Κριτική Τεύχος #13

Ευγονική, Βιοπολιτική και ο Φαλλικός Αστικός Δυτικοευρωπαϊκός Πολιτισμός

Αν μας δίνει κάτι το έργο του Κόκκινου, είναι ακριβώς τα εργαλεία για να αντισταθούμε σε αυτό το εφιαλτικό σενάριο ανθρωπομετρίας, αναδεικνύοντας καθετί που είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αλλά και της ίδιας της επιστήμης, ώστε να απελευθερωθεί από τα δεσμά ενός δυτικοευρωπαϊκού αστικού φαλλοκρατικού λόγου.

«Άξια» και «Ανάξια» Ζωή. Ευγονική, Εκφυλισμός, Βιοπολιτική: Ο γιατρός στο ρόλο του κοινωνικού θεραπευτή και του εθνικού αναμορφωτή
Γιώργος Κόκκινος
επιμ. Ευαγγελία Κουνέλη
Ταξιδευτής, Αθήνα, Φεβρουάριος 2021 | 892 σελίδες

 

Ο εννοιολογικός σκελετός του «”Άξια” και “Ανάξια” Ζωή. Ευγονική, Εκφυλισμός, Βιοπολιτική: Ο γιατρός στο ρόλο του κοινωνικού θεραπευτή και του εθνικού αναμορφωτή», του Γιώργου Κόκκινου, μοιρασμένος σε τρεις κεντρικούς άξονες, βασίζεται στις έννοιες της ευγονικής, του εκφυλισμού και της βιοπολιτικής.[1] Βιοπολιτική, με την έννοια ότι: «Η βιοπολιτική ελέγχει τη ζωή και τις βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου και εξασφαλίζει ότι ρυθμίζονται και πειθαρχούν. Εκτείνεται από τα βάθη της συνείδησης στα σώματα του πληθυσμού και στη στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων βάσει χαρακτηριστικών, όπως το φύλο, η φυλή, η ηλικία, το επάγγελμα ή η εθνότητα. Οι κατηγορίες αυτές τα ομογενοποιούν, περιορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και επιτρέπουν την εφαρμογή πολιτικών κλίμακας. Το οπλοστάσιο περιλαμβάνει προβλέψεις, στατιστικούς λογισμούς, χρήση αλγορίθμων και άλλα μέτρα που ως μηχανισμοί ελέγχου επιβάλλονται στο στοιχείο της ταυτότητας που υπάρχει σε κάθε ζώντα πληθυσμό» (σ.  56). 

Περαιτέρω, ο συγγραφέας μας εξηγεί ότι με σημεία προσανατολισμού αυτές τις τρεις έννοιες, το κίνητρο του ήταν η γεφύρωση από τη μια πλευρά πτυχών, συχνά παρασιωπημένων ή άγνωστων, της κοινωνικής ιστορίας,  και από την άλλη η ανάδειξη της σχέσης τους με τη διανοητική ιστορία καθώς και την δράση, κατά κύριο λόγο, ησσόνων ελλήνων στοχαστών και διανοουμένων, που η υστεροφημία τους προσπέρασε κυνικά, τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτισαν στην εποχή τους (σ. 27). Έτσι, στον πρώτο και δεύτερο άξονα του βιβλίου ο Κόκκινος μας δίνει μια εκτενή περιγραφή της γενεαλογίας της ιστορίας της ευγονικής στην Ευρώπη, φτάνοντας στον τρίτο άξονα, όπου, περνά από «διαχρονικές και συγχρονικές διαστάσεις της ευγονικής», καταλήγοντας μέσα από το σώμα της ιερόδουλης αλλά και της νόσου όπως της σύφιλης και της λέπρας, αλλά και με πρακτικές όπως ο αυνανισμός, να μας αναδείξει τις περιφραγμένες-επτασφράγιστες συνήθως «νησίδες» οριστικής και τελεσίδικης εγκατάστασης των «επικίνδυνων διαφορετικών» σωμάτων και επιθυμιών – σαν οι ζωές να είναι για μια ακόμη φορά το «τίμημα της αποπομπής των Πρωτόπλαστων από τον παράδεισο (σ. 465). Σαν η νόσος  να είναι η συνέπεια της ηθικής έκπτωσης και της ηδονοθηρικής εξέγερσης του ανθρώπινου όντος και ως εκ τούτου και της τιμωρίας του από το κράτος και την επιστήμη (σ. 465), που έρχονται να πάρουν τη θέση της θρησκείας, στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. 

Ωστόσο, ο στόχος του Κόκκινου δεν είναι απλά η εξιστόρηση του τρίπτυχου, εκφυλισμός, ευγονική, βιοπολιτική και το πώς ο γιατρός γίνεται μύστης της επιστήμης του, αλλά και συγχρόνως ηθικολόγος στηλιτευτής της κοινωνικής παθογένειας, και ως εκ τούτου σύμβουλος της πολιτικής εξουσίας και κοινωνικός αναμορφωτής. Επηρεασμένος από τον Bryan Palmer και το έργο του «Κουλτούρες της νύχτας», ο Κόκκινος αναζητά μετα-αφηγηματικούς αρμούς για να φέρει στο φως το τραυματικό βίωμα των «ηττημένων της Ιστορίας». Περισσότερο αναζητά το πώς το τραυματικό βίωμα της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της αδικίας, της νόσου, του βίαιου θανάτου, εξηγείται ως συνέπεια και ανάγεται στον χαρακτήρα αυτών των «ηττημένων», από τον κυρίαρχο βιοϊατρικό λόγο. Έτσι, από τον άνθρωπο που «πεινά, τρώει, εργάζεται, υγιαίνει, ερωτεύεται, αναζητεί παρηγοριά, προσδοκά, δημιουργεί ιδέες και απελπίζεται και πεθαίνει» (σ. 28) ο Κόκκινος μας περιγράφει αυτές τις ζωές που απογυμνώνονται και γίνονται δεδομένα-βάση, πάνω στα οποία θα εδραιωθεί αυθαίρετα το «επιστημονικό» συμπέρασμα της σύνδεσης  της κληρονομικότητας των λαϊκών στρωμάτων, με τη νόσο, τη βία, την εξαθλίωση, την υπέρμετρη σεξουαλικότητα και τον βίαιο θάνατο του δρόμου (σ. 265). Στο σημείο αυτό, εντοπίζω μια από τις πιο σημαντικές συνεισφορές του βιβλίου. 

Ο συγγραφέας έχει πλήρη επίγνωση της ιστορικής και πολιτικής ευθύνης του, προκαλώντας μας παρόλ’ αυτά, ν’ αφουγκραστούμε το βίωμα της αντίστασης μέσα από το σκοτάδι. Ποιο όμως είναι αυτό το σκοτάδι;  Το σκοτάδι, μας εξηγεί εξαρχής ο συγγραφέας, είναι εδώ και αιώνες «οι γυναίκες, αυτές που μάχονται για τη χειραφέτηση τους και την αποδαιμονοποίηση της σεξουαλικότητας τους, αλλά και όσες υπηρετούν την Πάνδημη Αφροδίτη»· [είναι επίσης] οι ομοφυλόφιλοι/ες, όσοι πλήττονται από αφροδίσια νοσήματα, οι αλκοολικοί, οι αυνάνες, οι εκ γενετής υστερούντες, οι ανάπηροι, οι επιληπτικοί, οι Μαύροι, οι Εβραίοι, οι φτωχοί και τόσοι άλλοι» (σ. 57). Είναι με δυο λόγια οι φωνές, τα σώματα, οι επιθυμίες αυτών των ανθρώπων, τα δεδομένα που αποτέλεσαν αυτό που ήρθε να ονομαστεί από τον γάλλο ψυχίατρο Μπένεντικτ Ογκουστάν Μορέλ [Benedict Augustin Morel (1809-1873)] και τον κυρίαρχο ψυχιατρικό λόγο της εποχής, εκφυλισμένος πληθυσμός και πάνω στον οποίο,  ο Φράνσις Γκάλτον [Francis Galton (1822-1911)], στατιστικολόγος, ανθρωπολόγος και πρωτοπόρος στη βιομετρία, μας θυμίζει ο Κόκκινος, θα εισάγει τον όρο της ευγονικής, το 1883 (σ. 92). 

 Με τον όρο αυτό, ο Γκάλτον, αφενός, αναφέρεται στην ταξινόμηση της ζωής σε ανθρώπινη και σε ζωώδη (σ. 184),  και αφετέρου χρησιμοποιεί γλωσσικά και εννοιολογικά εργαλεία, όπως φύση/πολιτισμός, φυσιολογικό/παθολογικό, άνδρας/γυναίκα, λογική/συναίσθημα (σ. 207),  ερμηνεύοντας έτσι κάθε «κοινωνική κρίση», όπως για παράδειγμα την ανθρώπινη εξαθλίωση, μέσα από μια  δυϊστική ιεραρχική ερμηνεία και έναν συνεχή πόλεμο ανάμεσα στην πολιτισμένη και στην πρωτόγονη-εκφυλισμένη ζωή. 

Έτσι, ο Γκάλτον, αδιαφορώντας για τις όποιες υλιστικές/ταξικές προϋποθέσεις, καταλήγει ότι η ευφυΐα «που υπερβαίνει τον μέσο όρο είναι κληρονομικά επικαθορισμένη και μεταβιβάζεται γενετικά, όπως, άλλωστε, μεταβιβάζεται γενετικά και η νοητική υστέρηση-αναπηρία. Με αυτό τον τρόπο προδιαγράφει τη μετέπειτα σταθερή εμμονή του ευγονικού κινήματος στις κλίμακες μέτρησης της ευφυΐας [και θα προσθέσω και της βούλησης], προβαίνοντας στην ταξινόμηση της ζωής σε ανώτερη και σε κατώτερη, περιστέλλοντας ως εκ τούτου την  πρόσβαση σε κοινά αγαθά όπως για παράδειγμα στην εκπαίδευση. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Εργαστήριο Ανθρωπομετρίας του Γκάλτον, υποβάλλει σε ανθρωπομετρικές δοκιμασίες περίπου 9.000 άτομα, συλλέγοντας ατομικά και μορφικά χαρακτηριστικά με στόχο τον έλεγχο της νοητικής τους αντίληψης, ενώ καταλήγει ότι  «Αυτό που η φύση κάνει τυφλά, ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει με πρόνοια, ταχύτητα και καλοσύνη». Με άλλα λόγια πρόκειται για τη φυσική επιλογή της κληρονομικότητας, για μια αντίληψη που θα έχει ως συνέπεια τη δημιουργία ενός μηχανισμού ελέγχου και κυρίως τη σύλληψη της ιδέας του περιορισμού της αναπαραγωγής ατόμων, ομάδων, πληθυσμών, φυλών, που δήθεν στερούνται την ευφυία, μιας και είναι αυτά τα άτομα, ομάδες, πληθυσμοί που υποτίθεται ότι θέτουν σε κίνδυνο την εκπολιτιστική διαδικασία, τη δημόσια υγεία αλλά και την επιβίωση του πολιτισμένου ανθρώπινου είδους. 

Έτσι, σε μια περίοδο που τα κατώτερα στρώματα αρθρώνουν όλο και περισσότερα αιτήματα σχετιζόμενα με την πρόσβαση σε  κοινά αγαθά, όπως η εκπαίδευση, η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, αυτές οι μετρήσεις θα γίνουν από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τα σχολεία και για τον στρατό, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική,[2] το αναγκαίο μέτρο μέτρησης της ανθρώπινης υπόστασης, αφού όποια ζωή δεν συμπεριλαμβανόταν στον μέσο όρο, κατέληγε στα δεδομένα που επιβεβαίωναν αυτό το ιδιαίτερο ανθρωπόμορφο υπο-είδος, πηγή της ασθένειας, της νοσηρότητας,  της φτώχειας, της βίας, της παραβατικότητας και του βίαιου θανάτου, μέσω της κληρονομικότητας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ευγονική θα προτείνει «στον αντίποδα αυτής της διαπίστωσης [υπογραμμίζει ο Κόκκινος], έναν αντισταθμιστικό μηχανισμό βελτιοποίησης της κληρονομικής σύζευξης διανοητικά [αλλά θα προσθέσω και ψυχικά] προικισμένων ατόμων» (σ. 76), ακριβώς κάτω από τη διαβεβαίωση ότι η άξια ζωή «είναι σε θέση με την προσφυγή στην επιστημονική γνώση, να ορίσει το πεπρωμένο» της (σ. 184), σε αντίθεση προς την ανάξια. Η ερμηνεία αυτή θα ενσωματωθεί και στο βιβλίου του Γερμανού καθηγητή ψυχιατρικής Καρλ Μπαίντινγκ [Karl Binding (1841-1920)] και του ειδικού στην εγκληματολογία Άλφρεντ Χος [Alfred Hoche ( 1865-1943)]. Η εξουσιοδότηση ζωής που είναι ανάξια να βιωθεί (σ. 140)· βιβλίο που νομιμοποιούσε ακαδημαικά την εφαρμογή των ευγονικών πολιτικών που θεμελιώθηκαν σε δύο βάθρα: «στην περιφρούρηση της δημόσιας υγείας υπό την έννοια του κοινού βιολογικού κεφαλαίου του έθνους και στην ατομική υπευθυνότητα» (σ. 145). Κάτι που σήμαινε ότι αφενός αναγνωριζόταν για πρώτη φορά το δικαίωμα στην αυτοκτονία και αφετέρου, το δικαίωμα του κράτους, μετά από σχετική γνωμοδότηση τριμελούς επιτροπής ειδικών -γιατρού, ψυχιάτρου, δικαστικού- να προχωρά στη λύτρωση δηλαδή, στην ευθανασία, όσων ανθρώπινων πλασμάτων κρίνει και αποφασίζει ότι δεν πληρούν τα κριτήρια της αξιοπρεπούς ζωής (σ. 145), αναπαράγοντας τον φιλελεύθερο μύθο ότι αιτία της κάθε «κρίσης» είναι η ανάξια ζωή. 

Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται ακριβώς για εκείνο το κομβικό σημείο, κατά το οποίο το κράτος αναλαμβάνει, μέσα από την ομπρέλα της επιστήμης, με ηγεμονικό τρόπο, τον απόλυτο έλεγχο της ίδιας της αλήθειας και δικαιωμάτων όπως του αυτοπροσδιορισμού, της αυτοδιάθεσης αλλά και της ίδιας της υπόστασης και του δικαιώματος στη ζωή της ανάξιας ζωής – όπως θεωρείται από την επιστήμη. Είναι με δυο λόγια, το κομβικό σημείο που το αστικός κράτος καταφέρνει να ταξινομήσει τη ζωή, κάτω από την ομπρέλα της επιστήμης, σε άξια και ανάξια. Για αυτό και έχει ανάγκη τα δεδομένα αυτής της βιομάζας, μέσα από τις κλίμακες μέτρησης, μιας, και όπως μας θυμίζει ο Ίμρε Λακάτος (Imre Lakatos), μέσα από αυτά τα δεδομένα η επιστήμη  εδράζει την αντικειμενικότητα της: «[Μάθαμε] να διαβάζουμε για επιστημονικές θεωρίες που αποδεικνύονται από δεδομένα». Με δυο λόγια, ενώ «ο διαφωτισμός θεωρούσε ότι είμαστε εκτεθειμένοι σε σφάλματα και έχουμε άγνοια αναφορικά με τα θεολογικά θέματα. Δεν υπάρχει επιστημονική θεολογία και, επομένως, δεν υπάρχει θεολογική γνώση […] αυτός ο νέος τύπος γνώσης [της επιστήμης] οφείλει να κρίνεται κατά τα πρότυπα που παρελήφθησαν κατευθείαν από τη θεολογία: πρέπει να αποδεικνύεται χωρίς αμφιβολία. Η επιστήμη όφειλε να επιτύχει τη βεβαιότητα που δεν είχε καταφέρει να φθάσει η θεολογία […] ένας επιστήμονας, άξιος του ονόματός του, δεν επιτρεπόταν να μαντέψει, έπρεπε να αποδείξει κάθε πρόταση που έλεγε μέσα από  τα δεδομένα. Αυτό ήταν το κριτήριο της επιστημονικής εντιμότητας. [Μιας και] Θεωρίες που δεν αποδεικνύονταν από τα δεδομένα θεωρούνταν ως αμαρτωλή ψευδοεπιστήμη, ως αίρεση μέσα στην επιστημονική κοινότητα.[3] 

Έτσι, η επιστήμη, δομώντας την ισχύ της πάνω στα δεδομένα αυτής της ανάξιας ζωής, «δημιουργεί ιδέες, [οι οποίες] […] αφού από-ιστορικοποιηθούν εκλαμβάνονται πλέον ως αξιακά ουδέτερες και επιστημονικά έγκυρες, άρα εξ΄ορισμού αντικειμενικές, αδιαμφισβήτητες και δεσμευτικές» (σ. 212), σε μια ιατρικοποίηση του συλλογικού πλέον σώματος και «βιοπολιτική διαχείριση του πληθυσμού […] με μια ηθικολογική νοηματοδότηση της παρέκκλισης από τον νοούμενο κανόνα» (σ. 212), μας υπογραμμίζει ο Κόκκινος.  Οι ιδέες αυτές θα διεισδύσουν και θα κυριαρχήσουν στον ακαδημαϊκό λόγο, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το 1925, ο Αμερικάνος ευγονιστής Τσαρλς Ντάβενπορτ [(Charles Davenport (1866-1944)], καθηγητής ζωολογίας του Πανεπιστημίου Harvard, ιδρύει την International Federation of Eugenics Organisation (IFEO), προσθέτοντας ακόμη μεγαλύτερη ισχύ στην ακαδημαϊκή θεσμοποίηση της ευγονικής στα Πανεπιστήμια (σ. 150), ενώ το 1929, ο Τσαρλς Ντάβενπορτ και ο Μόρις Στεγκέρτνα [Morris Steggerda 1900-1950],εκδίδουν το βιβλίο τους Race Crossing in Jamaica, όπου καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι γενετικοί συνδυασμοί που προκύπτουν από ανάρμοστες διαφυλετικές αναμείξεις είναι εξ’ ορισμού παθογενείς (σ. 155). Περαιτέρω, όπως εύστοχα σημειώνει ο Κόκκινος, «η ευγονική, διεθνοποιούμενη και εθνικοποιούμενη ταυτόχρονα, καλούνταν να θεραπεύσει όχι μόνο τις κοινωνικές παθογένειες  της νεωτερικότητας, αλλά και τα δεινά που είχαν επισωρεύσει η ανθρωποσφαγή της ευρωπαϊκής νεολαίας στα διάφορα «θέατρα του πολέμου» και οι επαναστατικές διεργασίες που επακολούθησαν μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων» (σ. 145), κάτι που συνιστούσε την επιβολή, μέσα από τα προγράμματα Υγείας, της εφαρμογής της αστικής ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας ενάντια  της ανάξιας ζωής των αναρχικών και των κομμουνιστών/τριών, ως απαραίτητη συνθήκη για την πρόοδο του Δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο «η ιδιότητα του σοφού εμπειρογνώμονα γιατρού και, παράλληλα, του τεχνοκράτη κοινωνικού μεταρρυθμιστή και νομοθέτη οριζόταν στη διατήρηση της φυλετικής ταυτότητας από τους κοινωνικούς, πολιτικούς, ηθικούς, έμφυλους, σεξουαλικούς και βιολογικούς νοσογόνους παράγοντες (σ. 258). Αυτό σήμαινε, τη διείσδυση στα σχολεία, στις οικογένειες, στο στρατό, κλιμάκων μέτρησης, με στόχο υποτίθεται τη διάγνωση και το διαχωρισμό των κανονικών από τους ανώμαλους, καθώς και την υιοθέτηση ενός πατριαρχικού αστικού οικογενειακού δικαίου και ηθικής ως καθεστώς επιστημονικής αλήθειας, με στόχο την εξόντωση κάθε αντικαθεστωτικού στοιχείου. Παράλληλα, ο αριθμός των καταναγκαστικών στειρώσεων, έως την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν φτάσει τουλάχιστον στις 20.000 στην Καλιφόρνια και στις 7.000 αντίστοιχα, στη Βιρτζίνια και στη Βόρεια Καρολίνα (σ. 148). Επιπλέον, από το 1921 έως το 1924, μεταβάλλονται νομοθετικά δραστικοί περιορισμοί στις ΗΠΑ, στα ποσοστά μετανάστευσης από την Νότια και την Ανατολική Ευρώπη, ως φυλετικά κατώτεροι (σ. 145). Ο ναζισμός, θα αναδείξει την ολοκληρωτική και τελική λύση που μπορεί να πάρει αυτή η περιζήτητη γενετική ψυχική, ηθική, έμφυλη, σεξουαλική, νοητική, πολιτική, σωματική και φυλετική καθαρότητα. 

Ο ναζιστικός νόμος του 1933, επέβαλε τη στείρωση με χειρουργική επέμβαση όσων Γερμανίδων και Γερμανών, έπασχαν από γενετική ανωμαλία, είτε σωματική είτε ψυχική είτε νοητική. Ο  νόμος αυτός, αφορούσε από 200.000 έως 350.000 άτομα, ενώ έως το 1939, έφτανε περίπου σε 410.000 άτομα (σ. 161). Όσοι αρνούνταν να στειρωθούν αποστέλλονταν στα στρατόπεδα εξόντωσης (σ. 161). Το 1935 έχουμε τους Νόμους της Νυρεμβέργης για την προστασία του «αίματος και της τιμής της γερμανικής φυλής» (σ. 162), γεγονός που σήμανε την εγκαινίαση μιας σειράς μέτρων, όπως την αποκλειστική ευθανασία σε παιδιά και βρέφη, από το 1939 έως το 1941, που έπασχαν από ιδιωτεία, μογγολισμό, μικροκεφαλία, υδροκεφαλία, παραλυτικές νόσους, σοβαρές παραμορφώσεις και έλλειψη άκρων (σ. 168), φτάνοντας τον Απρίλιο του 1941, στο πρόγραμμα καταναγκαστικής ευθανασίας Τ-4, στα κέντρα εξόντωσης. Πρόκειται για πρόγραμμα που αποτέλεσε τον ενδιάμεσο κρίκο που συνέδεσε την εξόντωση των «φυλετικά έκπτωτων Γερμανών με τη βιομηχανοποιημένη εξόντωση των Εβραίων, των Τσιγγάνων, των «αντικοινωνικών» και των ομοφυλόφιλων» (σ. 161). 

Παράλληλα, όμως, ο Κόκκινος, μας θυμίζει μια σειρά από άλλα γεγονότα που είναι λιγότερο γνωστά,  όπως, ότι τη δεκαετία του 1940, με πρωτοβουλία της αμερικανικής κυβέρνησης και του Πανεπιστημίου John Hopkins (σ. 157), στη Γουατεμάλα «πόρνες μετέδωσαν τη σύφιλη σε 700 περίπου τροφίμους φυλακών, στρατιώτες, φτωχούς παρίες και ψυχικά ασθενείς» (σ. 157), προκειμένου να δοκιμαστεί η δραστικότητα φαρμακευτικών σκευασμάτων, ανάμεσα τους και η πενικιλλίνη, η οποία είχε ανακαλυφθεί από το 1923 (σ. 157). Επιπλέον, μεταξύ του 1930-1940, το 60% των ατόμων που στειρώθηκαν ήταν «έγκλειστοι σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ενώ το υπόλοιπο 40% ήταν άποροι εκτός ασύλων» (σ. 171)

Παρόλ’ αυτά, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά την ολοκλήρωση της Δίκης των ναζί γιατρών στη Νυρεμβέργη (1946-1947), δεν πρέπει να μας διαφύγει ότι η απόφαση του δικαστηρίου έκρινε πάνω στα πειράματα στα ναζιστικά στρατόπεδα και όχι στο σύνολο των «μέτρων της ναζιστικής ‘φυλετικής υγιεινής’, όπως το πρόγραμμα της καταναγκαστικής ευθανασίας Τ-4» (σ. 170). Αυτό σημαίνει ότι θεσπίζεται ο ιατρικός κώδικας δεοντολογίας της Νυρεμβέργης, του οποίου κεντρικό στοιχείο συνιστά η «συναίνεση των υποκειμένων για κάθε ιατρική πράξη ή πείραμα» (σ. 170). Ακόμη, παρότι το 1950 η UNESCO δίνει στη δημοσιότητα τη διακήρυξη εναντίον του ρατσισμού, το αμερικανικο-στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα συνεχίζει τα ιατρικά πειράματα του στη Γουατεμάλα, σε βάρος «έγχρωμων» ανθρώπων χωρίς την συγκατάθεση τους», ενώ από το 1930 έως το 1972 επιτρέπει πειράματα που διενεργούνται σε βάρος φτωχών μαύρων Αμερικανών στην Αλαμπάμα (σ. 157). Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι και πάλι στην Γουατεμάλα από το 1946 έως το 1953, μολύνθηκαν με σύφιλη, χωρίς την συγκατάθεση τους, 497 άτομα, κρατούμενοι των φυλακών, ιερόδουλες, ψυχασθενείς και στρατιώτες (σ. 294), καθώς και ότι στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία μεταξύ των ετών 1972-1991, έχουμε την αναγκαστική στείρωση 1.000 γυναικών Ρομά» (σ. 65). Χωρίς φυσικά να σημειώσω ότι μετά τον Πόλεμο, οι ομοφυλόφιλοι οδηγήθηκαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις φυλακές της νέας Γερμανικής Δημοκρατίας. 

Με δυο λόγια, η βιομάζα της ανάξιας ζωής παραμένει ως έννοια και έτσι μετατρέπεται σε πειραματόζωο και μετά τον πόλεμο, κάτω από την «ηθική δικαιολογία» ότι η «θυσία τους-θάνατος, αναπηρία, σωματική κατάρρευση, ψυχική οδύνη, κοινωνική απαξίωση-θα ευεργετούσε ολόκληρη την ανθρωπότητα» (σ. 158). Την ίδια περίοδο έχουμε και το πρόγραμμα MKULTRA, που ξεκίνησε το 1953, υπό την αιγίδα της CIA, με τη συμμετοχή 44 πανεπιστημίων, 12 νοσοκομείων, 3 φυλακών και 185 ανεξάρτητων ερευνητών. Το πρόγραμμα αφορούσε τη μελέτη των ενεργειακών πεδίων του εγκεφάλου (σ. 173), με στόχο τη θανάτωση αυτών των στοιχείων που υποτίθεται δεν άφηναν το υποκείμενο να εξελιχθεί σε άτρωτο ον. Σε αυτό το μήκος κύματος την ίδια περίοδο έχουμε τα πειράματα στον Αμερικανικό στρατό για τη δημιουργία του άτρωτου στρατιώτη δηλαδή, την εφαρμογή ενός βιοϊατρικού προγράμματος, με στόχο τη δημιουργία του στρατιώτη που δεν «θα κοιμάται» επί τουλάχιστον επτά ημέρες. Επιπλέον,  το 1960, ο Άρθουρ Τζένσεν [(Arthur J. Jensen 1923-2012)], καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Berkeley, «έγινε γνωστός για τη θέση του ότι η μαύρη φυλή υπολείπεται της λευκής στο επίπεδο της νόησης (τουλάχιστον 15 βαθμούς στον δείκτη ευφυίας) εξαιτίας βιολογικών και γενετικά κληροδοτούμενων ιδιοτήτων, […] γεγονός που [καθιστούσε επομένως] μάταιη κάθε «ευγενή» βούληση εκδημοκρατισμού ή μαζικοποίησης του εκπαιδευτικού συστήματος, παροχής ίσων μορφωτικών ευκαιριών και θέσπισης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, εφόσον, ούτως ή άλλως, είναι αδιανόητη η υπέρβαση του γενετικού επικαθορισμού της ευφυΐας» (σ. 63). 

Ωστόσο, αν θέλαμε να συνδέσουμε  τις  γυναίκες Ρομά, τους μαύρους, τις πόρνες, τους εγκληματίες, τους κομμουνιστές/τριες, τους ψυχικά ασθενείς, τους Εβραίους, τους ομοφυλόφιλους και τη σχέση τους με την εξουσία, αυτή είναι η  βιομάζα, που σε συγκεκριμένες περιόδους επιλέχθηκε και έγινε η βάση πάνω στην οποία βαφτίστηκε η σχέση μεταξύ της κληρονομικότητας, της μειωμένης ευφυΐας και της παραβατικής συμπεριφοράς. Ή με άλλα λόγια, όπως δημοσιεύεται τη δεκαετία του 1970, σε δημοσίευμα του ΑΜΦΙ, με τα λόγια του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, όπως εντόπισε το απόσπασμα, ο Θεοδόσης Γκελτής: «οι Νέγροι, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι, οι τρελοί και οι ομοφυλόφιλοι ή μιλάνε τη γλώσσα του λευκού άντρα ή εξοβελίζονται, καρφώνονται στο κοντάρι, πεθαίνουν».[4]

Η μελέτη του Κόκκινου, μας  παρέχει με μοναδικό τρόπο τη σύνθεση αυτού του νήματος καταφέρνοντας να μάς θυμίζει πόσο κοντά ακόμη βρισκόμαστε στο απόφθεγμα του Γκάλτον το 1883: «Αυτό που η φύση κάνει τυφλά, ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει με πρόνοια, ταχύτητα και καλοσύνη».  Ακριβώς σε αυτή την «καλοσύνη» αναφερόταν ο Θεοδωρακόπουλος, μια ρατσιστική, σεξιστική, αποικιοκρατική, πατριαρχική καλοσύνη, που την είδαμε εξάλλου να πραγματώνεται μέσα στη δίνη του ρεϊγκανοθατσερικού νεοφιλελευθερισμού. Εξάλλου και το AIDS θα βοηθήσει ιδιαίτερα τη σύγχρονη ευγονική, δίνοντας ώθηση στον βιοϊατρικό λόγο που επικαλείται τη μόλυνση από εσωτερικούς εισβολείς, διασπείροντας ως εκ τούτου «τον φόβο και τον ηθικό πανικό σαν επιβεβλημένα μέτρα για την πραγμάτωση της «φυλετικής αυτοσυνειδησίας». 

Ειδικότερα, τη δεκαετία του 1980, κάτω από το βάρος της νόσου του AIDS, επανακωδικοποιείται μια γλώσσα που μπορεί και περιγράφει «τις περίπλοκες και αλληλένδετες βιολογικές λειτουργίες» των οργανισμών, τη συνέπεια της ανηθικότητας στην υγεία της κοινωνίας, η οποία εννοείται ξανά ως ένας «ενιαίος οργανισμός» τον οποίο η εξουσία με κάθε μέσο πρέπει να διασώσει,  από τη νοσηρότητα και τον θάνατο (σ. 211), μέσω της τιθάσευσης της ανθρώπινης επιθυμίας της ανάξιας ζωής. Έτσι, ενώ σήμερα γνωρίζουμε πως το AIDS είναι ένα «αιματογενώς μεταδιδόμενο νόσημα» και πως τα δύο τρίτα των πασχόντων βρίσκονται στην Υποσαχάρια Αφρική», θύματα μιας ακραίας φτώχειας, υποσιτισμού, εξαθλίωσης, υγιεινής, περίθαλψης, το AIDS -όχι τυχαία τη δεκαετία του 1980- στιγματίζεται ως η νόσος των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων των «ομοφυλόφιλων», των «ηρωινομανών» και των «Αϊτινών».[5] Αυτό σημαίνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός κατάφερε να αποδώσει τα 30 εκατομμύρια θανάτους που έχει προκαλέσει η νόσος από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, όχι στο μοίρασμα της ίδιας σύριγγας, όχι στην ανθρώπινη εξαθλίωση και φτώχεια, αλλά στην ατομική ευθύνη της «ανάξιας ζωής».[6] Ειδικότερα, η Δύση το 1991, θα δει τη νόσο υπό το πρίσμα του έργου του Ρότζερ Πίερσον [Roger Pearson], ακροδεξιού πανεπιστημιακού καθηγητή ανθρωπολογίας, ηγετικής μορφής του επιστημονικοφανούς νεορατσισμού και συγγραφέα του πολύκροτου Race, Intelligence and Bias in Acadence. Ο Πίερσον θα αναφερθεί, ακόμη, στον τεράστιο κίνδυνο που συνεπαγόταν η συρρίκνωση του ρόλου της υπέρτερης Δύσης (σ. 218), κάτι που σήμανε την επανακωδικοποίηση της συμπεριφοράς και του ελέγχου της ανθρώπινης επιθυμίας, κάνοντας για μια ακόμη φορά το κράτος τον απόλυτο ελεγκτή. Εξάλλου, ήταν τον Φεβρουάριο του 1998, όταν η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μαντλίν Ολμπράιτ, δήλωνε: «Εάν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε βία, είναι επειδή είμαστε Αμερική. Είμαστε το απαραίτητο έθνος. Στεκόμαστε ψηλά και βλέπουμε πιο μακριά από άλλες χώρες στο μέλλον και έτσι βλέπουμε τον κίνδυνο εδώ για όλους μας».[7] Επιπλέον, το 1999, ο Πήτερ Σλότερντάικ [Peter Sloterdijk] θέτει το βασικό ερώτημα σχετικά με τον σκοπό της πολιτικής διακυβέρνησης και πολιτικής αλληλεγγύης. Ο Σλότερντάικ καταλήγει ότι δεν είναι πλέον ο ουμανιστής, αλλά ο αρχειοφύλακας που προσπαθεί να αναζητήσει τα παλιά, χοντρά γράμματα και με δυο λόγια τη διέξοδο προς την υποσχόμενη πρόοδο. Ο ανθρωπισμός δίνει έτσι τη θέση του στην αρχειοθέτηση των δεδομένων, ενώ η αρχειοθέτηση έρχεται με σκοπό την επιβίωση του πιο ανθεκτικού και τη θανάτωση του πιο ευάλωτου. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου η ζωή αρχειοθετείται και ταξινομείται σε «άξια» και «ανάξια», η  ανακάλυψη της δομής της γενετικής πληροφορίας στην πολυμερική αλυσίδα του DNA, δεν μπορεί παρά ν’ αναπαράγει ένα ευγονικό καθεστώς αλήθειας.  Έτσι, ενώ: «[…] γίνεται πλέον λόγος για «εξελισσόμενο γονιδίωμα […] για μια δομή με ενδιάθετη πλαστικότητα» (σ. 31), αναγκαστικά αυτή η επιστημονική εξέλιξη, θα συναντηθεί όχι με την πλαστικότητα αλλά όπως υπογραμμίζει ο Κόκκινος, «με την ιστορία της ασθένειας, του κοινωνικού στίγματος, του σωματικού πόνου και της ψυχικής οδύνης» (σ. 31)· σε έναν πολιτισμό που στηρίχθηκε στην αρχειοθέτηση των δεδομένων της «ανάξιας» ζωής, με στόχο τη δημιουργία της άτρωτης  «άξιας» ζωής. Στη δεκαετία του 1970, ο όρος της ευγονικής είχε αντικατασταθεί από τον όρο της γενετικής, ενώ, όπως επισημαίνει ο Χρήστος Κουρούτζας, η γενετική καταλήγει ότι: «οι άνθρωποι είναι έρμαια των γονιδίων τους».[8] Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο  Πωλ Ράμπινοου [Paul Rabinow], καταλήγει ο Κόκκινος, προβλέπει ότι η «νέα γενετική θα είναι μια πολύ ισχυρότερη δύναμη μετασχηματισμού της κοινωνίας και της ζωής […] διαχεόμενη στο μικροεπίπεδο, μέσω πολυάριθμων βιοπολιτικών πρακτικών και λόγων (σ. 214), το οποίο εκτείνεται από τη βιομηχανία της υγείας, του ψυχικού νοσήματος, της συμπεριφοράς και τη γενετική μηχανική έως τους «μηχανισμούς παρακολούθησης του πολίτη» (σ. 214), μέσα από ένα σύγχρονο Πανοπτικό «διαφανές και σχεδόν κρυστάλλινο» (σ. 215). 

Εξάλλου, ο  Ζωρζ Κακιγιέμ [George Canguilhem] είχε προσπαθήσει να μας προφυλάξει από αυτό τον εφιάλτη, όταν μας εξηγούσε ότι η έννοια της κληρονομικότητας μας φέρνει όλο και πιο κοντά σε αξίες της Ιεράς Εξέτασης: «Θεωρούμε πως είναι δυνατό να εξουδετερώσουμε το αποτέλεσμα ενός σφάλματος μεταβολισμού, παρέχοντας διαρκώς στον οργανισμό το προϊόν χημικής αντίδρασης που είναι απαραίτητο για την άσκηση μιας λειτουργίας, και το οποίο του στερεί μια ατελή αλυσίδα αντιδράσεων. Αλλά η εξισορρόπηση, εφ’ όρου ζωής, του ελλείμματος ενός οργανισμού δεν είναι παρά διαιώνιση μιας οδυνηρής λύσης. Η πραγματική λύση μιας αίρεσης είναι η εκρίζωση [της ανάξιας ζωής]». Με δυο λόγια, «ονειρευόμαστε ένα κυνήγι των ετερόδοξων γονιδίων, μια γενετική ιερά εξέταση». Μια εξέταση, που μάς δίνει ακόμη και το δικαίωμα να στερούμε στους «ύποπτους γεννήτορες την ελευθερία να σπέρνουν σε κάθε κοιλιά […] Αυτά τα όνειρα, το γνωρίζουμε, δεν είναι μόνο όνειρα μερικών βιολόγων με άκρως ιδιάζουσες φιλοσοφικές πεποιθήσεις, αν μπορούμε να το πούμε έτσι». Είναι τα όνειρα που συνορεύουν [με τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο] του Aldous Huxley [μια εφιαλτική, προφητική ενατένιση ενός τέλειου τεχνοκρατικά πολιτισμού μιας μελλοντικής κοινωνίας που βασίζεται στον φυσικό και ψυχολογικό καταναγκασμό], απ’ όπου έχουν εξαλειφθεί τα ασθενή άτομα, οι ιδιαίτερες ασθένειες τους και οι γιατροί τους. Η ζωή ενός φυσικού πληθυσμού αναπαρίσταται σαν σάκος λοταρίας, όπου επαφίεται σε αξιωματούχους εξουσιοδοτημένους από την επιστήμη της ζωής να εξακριβώνουν την κανονικότητα των αριθμών που περιέχει, πριν επιτραπεί στους παίκτες να τους τραβήξουν για να συμπληρώσουν τις καρτέλες τους. Στη βάση αυτού του ονείρου υπάρχει η γενναιόδωρη φιλοδοξία ν’ απαλλάξουμε τα αθώα και ανήμπορα έμβια όντα από το βαρύ φορτίο να αντιπροσωπεύουν τα σφάλματα της ζωής στο τέλος, όμως, βρίσκουμε την αστυνομία των γονιδίων συγκαλυμμένη από την επιστήμη των γενετιστών».[9]

Έτσι, σε μια περίοδο που, όπως καίρια επισημαίνει ο Κόκκινος, βρισκόμαστε πλέον στο τρίτο στάδιο της ευγονικής, εντός της οποίας το κράτος δεν διασφαλίζει απλά τον έλεγχο στη σύναψη γάμου, στις γεννήσεις, στις στειρώσεις, αλλά πλέον στρέφεται στην πρόληψη των κληρονομικών και γενετικής αιτιολογίας ασθενειών· ασθενειών που προκύπτουν από χρωμοσωματικές ανωμαλίες και γονιδιακές μεταλλάξεις και τις οποίες η επιστήμη θέλει να εξαλείψει με στόχο τη δημιουργία του υπερανθρώπινου, ή του μετα-ανθρώπινου. Αυτή η «εξέλιξη» για να υπάρξει καλείται να δημιουργήσει μια ανθρωπότητα με «ικανότερα» και «ανθεκτικότερα» όντα προικισμένα με τις καλύτερες διανοητικές, αισθητικές και ηθικές προδιαγραφές, κάτι που απαιτεί την μετατροπή του ειδικού από ανθρωπιστή σε αρχειοθέτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Κόκκινος μας προκαλεί να αναλογιστούμε πόσο ο ρόλος του γιατρού σε κοινωνικό θεραπευτή και εθνικό αναμορφωτή, όπως διαμορφώθηκε και στις μεταπολεμικές κοινωνίες, δεν συνορεύει με το ρόλο του Δαμαστή, όπως μας τον δίνει στο ποίημα του ο  Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ [Zbigniew Herbert (1924-1998)] (σ. 216): «Στην πραγματικότητα ήμουν ένας λόγιος ένας κοινωνικός αναμορφωτής/το αληθινό μου πάθος η ανθρωπομετρία/επινόησα ένα κρεβάτι στις διαστάσεις του τέλειου ανθρώπου/το συνέκρινα με τους ταξιδιώτες που έπεφταν στα χέρια μου/ήταν δύσκολο ν’ αντισταθώ στον πειρασμό -το ομολογώ-/να τεντώνω άκρα να κόβω πόδια/ οι ασθενείς πέθαιναν αλλά όσο περισσότεροι χάνονταν/τόσο ήμουν βέβαιος πως η έρευνα μου ήταν σωστή/ο σκοπός ήταν ευγενής η πρόοδος απαιτεί θύματα/ποθούσα να καταργήσω τη διαφορά ανάμεσα στο υψηλό και στο χαμηλό/ήθελα να δώσω ένα και μόνο σχήμα στην αηδιαστικά ποικιλόμορφη ανθρωπότητα/δεν παραιτήθηκα ποτέ από την προσπάθεια να κάνω τους ανθρώπους ίσους […] [τη ζωή μου την πήρε ο Θησέας ο φονιάς του αθώου Μινώταυρου/αυτός που βγήκε από τον λαβύρινθο με το κουβάρι νήμα μιας γυναίκας/ένας τσαρλατάνος όλος κόπλα χωρίς αρχές ή όραμα μέλλοντος/έχω τη βάσιμη ελπίδα πως άλλοι θα συνεχίσουν τις προσπάθειές μου/και θα ολοκληρώσουν το έργο που με τόση τολμη έβαλα εμπρός» (σ. 58).  

Στο βιβλίο του Κόκκινου αυτή την αστυνόμευση, τη συναντάμε στην παραπομπή από τον ίδιο τον συγγραφέα στο λογοτεχνικό απόσπασμα του Θανάση Τριαρίδη: «Ο Προγραμματισμός των Γεννήσεων με το Πρόγραμμα των Στειρώσεων είχε εφαρμοστεί στα μέσα του προηγούμενου αιώνα –και, όπως λέγαν οι Σοφοί, είχε αποτελέσει τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Χάρη σ’ αυτό όλοι οι φτωχοί του κόσμου –περισσότερα από τα τέσσερα πέμπτα του παγκόσμιου πληθυσμο – στειρώθηκαν, κι έτσι δεν γεννούσαν πια ανεύθυνα και επιπόλαια τα αναρίθμητα παιδιά τους που απειλούσαν την ευημερία του πλανήτη. Η ανέχεια και η φτώχεια τους έφεραν μια σειρά από επιδημίες, κι’ έτσι οι στειρωμένοι φτωχοί πέθαναν γοργά, ανά εκατοντάδες εκατομμύρια (ως γνωστό, οι φτωχοί πεθαίνουν απ’ τις επιδημίες –οι πλούσιοι προστατεύονται από τα εμβόλια τους). Έτσι, μέσα σε λίγες δεκαετίες εξαλείφθηκε η παγκόσμια φτώχεια. Πλέον παιδιά γεννούσαν μονάχα οι πλούσιοι σύμφωνα με τον Προγραμματισμό που αποφάσιζε ο Κεντρικός Υπολογιστής Γεννήσεων –και πάντοτε σε συμφωνία με τον Κεντρικό Υπολογιστή Θανάτων (που, όπως είναι προφανές, αποφάσιζε ποιοι θα πεθάνουν). Και οι άλλοτε αχανείς φτωχογειτονιές που έσφιγγαν σαν βρόχος τις πόλεις πλέον είχαν γίνει υπέροχα θεματικά πάρκα με μνήμες από διάφορες περιόδους του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και με φανταστικούς κόσμους εμπνευσμένους από τα μεγάλα αριστουργήματα της λογοτεχνίας» (σ. 225).

Εν κατακλείδι, αν μας δίνει κάτι το έργο του Κόκκινου, είναι ακριβώς τα εργαλεία για να αντισταθούμε σε αυτό το εφιαλτικό σενάριο ανθρωπομετρίας, αναδεικνύοντας καθετί που είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αλλά και της ίδιας της επιστήμης, ώστε να απελευθερωθεί από τα δεσμά ενός δυτικοευρωπαϊκού αστικού φαλλοκρατικού λόγου.

 


Το κείμενο της Δήμητρας Τζανάκη επιμελήθηκε ο Γιώργος Ηλιάδης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Τζανάκη

Η Δήμητρα Τζανάκη είναι δρ. Ιστορίας και αυτήν την περίοδο είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ), όπου διδάσκει το μάθημα «Φύλο, Κοινωνία και Πολιτική». Έχει συγγράψει άρθρα και βιβλία στο πεδίο της ιστορίας της Επιστήμης (ψυχιατρικής, ιατροδικαστικής, εγκληματολογίας, ψυχανάλυσης) και της ιστορίας και θεωρίας του φύλου. Τελευταία δημοσίευση το «Φύλο και Σεξουαλικότητα: Ξεριζώνοντας το ανθρώπινο (1801-1925)», Ασίνη 2018 και το «Gender, Degeneration and Sexuality in Greece, 1871–1934. ῾Moral insanity῾ and Social Order», Palgrave Macmillan (υπό έκδοση).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε