Τεύχος #11 Ιδρύματα πολιτισμού: μια εισαγωγή

Η μάχη για την ψυχή της Ελλάδας: η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία, 1953–1973

Στο βιβλίο της ιστορικού Τζένης Λιαλιούτη, « Ο Άλλος Ψυχρός Πόλεμος, η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα, 1953-1973», εξετάζεται η αμερικανική πολιτιστική παρέμβαση στην Ελλάδα του Ψυχρού Πολέμου. Η μελέτη παρουσιάζει τις σημαντικότερες πλευρές εκδοχές της αμερικανικής δράσης, εγγραφόμενες στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και της ψυχροπολεμικής, «εκσυγχρονιστικής» αντίληψης των Αμερικανών για το μέλλον των κοινωνιών.

Ο “άλλος” ψυχρός πόλεμος. Η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα, 1953–1973
Ζηνοβία Λιαλιούτη
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2019 | 352 σελ.

Θέμα και δομή του βιβλίου

 Στο δεύτερο βιβλίο της, «Ο Άλλος Ψυχρός Πόλεμος, η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα, 1953–1973», η ιστορικός Τζένη Λιαλιούτη, επίκουρη καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο ΕΚΠΑ, παρουσιάζει τις σημαντικότερες πτυχές της αμερικανικής πολιτιστικής διπλωματίας στην μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Ο όρος «πολιτισμική διπλωματία» αναφέρεται στην πολυσχιδή προσπάθεια των Αμερικανών κατά τον Ψυχρό Πόλεμο να κατανοήσουν, προσεταιριστούν και αναπλάσουν την ελληνική κοινωνία μέσω της διάδοσης των αμερικανικών πολιτισμικών αξιών.

Η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία «αποσκοπούσε στην προσέγγιση των ελληνικών πολιτικών, οικονομικών και πνευματικών ελίτ…καθώς και στην προώθηση ενός συστήματος αξιών που θεμελιωνόταν στον αντικομμουνισμό, τον φιλοατλαντισμό, την αποδοχή του συστήματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας, την οικονομική ανάπτυξη και την παραγωγικότητα».[1]

Ήταν μια προσπάθεια προπαγανδιστική, αλλά η προοπτική της αμερικανικής διπλωματίας ήταν μεγάλου ορίζοντα, γι’ αυτό τα όρια ιδεολογίας και προπαγάνδας αποδείχθηκαν πορώδη. Αυτή η επισήμανση της συγγραφέως μας επιτρέπει ορισμένες σκέψεις πάνω στον συντακτικό χαρακτήρα της ιδεολογίας.

Η μελέτη εστιάζει στην περίοδο από το 1953 και μέχρι το 1973. Η τομή της Μεταπολίτευσης αποτελεί ορόσημο λόγω της κλιμάκωσης του αντι-αμερικανισμού στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας. Από την άλλη, η συνεξέταση της «καχεκτικής» δημοκρατίας και της απριλιανής επταετίας αποσκοπεί στην ανάδειξη των συνεχειών και των τομών στην αμερικανική πολιτιστική δράση.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες.

Η πρώτη εστιάζει στις έρευνες κοινής γνώμης που διεξήγαγαν οι Αμερικανοί στην Ελλάδα προκειμένου να σφυγμομετρήσουν την ελληνική κοινωνία, αρχής γενομένης από τις εκλογές του 1946.

Η δεύτερη παρουσιάζει, κατ’ αρχάς, τους στόχους της αμερικανικής πολιτιστικής διπλωματίας και την θεσμική της αγκύρωση. Προχωράει, έπειτα, στην συζήτηση της αλληλεπίδρασης της αμερικανικής στοχοθεσίας με τις σημαντικότερες εξελίξεις της περιόδου 1953-1973: oι εκλογές του 1958 και η άνοδος της ΕΔΑ,  το Κυπριακό, τα Ιουλιανά,  η απήχηση των επιτυχιών της ΕΣΣΔ και, βεβαίως, η τομή της δικτατορίας.

Τέλος, η τρίτη ενότητα παρουσιάζει συγκεκριμένες πολιτιστικές πρωτοβουλίες: τα προγράμματα ανταλλαγής, υποτροφιών κι εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας, μέσω των οποίων οι Αμερικανοί αποπειράθηκαν να προσεταιριστούν τις ελίτ της χώρας.

 Οι φορείς και τα τεκμήρια της πολιτιστικής διπλωματίας

Η κατανόηση της πολιτιστικής διπλωματίας είναι έργο απαιτητικό, τόσο από θεωρητικής όσο και από αρχειακής άποψης.

Στο προηγούμενο βιβλίο της για τον αντι-αμερικανισμό στην Ελλάδα, η ιστορικός είχε εστιάσει στον πολυεστιακό χαρακτήρα της ιδεολογίας. Αποδεσμευμένη από την (τόσο συνηθισμένη) επικέντρωση στα κόμματα, η μελέτη εκείνη βασίστηκε, κατά μείζονα λόγο, στην μαζική σκέψη, όπως αυτή φιλοξενήθηκε στον Τύπο της Μεταπολίτευσης.[2]

Στο δεύτερο έργο της, η συγγραφέας χρησιμοποιεί, επίσης, μια ευρεία γκάμα τεκμηρίων που συλλέχθηκαν  σε τρεις χώρες. Στο αρχειακό υλικό συγκαταλέγονται εκθέσεις και εσωτερική αλληλογραφία των αμερικανικών θεσμών, διαφημίσεις, δημοσκοπικά ευρήματα, αλλά και δημόσιοι λόγοι, άρθρα στον Τύπο και μαρτυρίες των ανθρώπων της εποχής.

Ακολουθώντας μια από ετών εδραιωμένη κατεύθυνση στην διεθνή βιβλιογραφία για την αμερικανική πολιτιστική διπλωματία, ο «Άλλος Ψυχρός Πόλεμος» τεκμηριώνει την συνέργεια του αμερικανικού κράτους με το πλήθος μη κυβερνητικών θεσμών.

Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης ήταν, βεβαίως, καθοριστικός. Αμερικανικά ιδρύματα (Ροκφέλερ, Φόρντ, Κάρνεγκι) είχαν αναπτύξει πολυεπίπεδη δράση διεθνώς ήδη πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.[3] Η πολιτιστική διπλωματία έλαβε, ωστόσο, καθοριστική ώθηση μετά την απόφαση των Τρούμαν και Αϊζενχάουερ να θέσουν σε λειτουργία τους μηχανισμούς προπαγάνδας εν καιρώ ειρήνης, προκειμένου να διαδώσουν τις αμερικανικές ιδέες. Η  οργάνωση της πολιτισμικής διπλωματίας ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αρμοδιότητα της USIA (United States Information Agency),  η οποία συνεργαζόταν στενά με άλλους κρατικούς και ιδιωτικούς θεσμούς.

Αμερική και Ευρώπη 

Νικήτρια στον Β´ ΠΠ,  οικονομικά ισχυρή και κάτοχος πυρηνικού οπλοστασίου, η Αμερική στόχευσε στον προσεταιρισμό των ευρωπαϊκών κρατών. Αλλά η ισχύς δεν παράγει, από μόνη της, πειθώ. Σε αυτήν την παραδοχή βασίζεται ο «Άλλος Ψυχρός Πόλεμος».

Πράγματι, η εισαγωγική συζήτηση της συγγραφέως για την προβληματική των «διατλαντικών σχέσεων» δεν αποτελεί μια «προβλεπόμενη» θεωρητική αναφορά, αλλά το ερμηνευτικό κλειδί του έργου. Η προσέγγιση των «διατλαντικών σχέσεων» εστίασε στην διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, ανέδειξε τον ανοιχτό χαρακτήρα αυτής της ερωταπόκρισης, υποδεικνύοντας έτσι την ανεπάρκεια μιας γραμμικής προσέγγισης που ήθελε τις ψυχροπολεμικές ΗΠΑ παντοδύναμο πομπό μηνυμάτων, πολιτικών και συμβόλων και την Ευρώπη παθητικό δέκτη τους.

Ο πρώτος λόγος, ωστόσο, ανήκε στην Αμερική.

Το βιβλίο μας συστήνει, εξ’ αρχής, στο ουτοπικό στοιχείο της αμερικανικής παράδοσης, όπως αυτό εκφράστηκε παλαιότερα στην προοπτική του «Προδήλου Πεπρωμένου» και, επί Ψυχρού Πολέμου, στην  «εκσυγχρονιστική» εξόρμηση των Αμερικανών στα μήκη και πλάτη της Γης. Δίνοντας τον λόγο στα ιστορικά υποκείμενα, το βιβλίο διαυγάζει τον βαθιά ουτοπικό χαρακτήρα του Ψυχρού Πολέμου, μιας σύγκρουσης που έχει περιγραφεί συχνά με όρους  ωμού ρεαλισμού.

Αλλά η γλώσσα του ρεαλισμού είναι ανεπαρκής. Η εξέταση της πολιτιστικής διπλωματίας υποδεικνύει την αντιπρόταση.

Πράγματι, δεδομένου ότι  «η πρωτοκαθεδρία των ιδεολογικών και συμβολικών μέσων έναντι των συμβατικών στρατιωτικών […] ενίσχυε ακόμη περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο διαπερνούσε και εντέλει επηρέαζε το σύνολο της κοινωνικής ζωής»,[4] η πολιτιστική διπλωματία των αντιμάχων δεν ήταν απλώς μια ενδιαφέρουσα πτυχή του Ψυχρού Πολέμου: ήταν η πτυχή  που διαύγασε τον συνολικό χαρακτήρα της σύγκρουσης.
Aν κάποιος θέλει να κατανοήσει ιστορικά τον Ψυχρό Πόλεμο, θα πρέπει να ξεκινήσει από την αυτοεικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αποτελεί επιτυχία του βιβλίου ότι εξοικειώνει τον αναγνώστη με τον τρόπο που έβλεπαν οι Αμερικανοί τον εαυτό τους.

Γνώστης της αμερικανικής Ιστορίας, η συγγραφέας κατανοεί την αμερικανική εξόρμηση εκ των  ένδον. Δεν την επινοεί λειτουργιστικά, δεν την φαντάζεται πολυδύναμη ή «ανιδιοτελή», γι’ αυτό και η παρουσίαση των «αυθαίρετων» ελληνικών αποκρίσεων δεν ανταγωνίζεται, αλλά ενισχύει την θεμελιακή παραδοχή του έργου: οι απαντήσεις των κοινωνιών ήταν αυτόνομες, αλλά η αμερικανική πολιτισμική διπλωματία ήταν ένα ερώτημα που απηύθυναν οι ΗΠΑ στον  κόσμο.

Με τι όρους όμως διατυπώθηκε  αυτό το ερώτημα;

Οι ερωτήσεις της επιστήμης

Για να εξηγήσει πως συγκροτήθηκε το αμερικανικό πολιτιστικό διάβημα, το βιβλίο στέκεται στην κεντρική σημασία των ανερχόμενων κοινωνικών επιστημών.

Αδρώς χρηματοδοτούμενοι από το αμερικανικό κράτος, κλάδοι όπως η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, η κοινωνική ψυχολογία και η μελέτη της μαζικής επικοινωνίας συνέδραμαν αποφασιστικά στην ψυχροπολεμική κινητοποίηση των ΗΠΑ, παρέχοντας φιλόδοξα ερμηνευτικά πρίσματα, ερωτήματα που αφορούσαν στην συνολική πορεία των κοινωνιών και μεθόδους εμπειρικής επαλήθευσης των ερευνητικών υποθέσεων.

Διασημότερο από αυτά τα πρίσματα, υπήρξε αυτό των περίφημων «θεωριών του εκσυγχρονισμού» (modernization theories). Αυτές αποτέλεσαν μια ιδιαιτέρως φιλόδοξη προσπάθεια διάγνωσης της πορείας των απανταχού κοινωνιών, ένα τελεολογικό σχήμα ευθέως (ενίοτε και ρητώς) ανταγωνιστικό του αντίστοιχου μαρξιστικού.[5]

Το διακύβευμα του Ψυχρού Πολέμου όμως δεν εξαντλεί το περιεχόμενο ή την σημασία της  κινητοποίησης των κοινωνικών επιστημόνων κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Η ανάδυσή τους εγγράφεται σε μια μακρά διανοητική διεργασία. Πράγματι, οι εμπόλεμοι δεν ανέτρεχαν πια στα exempla που παρείχε η Ιστορία, αλλά στην προβλεπτική γνώση των κοινωνικών επιστημών. Αρυόμενη εργαλεία από τις φυσικές επιστήμες, η μεταπολεμική κοινωνική επιστήμη επιχείρησε να υλοποιήσει το όνειρο του Διαφωτισμού για μια «επιστήμη του Ανθρώπου». Η εμπιστοσύνη που της έδειξαν (και της δείχνουν ακόμα) οι κυβερνήσεις σηματοδοτεί μια θεμελιακή ανα-ιεράρχηση εντός των επιστημών του ανθρώπου: η Ιστορία και η Φιλοσοφία πέρασαν σε δεύτερο πλάνο.

Στις σελίδες του «Άλλου Ψυχρού Πολέμου» μπορεί να παρακολουθήσει κανείς αυτήν  την μετατόπιση και βεβαίως τις ψυχροπολεμικές χρήσεις της.

Η σημαντικότερη από αυτές τις χρήσεις ήταν η διεξαγωγή πολιτικών δημοσκοπήσεων.   Η αρχή έγινε στις εκλογές του 1946, όταν η Συμμαχική Αποστολή διεξήγαγε την πρώτη πολιτική δημοσκόπηση στην ιστορία της Ελλάδας μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις, προκειμένου να πιστοποιήσει την εγκυρότητα της εκλογικής διαδικασίας. Η συνέχεια ήταν πιο φιλόδοξη. Εστιάζοντας στην Ελλάδα, ως χώρα μεθοριακή που μόλις εξήλθε από έναν εμφύλιο Πόλεμο με εμφανή ψυχροπολεμικά χαρακτηριστικά, η USIA ανέπτυξε πλούσια δράση. Διεξήγαγε συστηματικά δημοσκοπήσεις που κατέγραφαν την γνώμη των Ελλήνων για ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, οργάνωσε διαφημιστικές καμπάνιες υπέρ των ιδεωδών του αμερικανισμού ενώ παράλληλα επιχειρούσε να μετρήσει την επιτυχία της συνολικής αμερικανικής πολιτισμικής διείσδυσης στην χώρα. Σε κάθε βήμα, οι Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν τα πορίσματα της κοινωνικής επιστήμης: η Ελλάδα ιδώθηκε ως μελέτη περίπτωσης (case study).

Η γνώση που παρείχαν οι επιστήμες αυτές ήταν βέβαια ιδεολογικά προσδιορισμένη. Η κανονιστική προσήλωσή της δεν διέφυγε την προσοχή των ανθρώπων της εποχής: δεν είναι τυχαίο ότι η εμπλοκή των διανοουμένων του εκσυγχρονισμού στο Βιετνάμ συνέβαλε στην απαξίωση της θεωρίας τους συνολικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι θεωρίες που τροχοδρόμησαν την αμερικανική δράση ήταν «ψευδοεπιστημονικές». Όχι, επρόκειτο για μια προσπάθεια να τεθεί η επιστήμη στην υπηρεσία ενός σκοπού, διατηρώντας την αυτοτέλειά της.

Το εγχείρημα δεν πέτυχε, αλλά για μια ιστορία της ιδεολογίας, όπως ο Άλλος Ψυχρός Πόλεμος, αυτό είναι ακριβώς το ζητούμενο: η ιδεολογία είναι συναρμογή γνώσης και ηθικής.[6] Η γνώση που παράγουν οι ιδεολόγοι θέλει να εμφανίζεται επιστημονική, φυσική, αυτονόητη, αλλά παραμένει γνώση ιστορικά συγκροτημένη.

Γι’ αυτό τα οικουμενικά μοντέλα των κοινωνικών επιστημών δεν κατάφεραν να εξοβελίσουν κάθε άλλο είδος γνώσης. Οι Αμερικανοί θεωρούσαν πως σφυγμομετρούσαν «επιστημονικώ τω τρόπω» επιστημονικά την ελληνική κοινωνία, προκειμένου να την στρέψουν προς την επιθυμητή κατεύθυνση.  Αλλά οι ιδέες που κουβαλάμε δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα και η Ιστορία επέστρεψε από την πίσω πόρτα.

 …και η ιστορία των ερωτήσεων

Οι Αμερικανοί εμπιστεύονταν τις επιστήμες, αλλά κουβαλούσαν προ-ιδεασμούς, κληρονομημένες δεσμεύσεις, εσωτερικές εντάσεις στον τρόπο που έβλεπαν τον κόσμο.

Η σημαντικότερη αντίφαση των αμερικανικών προγραμμάτων εντοπιζόταν, όπως σημειώνει η συγγραφέας, στην δίδυμη απόβλεψη κοινωνικο-πολιτισμικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας και ηθικοπολιτικής απαξίωσης του κομμουνισμού. Η εγγραφή του ελληνικού κατασταλτικού αντικομμουνισμού στην ιδεολογία του «Ελευθέρου Κόσμου» γέννησε την δύσκολη συνάντηση της αυταρχικής εθνικοφροσύνης με την μακρά κοινοβουλευτική παράδοση των ΗΠΑ.

Αμερικανικές υπηρεσίες συνεργάστηκαν, λοιπόν, με τον συντηρητικό διανοούμενο και Υπουργό Προεδρίας από το 1956 ως το 1961, Κ. Τσάτσο, για την αναδιοργάνωση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας μετά τις ανησυχητικές εκλογές του 1958. Το ίδιο έπραξαν  με τον ελληνικό Στρατό στον οποίο παρασχέθηκαν υλικό, πόροι και κατευθύνσεις, ώστε να συμβάλει στην απαξιωση του κομμουνισμού.[7]

Δεν ήταν η μόνη αντίφαση.

Οι εκτιμήσεις των Αμερικανών για την δυνατότητα του κομμουνισμού να ριζώσει μακροπρόθεσμα στην ελληνική κοινωνία αποτελούν σπουδή στο «παράδοξο».

Κληρονόμοι μιας μακράς παράδοσης οριενταλισμού -παράδοσης που συχνά κατέτασσε την Ελλάδα όχι στις «δυτικές» αλλά στις «ανατολικές»  χώρες- κάποιες αμερικανικές εκθέσεις, στον απόηχο του 25% της ΕΔΑ το 1958, διαβεβαίωναν τον εαυτό τους πως τα «παραδοσιοκεντρικά» χαρακτηριστικά του ελληνικού λαού (η Ορθόδοξη πίστη, «ο μηδενιστικός ελληνικός χαρακτήρας») θα αποτρέψουν την «πραγματική» αποδοχή των κομμουνιστικών ιδεών στην Ελλάδα.

Ειρωνείες της ιδεολογίας: πολιτισμικά στερεότυπα τα οποία παρακίνησαν ανά τους αιώνες σε δριμύτατη, πολυειδή απομείωση των μη δυτικών κοινωνιών, εδώ παρακινούν σε εφησύχαση εν όψει του αρχέκακου κομμουνισμού.[8]

Τα ερωτήματα, λοιπόν, που έθεσε η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία απέβλεπαν στην ακρίβεια της επιστήμης, αλλά η θετικιστική προσέγγιση δεν μπορούσε να εξαφανίσει τους προ-ιδεασμούς των ερωτώντων.

Οι Αμερικανοί προσπάθησαν βέβαια να προσαρμοστούν στο αντικείμενο της μελέτης τους, στον ελληνικό τρόπο του σκέπτεσθαι και πολιτεύεσθαι. Το βιβλίο παρουσιάζει τις μικρές και μεγάλες οδηγίες που λάμβαναν οι Αμερικανοί που έρχονταν στην Ελλάδα. Από την βαρύτητα του ελληνικού εθνικισμού εν μέσω της έκρηξης του Κυπριακού Ζητήματος και  τον προβληματισμό για την έκρηξη των Ιουλιανών μέχρι μικρές, πρακτικές συμβουλές σεβασμού της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας (όπως η συμβουλή στους Αμερικανούς τουρίστες να μην μασάνε τσίχλα με τρόπο αναιδή), οι Αμερικανοί ήξεραν ότι ο αμερικανισμός στόχευε να ριζώσει σε ξένο έδαφος και έπαιρναν τα μέτρα τους. Αλλά η πραγματικότητα πάντα διαρρέει.

Η συστηματική ανάδειξη των αμερικανικών προ-ιδεασμών ως προς τον «χαρακτήρα» των Ελλήνων και της κοινωνίας που ήθελαν να αναμορφώσουν (κατά κανόνα με ανοιχτά πατερναλιστικό τρόπο) πιστοποιεί την ακυρότητα των συστημικών ερμηνειών, «ρεαλιστικών» και μη.  Η συγγραφέας συναντάει έτσι την προβληματική της κονστρουκτιβιστικής σχολής των Διεθνών Σχέσεων. Αυτή έχει σχετικοποιήσει την έννοια του «συμφέροντος» εδώ και δεκαετίες, επισημαίνοντας την ιστορικά συγκροτημένη στοχοθεσία των δρώντων στην διεθνή κονίστρα.[9] Θα είχε ενδιαφέρον αν τα ευρήματα του έργου της Τζ. Λιαλιούτη  χρησίμευαν ως οδοδείκτης για μια πραγμάτευση της αμερικανικής πολιτιστικής (και όχι μόνο) παρέμβασης στην Ελλάδα προς μια αντίστοιχη κατεύθυνση.

Μεγάλες Προσδοκίες 

Η ιδεολογία βρίθει αντινομιών.  Βρίθει όμως και αυτοπεποίθησης και αυτή είναι μια αρετή την οποία οι ΗΠΑ διέθεταν εν αφθονία, όπως προκύπτει από το βιβλίο.

Μιλήσαμε για την «αυτοκρατορική» αυτοπεποίθηση των κοινωνικών επιστημών, αλλά η αμερικανική αισιοδοξία είχε πολλές διαστάσει, στις οποίες είναι αφιερωμένα τα κεντρικά κεφάλαια του βιβλίου.

Η πεποίθηση των Αμερικανών, μετά το πραξικόπημα του 1967,  ότι η «προβολή έργων με προοδευτικό πολιτικό περιεχόμενο από τη σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή»[10] θα εδραίωνε μια θετική εικόνα για τις ΗΠΑ, η ελπίδα δηλαδή ότι η προβολή ταινιών μπορούσε να  ανταγωνιστεί  την ανοιχτή στήριξη της Ουάσινγκτον στο απριλιανό καθεστώς είναι ίσως το πιο οριακό παράδειγμα αυτοπεποίθησης.

Άλλες δράσεις είναι περισσότερο οικείες, αφού οι θεσμοί που τις υλοποίησαν παραμένουν ακόμα σε λειτουργία.

Η προώθηση της εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας αποτέλεσε σημαντική μέριμνα για τους Αμερικανούς. Το ίδιο συνέβαινε και με την χρηματοδότηση ταξιδιών στις ΗΠΑ για τα μέλη της ελληνικής πολιτισμικής και πολιτικής ελίτ  (πρόγραμμα Ξένων Ηγετών, πρόγραμμα Ξένων Ειδικών), ώστε τα τελευταία να γοητευθούν από την υλική-πολιτισμική  ανωτερότητα της ηγέτιδος του «Ελευθέρου Κόσμου».

Άξονες της αμερικανικής διείσδυσης αποτέλεσαν επίσης η ενίσχυση των αμερικανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (Κολλέγιο Αθηνών, Ανατόλια, ACS) και τα προγράμματα υποτροφιών (με αιχμή τα προγράμματα Φουλμπράιτ).

Αλλά τελικά ο ριζοσπαστικός βολονταρισμός της αμερικανικής πολιτισμικής διπλωματίας αποκαλύπτεται  από την ίδια την στοχοθεσία της: η απαίτηση των Αμερικανών να αλλάξουν τον ρού της Ιστορίας, να αλλάξουν τις ψυχροπολεμικές κοινωνίες «επιστημονικά», μόνο με την ουτοπική ενέργεια των αντιπάλων τους μπορεί να συγκριθεί.

Η ελληνική απόκριση

Η ιδεολογία ρωτάει τον κόσμο και οι απαντήσεις που λαμβάνει είναι απροδιάγραπτες.

Οι Έλληνες της περιόδου αποκρίθηκαν ασύμμετρα στα αμερικανικά διαβήματα. Γοητεύτηκαν από την τεχνολογική υπεροχή των Αμερικανών, υιοθέτησαν καταναλωτικά πρότυπα, έμαθαν αγγλικά και παρακολούθησαν με δέος την διαστημική κούρσα, αλλά λησμόνησαν πολύ σύντομα την αμερικανική βοήθεια των προγραμμάτων Μάρσαλ και Τρούμαν. Συναφώς, οι Έλληνες δεν πείστηκαν ότι τα προοδευτικά μηνύματα σε ταινίες του Χόλυγουντ σχετικοποιούν την στήριξη της αστερόεσσας στην χούντα. Οι νέοι άκουγαν rock n’ roll, αλλά οι Αμερικανοί πολύ σύντομα διαπίστωσαν ότι η επιρροή τους στο ανερχόμενο φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 ήταν ισχνή.

Άλλες μελέτες έχουν αναδείξει επίσης τον ανοιχτό χαρακτήρα αυτής της ερωταπόκρισης: ο Χρήστος Μάης έχει εξετάσει τα διλήμματα των υποτρόφων του Ιδρύματος Φορντ επί δικτατορίας,[11] ο Στρατής Μπουρνάζος έχει επισημάνει την αυτονομία των διανοουμένων που συμμετείχαν στο congress for cultural freedom.[12] Στην ίδια προοπτική, η Δέσποινα Λαλάκη έχει γράψει για τον πρωταγωνιστικό ρόλο δύο γυναικών (A. Frantz και Αικ. Μυριβήλη) στην αμερικανική πολιτιστική διπλωματία, ρόλο που διέψευσε τα στερεότυπα περί θηλυκότητας που οι ίδιοι οι Αμερικανοί εξύφαναν προς ψυχροπολεμική χρήση.[13]

Η μάχη για την ψυχή της Ελλάδας

Ο πολιτιστικός Ψυχρός Πόλεμος λοιπόν, όχι ως υπόθεση «συμφερόντων» και πεδίο αναχρονιστικής πολεμικής, αλλά ούτε και ως πάρεργο των ελίτ για τις ελίτ: μια ψηφίδα της Ιστορίας που έγινε βιβλίο, επειδή υπήρχε το αντίστοιχο «κενό».

Τα ευρήματα της μελέτης είναι σημαντικά, αλλά δεν αποτελούν την σημαντικότερη αρετή της.

Δεν είναι βέβαιο ότι μια  αρχειακή έρευνα μπορεί να αρθεί πάνω από τα ευρήματά της. Να ξεφύγει από την ολισθηρή σαγήνη της «ανασκαφικής» δραστηριότητας και να αναδείξει μεγάλες κινήσεις των ιδεών.

Ο Άλλος Ψυχρός Πόλεμος το πετυχαίνει.

Στο βιβλίο της Τζένης Λιαλιούτη, ο Ψυχρός Πόλεμος είναι η διεκδίκηση του μέλλοντος των κοινωνιών, μια συζήτηση που έμεινε ανοιχτή κόντρα στις ίδιες τις (θετικιστικές) προϋποθέσεις της. Είναι το αλαζονικό, ουτοπικό ποντάρισμα των Ηνωμένων Πολιτειών ότι μπορούν να ξαναχτίσουν τον κόσμο καθ’ ομοίωσίν τους και η προσγείωση αυτού του πονταρίσματος στην μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Με την θεωρητική συνέπεια και το εύρος της ματιάς του, ο «άλλος Ψυχρός Πόλεμος» αδικείται ίσως από τον τίτλο του: αυτός ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος, έτσι όπως συνάντησε τους Έλληνες στις πανεπιστήμια, στα πολιτιστικά ιδρύματα, στις διαδηλώσεις για την Κύπρο και τα Ιουλιανά· στην «καχεκτική» δημοκρατία και στην απριλιανή δικτατορία. Και στα σαλόνια των σπιτιών τους να βλέπουν τις δύο υπερδυνάμεις να δικαιώνουν την ουτοπική τους προδιάθεση και να αποδρούν από την Γη.


Το κείμενο επιμελήθηκε η Κλεονίκη Αλεξοπούλου.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Ιάσων Ζαρίκος

Ιάσων Ζαρίκος

O Ιάσωνας Ζαρίκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Νεώτερη Ιστορία στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Εκπονεί την διδακτορική του διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με θέμα την ιδεολογική εξέλιξη της ελληνικής Δεξιάς στην Μεταπολίτευση.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε