Τεύχος #10 Oι κόσμοι του νουάρ

Η Αλγερία στο γαλλικό νουάρ: Από το τραύμα στη μνήμη

Παραφράζοντας έναν Γερμανό κομμουνιστή του 19ου αιώνα, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η Αλγερία εμφανίζεται δύο φορές στη ζωή των Γάλλων της γενιάς του ‘68 —αλλά και γενικότερα στη γενιά της μακράς δεκαετίας του 1960— πρώτα ως τραύμα, κι έπειτα ως μνήμη.[1] Μνήμη και τραύμα που αρχικά βιώθηκε απ’ τη γενιά του Μάη, εξωτερικεύθηκε μέσω της πολιτικής της δράσης, αλλά και εσωτερικεύτηκε μετά την ήττα των κινημάτων της εποχής, για να επανέλθει αργότερα εκ νέου στα γραψίματα και αναγνώσματά της. Η γενιά της Αλγερίας, σε αντίθεση, λόγου χάρη, με την γενιά του Βιετνάμ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει τον πόλεμο. Αυτός βρίσκεται στα πρόσωπα των Αλγερινών μεταναστών αλλά και των σχεδόν 1.000.000 γάλλων αποίκων, των πιε νουάρ, φιγούρες που συναντάμε στα νουάρ μυθιστορήματα και στις οποίες θα αναφερθούμε ως «φυσικό» κομμάτι της Μασσαλίας ή του Μπορντό: έτσι αναδεικνύουν τις φιγούρες αυτές οι συγγραφείς τους, και έτσι υπήρξαν και υπάρχουν αυτές ιστορικά: ως «φυσικό», δηλαδή βαθύ, καθημερινό και αναπόσπαστο κομμάτι της Γαλλίας, κι άρα και των συγγραφέων τους. Η Αλγερία δεν υπήρξε ποτέ μακριά απ’ τη Μητρόπολη, ήταν πάντα μέρος της.

Το τραύμα των παλιών αριστερών και νυν συγγραφέων, δεν αφορά μόνο τη στάση της γαλλικής κυβέρνησης έναντι της πάλαι ποτέ αποικίας της αλλά και έναντι των Αλγερινών που ζούσαν στη Γαλλία. Αφορά, κυρίως, τη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας (ΚΚΓ), το οποίο άλλοτε τηρούσε στάση ουδετερότητας κι άλλοτε υποστήριζε τη γαλλική αποικιοκρατική πολιτική στην Αλγερία, σε αντίθεση με την προηγούμενη στάση του στο ζήτημα της Ινδοκίνας, οπότε και είχε ταχθεί κατά της αποικιοκρατικής πολιτικής της χώρας·[2] του κόμματος που δεν συμπαθούσε τους λιποτάκτες, γιατί «έπρεπε να μείνουν στις μονάδες και να κάνουν παράνομη αντιπολεμική δουλειά ώστε ν’ αποκτήσουν συνείδηση οι φαντάροι».[3] Μονάδες, που ο συγγραφέας από το Μπορντό, Ερβέ Λε Κορ, περιγράφει ως «ένα τρελάδικο που τους παίρνει την ψυχή και τους την επιστρέφει λερωμένη, στραπατσαρισμένη, βρομερή, συρρικνωμένη σαν ρούχο μέσα στο οποίο έχεσαν όλο το σκατό του σώματός τους και το πότισαν μ’ όλο τον ιδρώτα και το αίμα τους και μ’ όλα τα ξερατά και τα κατουρά τους. Την ψυχή τους που την κατάντησαν κουρελιασμένη στολή που κυλίστηκε και σύρθηκε στο βούρκο και κουβαλάει πάνω της όλη την ανθρώπινη βρομιά και δυσωδία».[4] Έναν βρώμικο πόλεμο —τρελοκομείο κατά τον Λε Κορ— όπου στο τέλος ακόμη κι «ένας μπρατσαράς της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών και του Κόμματος, [που] ήθελε να ξεσηκώσει τους στρατιώτες και να σταματήσει τον πόλεμο· [κ]αι κατάληξε να τρέχει στα κατσάβραχα, να βάζει φωτιά στα χωριά και να κάνει κι άλλα πράγματα για τα οποία απέφευγε να μιλήσει».[5]

Το ΚΚΓ και οι απαρχές του πολέμου στην Αλγερία απασχολούν το μυθιστόρημα του Ερβέ Λε Κορ (Hervé Le Corre) Μετά τον πόλεμο. Τον απασχολούν όμως, κυρίως, ως συνέχεια τραυματικών εμπειριών. Σε μια Γαλλία, και συγκεκριμένα στο Μπορντό, όπου οι κακοφορμισμένες πληγές του Β῾ Παγκοσμίου Πολέμου παραμένουν ανοικτές· όπου ο δωσιλογισμός έχει πάρει θέση πλάι στη νέα εξουσία· όπου τα φαντάσματα των βασανισμένων μέχρι θανάτου στα υπόγεια της Γκεστάπο (γερμανικής και γαλλικής), αυτοί που έγιναν στάχτη στο Άουσβιτς, τα φαντάσματα του Ισπανικού Εμφυλίου, ακόμα περιφέρονται ζητώντας εκδίκηση ή αναζητώντας το χαμένο παρελθόν. Μετά την Ινδοκίνα, προστίθεται και η Αλγερία.

Αυτή η στάση του ΚΚΓ επέδρασε καταλυτικά στην, αντιπαραθετική ή έστω κριτική απέναντι στο κόμμα, συγκρότηση μιας ριζοσπαστικοποιημένης, μαζικής, νεανικής αριστεράς. Ορισμένοι από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του γαλλικού νουάρ προέρχονται από τη γενιά αυτή. Μπορεί η απομάγευση που διαδέχτηκε τον Μάη να τους οδήγησε στην αποστράτευση, αλλά η κοινωνική και πολιτική κριτική, ο Μάης, η Αλγερία, ρίζωσαν στη μνήμη τους και μετουσιώθηκαν από βίωμα σε συγγραφικό έργο. Ο ίδιος ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ (Jean-Patrick Manchette), ο πατέρας, μάλλον, του είδους, είχε τοποθετηθεί ρητά στο παραπάνω ζήτημα:, «[π]ροσωπικά βρισκόμουν πάντοτε κοντά στην ‘πολιτική’ – ή μάλλον στα σχίσματα της άκρας αριστεράς. Είναι ένα μείζον στοιχείο στην εικόνα μου για τον κόσμο, και αυτό προσδιορίζει αυτό που προσπαθώ να μεταδώσω στους άλλους».[6]

Το Βίωμα και η Μνήμη

Η τελευταία δουλειά του Μανσέτ είναι ένας κύκλος βιβλίων με τίτλο «Oι άνθρωποι των σκοτεινών καιρών», και αποτελεί την επιστροφή, το 1989, του Μανσέτ στο νουάρ μετά από σχεδόν δεκαετή σιωπή, και ταυτόχρονα την επιστροφή του σε αυτά τα ζητήματα. Όπως είχε πει ο ίδιος,

[Κ]ατά βάθος, γύρισα στο παρελθόν, πατώντας στα χνάρια μου, στα χρόνια της συγγραφικής μου δραστηριότητας, αλλά και σ’ όλα τα χρόνια που πέρασαν. Έφτασα μέχρι το 1956, μια χρονιά ιστορική: Βουδαπέστη, πόλεμος της Αλγερίας. Τότε ήμουν ακόμη στο Λύκειο, αλλά θυμάμαι πολύ τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. ΄Έχω, λοιπόν, το τολμηρό σχέδιο να ανασυνθέσω, μ’ αυτόν τον κύκλο, την ιστορία, από εκείνη την εποχή, και να συνεχίσω στη δεκαετία του ’60, στον Μάη του ’68, στη δεακετία του ’70, κτλ. Αν θα έπρεπε να κατονομάσω ένα κεντρικό θέμα, αυτό θα ήταν μια φράση του τύπου: Μα πως στο διάβολο φτάσαμε εδώ;[7]

Μια μικρή λεπτομέρεια: την ίδια χρονιά που ο Μανσέτ ξεκινάει να γράφει τον κύκλο αυτό, διαγνώστηκε με καρκίνο, αιτία που θα τον οδηγήσει στο θάνατο το 1995. Έτσι, το κύκνειο άσμα του συγγραφικά αποτελεί και μια επιστροφή εκεί που αρχίσαν όλα, κι αυτό το εκεί είναι ο Μάης, είναι η Κούβα, αλλά και η Αλγερία…Διόλου τυχαίο που  ένας από τους πρωταγωνιστές του γαλλικού Μάη, ο κατά τέσσερα χρόνια μικρότερός του Ντανιέλ Μπενσαϊντ, ξεκινάει στο σχετικό του βιβλίο με τις πολιτικές του αναμνήσεις, ως μαθητής Λυκείου και αυτός, εν μέσω του πολέμου της Αλγερίας – όπου τα οδοφράγματα του Αλγερίου και οι βόμβες του OAS[8] έδιναν τον τόνο.[9]

Ο γεννημένος στο Αλγέρι Μωρίς Αττιά (Maurice Attia) όταν ρωτήθηκε λόγου χάρη για την Λευκή Καραϊβική, το τελευταίο του έργο και συνέχεια της τριλογίας που τον κατέστησε γνωστό, είπε: «Κατ’ αρχάς είχα υπολογίσει να γράψω μόνο το Μαύρο Αλγέρι εις μνήμην των παιδικών μου βιωμάτων και ως οικογενειακό χρέος απέναντι στον πατέρα μου για τον φίλο του Σουκρούν που δολοφονήθηκε από τον OAS».[10] Ίσως γι’ αυτό και ξεχωρίζει, κατ’ εμέ, το Μαύρο Αλγέρι (Πόλις, Αθήνα 2008)  από τα υπόλοιπά του έργα. Είναι τόσο σημαντικό μάλιστα, σε βαθμό που η συγγραφή αυτού και μόνου θα ήταν αρκετή για να εντάξει τον Αττιά στον χάρτη του γαλλικού νουάρ. Είναι μάλιστα γεγονός πως αρκετοί αναγνώστες ένοιωσαν απογοήτευση διαβάζοντας τα άλλα δυο βιβλία της τριλογίας,[11] μια και τέθηκε ο πήχης πολύ ψηλά εξαρχής —πόσο μάλλον όσοι διάβασαν τη Λευκή Καραϊβική (Πόλις, Αθήνα 2018). Αντίστοιχα, ο Ζιλ Βενσάν (Gilles Vincent) αφιερώνει το Ντζεμπέλ «στον πατέρα [τ]ου, στη δίκη του Αλγερία…».

Ο Ντιντιέ Ντενένξ (Didier Daeninckx), στο αριστουργηματικό Έγκλημα και Μνήμη (Πόλις, Αθήνα 2003), επιχειρεί να επαναφέρει στη μνήμη των Γάλλων ένα γεγονός το οποίο οδηγήθηκε βιαίως στη λήθη από την άρχουσα τάξη της Γαλλίας. Πρόκειται για τη σφαγή της μεγάλης πορείας των Αλγερινών στο Παρίσι στις 17 Οκτωβρίου 1961. Πρόκειται για ένα έγκλημα το οποίο αναγνωρίστηκε θεσμικά μόλις το 1999, 16 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, και σχεδόν 40 μετά την διάπραξή του.

Σπάζοντας τη σιωπή, ενάντια στην επιβεβλημένη λήθη

Οι διάφοροι πρεσβευτές του γαλλικού νουάρ έρχονται να σπάσουν τη σιωπή του αποικιακού παρελθόντος της χώρας τους. Αυτή τη «σιωπή, βαριά σαν ταφόπλακα, που μπορεί για σαράντα ολόκληρα χρόνια να θάψει ένα σκοτεινό κομμάτι του πολέμου της Αλγερίας … Αλλά, βλέπετε, οι ταφόπλακες δεν είναι κάτι το αιώνιο».[12] Ο Βενσάν ασχολείται στο Ντζεμπέλ ακριβώς με τα θαμμένα αυτά μυστικά, αλλά και τον παραλογισμό του πολέμου, την «κλιμάκωση μίσους και βίας. Μια βρομιά δίχως τέλος».[13] Μιλάει για μια παράλογη σφαγή που κάνει τους αλγερινούς μαχητές να κλάψουν. «Και δεν κλάψαμε τους νεκρούς, είχαμε δει τόσους και τόσους, Αυτό που μας πόνεσε ήταν το παράλογο κείνης της σφαγής».[14] Ο Βενσάν σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος επηρεάζει όχι μόνο τους παρόντες, αλλά κι αυτούς που έμειναν πίσω, ακόμα και τις επόμενες γενιές· τον τρόπο που η ενσωμάτωση μιας μετανάστριας μπορεί να είναι φαινομενική ή επιφανειακή, όταν έχει επικρατήσει γύρω της η σιωπή. Τι γίνεται όμως όταν το παρελθόν βγαίνει από το χρονοντούλαπο της λήθης και στοιχειώνει το παρόν; Πώς μπορεί κανείς να παραμείνει ίδιος όταν βλέπει το αίμα των προγόνων του, το οποίο χύθηκε τελείως άσκοπα, τελείως παράλογα, να ξανακυλάει;

Ο Μανσέτ θεωρούσε ότι τα κείμενα «έγιναν για να μείνει στη μνήμη των ανθρώπων η αφήγηση γεγονότων που διαδέχονται τα μεν και τα δε μέσα στην ιστορία».[15] Αυτό που παρέλειψε να αναφέρει, και που είναι προφανές στο γαλλικό νουάρ, είναι πως αυτή η αφήγηση είναι πολιτικά χρωματισμένη. Οι αναφορές στην Αλγερία, λόγου χάρη, δεν αφορούν απλά μια γεγονοτολογική παρουσίαση της ιστορίας, ούτε αποτελούν απλά ένα σκηνικό στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή. Τουναντίον, ο εκάστοτε συγγραφέας, είτε αυτός λέγεται Μανσέτ, Αττιά, Ντενένξ, Βενσάν, ή Λε Κορ, παρουσιάζει τα ιστορικά γεγονότα υπό το βιωματικό του πρίσμα, είτε αυτό αφορά την πολιτική στράτευση του χθες, είτε το οικογενειακό του παρελθόν.

Έτσι, στο γαλλικό νουάρ συναντάμε τα διάφορα φαντάσματα της γαλλικής ιστορίας, όπως αυτό της Αλγερίας· φαντάσματα τα οποία παραμένουν παρόντα, στα γκέτο του Παρισιού και στους Αλγερινούς δεύτερης και τρίτης γενιάς που περπατάνε στα σοκάκια της Μασσαλίας· που ξυπνάνε με τους λόγους της γαλλικής ακροδεξιάς, της αστυνομοκρατίας και της κρατικής βίας στις γειτονιές των μεταναστών. Ως εκ τούτου, οι συγγραφείς επαναφέρουν τα παραπάνω ζητήματα όχι μόνο για να ξεκαθαρίσουν το προσωπικό τους παρελθόν, αλλά και διότι, όπως είπε κάποιος πρωθυπουργός, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να χρησιμοποιήσει ένα τσιτάτο του Αλτουσέρ, «η ιστορία διαρκεί πολύ». Όχι μόνο γιατί το χθες στοιχειώνει το σήμερα, αλλά διότι το βλέπουμε καθημερινά σε επαναλήψεις όπως στο καλοκαιρινό τηλεοπτικό πρόγραμμα. Και, για να κλείσουμε κατά τον τρόπο που αρχίσαμε, δυστυχώς ο Μαρξ είχε άδικο: οι επαναλήψεις συνεχίζουν να μας φέρνουν αντιμέτωπους με νέες τραγωδίες, κι όχι με φάρσες.


Το κείμενο επιμελήθηκε η Δήμητρα Αλιφιεράκη.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Χρίστος Μάης

Χρίστος Μάης

Ο Χρίστος Μάης είναι υποψήφιος διδάκτορας πολιτισμικής ιστορίας και σπουδών βιβλίου. Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις «Προλεταριακή Σημαία» και «Εκτός των Τειχών», κυρίως ως μεταφραστής, και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα έντυπα (Προλεταριακή
Σημαία, Αντίθεση, Πριν, Δρόμος της Αριστεράς, Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, ΥΦΕΝ) και ιστολόγια, μεταξύ άλλων και για θέματα βιβλίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε