυναικείας εργασίας συνιστά και την υλική βάση της ιεραρχίας στη μισθωτή εργασία.

Εξάλλου, το ίδιο το φεμινιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς να αναδείξει ότι οι δουλειές του σπιτιού ή η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων είναι και αυτά εργασία, και μάλιστα απλήρωτη, και όχι απλώς ενδείξεις αγάπης ή ουδέτερα αναγκαία κακά ενός νοικοκυριού. Και είναι ακριβώς αυτός ο τρόπος με τον οποίο ο φεμινισμός μπορεί να κομίσει σήμερα ιδέες, αναλύσεις και προβληματισμούς γύρω από τη φύση και τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εργασίας, καθώς και γύρω από τους δομικούς μετασχηματισμούς που υφίσταται αυτή στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι γίνεται ο φεμινισμός οργανικό και απαραίτητο τμήμα των αναζητήσεων της αριστεράς για μια ριζοσπαστική στρατηγική στο εργατικό κίνημα, γιατί μια τέτοια στρατηγική δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν αποκωδικοποιηθούν τα χαρακτηριστικά και ως εκ τούτου οι ανάγκες των σύγχρονων εργατών και εργατριών.

Προχωρώντας, η συνέντευξη της Σάρα Φάρις (Sara Farris) συνιστά άλλο ένα παράδειγμα του ότι ο φεμινισμός δεν είναι απλώς αιτήματα για τις γυναίκες, αλλά μέθοδος σκέψης και ανάλυσης. Ταυτόχρονα συνιστά παράδειγμα για το πώς η αναγνώστρια ή ο αναγνώστης του βιβλίου χωρίς εξοικείωση με μια σειρά θέσεις ή στοιχεία της διεθνούς συζήτησης μπορεί να έρθει σε επαφή με σημαντικές θεματικές. Ο όρος «femonationalism» (εθνοφεμινισμός) εισάγεται για να αποτυπώσει τη στρατηγική της ακροδεξιάς να χρησιμοποιήσει ‒στο όνομα του φεμινισμού και δήθεν επικαλούμενη τον λόγου του, με ψευδεπίγραφες κραυγές για απελευθέρωση των γυναικών‒ τις μουσουλμάνες μετανάστριες και τη μαντίλα ως την απόδειξη του πόσο κακοί είναι οι μουσουλμάνοι και εχθρός του δυτικού πολιτισμού. Με λίγα λόγια, ο όρος «εθνοφεμινισμός» περιγράφει πώς η ακροδεξιά κάνει πολιτική ενάντια στο ισλάμ στο όνομα του φεμινισμού.

Η παρέμβαση της Σάρα Φάρις συνιστά έτσι συμβολή γύρω από την έννοια της ισλαμοφοβίας και ως εκ τούτου συμβολή στην καρδιά της σύγχρονης αριστερής στρατηγικής. Και αυτό για έναν ακόμα λόγο, πέραν του αντιρατσιστικού: Η αναπαράσταση των μεταναστριών, και κατ’ επέκταση των γυναικών συνολικά, ως πιθανών θυμάτων ή ατόμων υπό απειλή, έχει και οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Από τη σκοπιά της οικονομίας, δικαιώνονται οι επιταγές για εμφυλοποιημένη εργασία, που θέλει τις γυναίκες να απασχολούνται σε συγκεκριμένες δουλειές διότι οι άλλες είναι τάχα επικίνδυνες γι’ αυτές. Ως αποτέλεσμα, διαιωνίζεται η νομιμοποίηση του συστήματος της ελαστικής εργασίας για τις γυναίκες, της εργασίας από το σπίτι, ή ο περιορισμός των γυναικών στις δουλειές που αφορούν τον τομέα της φροντίδας και της εκπαίδευσης, και την ίδια στιγμή συντηρείται η καταπίεση των γυναικών που ο εθνοφεμινισμός διακηρύσσει πως θέλει να σταματήσει. Από τη σκοπιά της πολιτικής, επανέρχεται με σύγχρονο μανδύα ο συντηρητισμός του τριπτύχου πατρίς – θρησκεία – οικογένεια. Το τρίπτυχο αυτό ορίζει εξάλλου και τις πολιτικές των κυβερνήσεων στον τομέα των εργασιακών σχέσεων.

Αμέσως μετά, η συνέντευξη της Σίνσια Αρούτσα (Cinzia Arruzza) θέτει τις πολιτικές, κινηματικές και θεωρητικές προεκτάσεις της απεργίας της 8ης Μάρτη και του προτάγματος για έναν «φεμινισμό του 99%». Εισάγεται έτσι η έννοια του ταξικού φεμινισμού, ενάντια στις πολιτικές ταυτότητας ή αλλιώς τον νεοφιλελεύθερο φεμινισμό που επικρατεί στην Αμερική τα τελευταία χρόνια· ενός ταξικού φεμινισμού ικανού να εκφράζει τη συνθετότητα της εμπειρίας των υποκειμένων που υφίστανται την καπιταλιστική εκμετάλλευση και τις πολλαπλές καταπιέσεις των διαφόρων συστημάτων εξουσίας. Η Σίνσια Αρούτσα τοποθετείται από τη σκοπιά του ρεύματος της κοινωνικής αναπαραγωγής, το οποίο περιγράφει με τρόπο λιτό και περιεκτικό. Η θεωρία της κοινωνικής αναπαραγωγής επιχειρεί να επανορίσει τον καπιταλισμό: Ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς ένα οικονομικό σύστημα, αλλά ενιαίο σύστημα παραγωγής και ταυτόχρονα αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων, όπου ο ρατσισμός και ο σεξισμός, για παράδειγμα, δεν είναι στοιχεία που απλώς αλληλεπιδρούν με τις οικονομικές σχέσεις, αλλά κοινωνικές σχέσεις κυριαρχίας και καταπίεσης εγγενείς στον καπιταλισμό, που παράγονται και αναπαράγονται από το ίδιο το σύστημα παραγωγής. Για να μιλήσουμε με παραδείγματα, μια μαύρη γυναίκα δεν βιώνει τον ρατσισμό και τον σεξισμό ως ξεχωριστά φαινόμενα μεταξύ τους ή ως ξεχωριστά φαινόμενα από την ταξική της θέση και την καπιταλιστική εκμετάλλευση· μια φτωχή μαύρη γυναίκα βιώνει τον σεξισμό ή τον ρατσισμό διαφορετικά από μια μαύρη γυναίκα της μεσαίας τάξης.

Στο τέλος της ενότητας του βιβλίου για τον φεμινισμό, η Μοργκάν Μερτέιγ (Morgane Merteuil), μέλος και πρώην γενική γραμματέας του Σωματείου Σεξεργατριών στη Γαλλία, με αφορμή την αντιπαράθεση για το αν το επί πληρωμή σεξ πρέπει να θεωρείται σεξεργασία ή πορνεία, θέτει επί τάπητος το ερώτημα του τρόπου με ποιον τρόπο οφείλει να διαμορφώνει τις θέσεις της η αριστερά: Να ακούσουμε τα εμπλεκόμενα υποκείμενα! Η εμπειρία και οι εκπεφρασμένες ανάγκες και οι αγώνες τους μιλούν καθαρά. Στη σύγχρονη αριστερά οι υποτελείς μπορούν να μιλούν· δεν μιλά η αριστερά εξ ονόματός τους, δεν γίνεται η αριστερά να διαμορφώνει τις θέσεις της βασισμένη σε φανταστικά σχήματα, πέρα κι έξω από τους τόπους όπου επιτελούνται η εκμετάλλευση, οι καταπιέσεις και οι αντιστάσεις, πέρα κι έξω από τους τόπους διεξαγωγής της ταξικής πάλης.

Ακόμα περισσότερο όμως η Μοργκάν Μερτέιγ θέτει επί τάπητος την αναζήτηση για μια οντολογία της σύγχρονης εργασίας. Γιατί είναι τόσο πολύ διαφορετικό, λόγου χάρη, ένας ντελιβεράς να διαθέτει το σώμα του στον εργοδότη του, με κίνδυνο τη ζωή του μάλιστα, όπως τόσες φορές έχουμε δει να συμβαίνει, και να θεωρείται εργάτης, ενώ τα άτομα που παρέχουν επί πληρωμή σεξουαλικές υπηρεσίες να μη θεωρούνται εργάτες; Τι ποιοτικά διαφορετικό σημαίνει η διάθεση του σώματος στον εργοδότη στη μία και στην άλλη περίπτωση; Η ίδια η Μερτέιγ αναδεικνύει εδώ την πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ιδεολογικών σχέσεων. Από τη μία, παραδέχεται ότι στη Δύση η σεξουαλικότητα κατέχει ιδιαίτερη, ξεχωριστή θέση στις κοινωνικές σχέσεις, με αποσιωπήσεις, ενοχές, αποκρύψεις κ.ο.κ., που την καθιστούν καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας μεν, προσεγγίσιμο μόνο μέσω υπεκφυγών δε. Από την άλλη όμως, επιμένει ότι θα ήταν αστείο αν δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε την τόσο ρητή σεξουαλική διάσταση που είναι οργανική στις περισσότερες δουλειές, καθώς το εργαζόμενο άτομο πρακτικά καλείται να πουλάει τον εαυτό του ή τις φροντίδες του.

Μάλιστα, η Μερτέιγ υπογραμμίζει ότι πολλές σεξεργάτριες είναι είτε τρανς γυναίκες, είτε μετανάστριες χωρίς χαρτιά, είτε άλλες «μη κανονικές» οντότητες, που πετάχτηκαν έξω από τη θεωρούμενη επίσημη αγορά εργασίας, είναι δηλαδή τα πιο περιθωριοποιημένα και βαθιά καταπιεζόμενα υποκείμενα. Εντοπίζει έτσι την ανάγκη για διαθεματική προσέγγιση των εννοιών της εργασίας, της σεξουαλικότητας, της νόρμας και της κανονικότητας, για σύνδεση των αναζητήσεων γύρω από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εργασίας με τις επεξεργασίες γύρω από τη σεξουαλικότητα ως σχέση εξουσίας και φυσικά γύρω από την πατριαρχία αλλά και την καπιταλιστική εμπορευματοποίηση.

Όπως, εξάλλου, επισημαίνει και ο Πήτερ Τόμας (Peter Thomas), στην ενότητα «Μαρξισμός και πολιτική θεωρία», «κάθε μελλοντική ζωντανή μαρξιστική θεωρία θα είναι κατ’ ανάγκην μια ταυτόχρονα σοσιαλιστική μαρξιστική φεμινιστική θεωρία».

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη

Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη

Η Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη είναι επιμελήτρια εκδόσεων και υποψήφια διδακτόρισσα κοινωνικής θεωρίας. Συμμετέχει στο εκδοτικό εγχείρημα του «Εκτός Γραμμής», και έχει γράψει το βιβλίο Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός: Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής (νήσος 2015).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε