Συνεντεύξεις Τεύχος #09 #009 | Η εξουσία στη φαντασία

Μανώλης Πιτέλης: «Βγαίνουμε απ’ τον κόσμο για να μπούμε σ’ αυτόν πιο βαθιά»

Σε ένα στενό της πλατείας Ναυαρίνου στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται ένα βιβλιοπωλείο με το παράξενο όνομα «Άγνωστη Καντάθ» -παράξενο βέβαια μόνο για όσους δεν γνωρίζουν το έργο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς του φανταστικού, του H.P. Lovecraft. Εκεί ο ιδιοκτήτης του και εκδότης των ομώνυμων εκδόσεων, Μανώλης Πιτέλης, συστήνει εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες τα πιο σπουδαία έργα επιστημονικής φαντασίας, fantasy, τρόμου, δυστοπίας και όποιου άλλου είδους ανήκει στη λογοτεχνία του φανταστικού, είτε σε πρωτότυπες, αγγλόφωνες κυρίως εκδόσεις, είτε μεταφρασμένα στα ελληνικά. Ο Αντώνης Γαζάκης τον συνάντησε ανάμεσα σε αυτά ένα μαγιάτικο απόγευμα και μίλησαν για την πορεία του στον χώρο, για την κατάσταση των σχετικών εκδόσεων στο εξωτερικό και την Ελλάδα σήμερα, για το αν έχουμε ελληνική λογοτεχνία του φανταστικού, για το αναγνωστικό κοινό του βιβλιοπωλείου, αλλά και για την πολιτική πλευρά αυτής της λογοτεχνίας.

– Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη λογοτεχνία του φανταστικού;

Ξεκίνησα από μικρός διαβάζοντας Ιούλιο Βερν. Μετά πέρασα στους κλασικούς, δηλαδή Ασίμωφ, Κλαρκ κλπ. Δεν υπήρχε κάποια κοινότητα ή κάποιοι φίλοι που με παρακίνησαν, απλώς διαβάζοντας ανακαλύπτεις πράγματα. Κάπως έτσι ξεκίνησε η αγάπη μου για το φανταστικό.

– Διάβαζες μόνο τέτοια λογοτεχνία;

Όχι μόνο τέτοια. Κάθε είδους λογοτεχνία, από Καζαντζάκη μέχρι οτιδήποτε, ακόμη και ποίηση, ελληνική ή ξένη, αλλά αυτό το είδος ήταν που με τράβηξε περισσότερο. Βρήκα σε αυτό πράγματα που δεν υπήρχαν στη λεγόμενη mainstream λογοτεχνία.

– Ποια ήταν αυτά;

Πρώτα από όλα η πλοκή, η περιπέτεια, η δράση, και μετά η ανάλυση του σύγχρονου κόσμου με όχημα την επιστημονική φαντασία (ΕΦ), οι πολιτικές και κοινωνικές απόψεις που περνούσαν μέσα από την ΕΦ και κατά τη γνώμη μου δίνονται με έναν πολύ καλύτερο τρόπο από ό,τι στη mainstream λογοτεχνία, η οποία μπορεί να αντανακλά απλώς μια πραγματικότητα και να μην τη μεγεθύνει, να μην κάνει δηλαδή αυτό που λέει ο Μαγιακόφσκι. Στην ΕΦ αντίθετα μπορεί να συμβεί αυτό το πράγμα, καθώς είναι ένα εργαλείο που μπορεί να το καταφέρει αυτό πολύ πιο εύκολα.

– Και πώς από αναγνώστης αυτής της λογοτεχνίας πέρασες στο να ασχοληθείς επαγγελματικά με αυτή;

Πρώτα απ’ όλα, δεν είχα δουλειά. Αυτός ήταν ο πρώτος λόγος, και από την άλλη θεώρησα ότι σαν κι εμένα θα υπάρχουν και άλλοι. Έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία πριν από 25 χρόνια με το πρώτο μαγαζί και τις πρώτες εκδόσεις και συνεχίζει μέχρι σήμερα με σκαμπανεβάσματα, αλλά φυσικά και με περισσότερη γνώση και εκλεκτικότητα όσον αφορά την επιλογή των τίτλων.

– Τελικά αυτοί οι άλλοι αναγνώστες σαν και σένα βρέθηκαν;

Ναι, βρέθηκαν στην πορεία –όχι ότι είναι πολλοί και αυτοί. Η σχετική κοινότητα –αν μπορεί να θεωρηθεί κοινότητα– είναι πολύ μικρή στην Ελλάδα, αλλά, συγκριτικά, και παγκόσμια. Υπάρχει μια προκατάληψη, η οποία δεν ξέρω πού ακριβώς εδράζεται –ίσως στις μεγάλες εμπορικές κινηματογραφικές επιτυχίες. Θεωρούν δηλαδή πολλοί ότι το Star Trek και το Star Wars και τα συναφή είναι εκεί που αρχίζει και τελειώνει το είδος, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση.

– Αυτό δεν έχει σχέση και με την ανάδειξη αυτής της λογοτεχνίας μέσα από τα pulp περιοδικά του μεσοπολέμου στις ΗΠΑ;

Στην Αμερική ισχύει αυτό, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι. Και στην Αγγλία ο Ντίκενς εκδιδόταν σε περιοδικά pulp, δηλαδή περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας σε φτηνό χαρτί. Δεν νομίζω ότι είναι πια τόσο καθοριστικό το pulp εκείνης της εποχής. Ίσως φταίει και το γεγονός ότι ειδικά η ΕΦ είναι και μια δύσκολη λογοτεχνία και όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο δύσκολη γίνεται. Ενσωματώνει επιστήμη την οποία για να κατανοήσει κανείς πρέπει να έχει κάποια εμπειρία. Υπάρχουν συγγραφείς πολύ προχωρημένοι σε αυτό το επίπεδο που θίγουν πάρα πολλά επιστημονικά και φιλοσοφικά θέματα δύσκολα για τον σημερινό αναγνώστη ο οποίος συνήθως ψάχνει να βρει κάτι εύκολο.

– Αυτό έχει ως συνέπεια να αναδεικνύονται έργα του είδους που είναι πιο απλοϊκά ή έστω πιο απλά;

Και αυτό συμβαίνει, ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό με τη λεγόμενη Young Adult λογοτεχνία, στην οποία ανήκουν τα Hunger Games και άλλα παρόμοια post-apocalyptic ΕΦ, πολλά από τα οποία βέβαια δεν είναι και άσχημα. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το ότι η ΕΦ έχει το προνόμιο να έχει πολλά παρακλάδια. Έχει δηλαδή κάτι για τον καθένα· από λυρισμό μέχρι άκρατη επιστήμη σε επίπεδο δοκιμίου σχεδόν. Πολλοί συγγραφείς της ήταν και είναι επιστήμονες· ίσως κάποιοι από αυτούς  δεν κατέχουν τόσο καλά τον λόγο ή δεν τους ενδιαφέρει η εκφορά του λόγου, αλλά το θέμα· άλλους τους ενδιαφέρει πιο πολύ, όπως τον Bradbury που είναι περισσότερο λυρικός και δεν τον ενδιαφέρει πόσα χιλιόμετρα μακριά από τη Γη βρίσκεται ο Άρης -έχει κάνει πολλά τέτοια λάθη στα βιβλία του, αλλά δήλωσε ότι δεν τον νοιάζει. Παρόλα αυτά ακόμα και αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος ήταν πιο πολύ ποιητής παρά συγγραφέας, χρησιμοποίησε την ΕΦ. Η ΕΦ σου δίνει λοιπόν δυνατότητες που δεν μπορεί ίσως να τις αντιληφθεί ένας συγγραφέας που δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με αυτό το είδος ή το βλέπει υποτιμητικά ή το θεωρεί παρακατιανό, «παραλογοτεχνία» και όλα τα σχετικά. Άκουσα για παράδειγμα κάποτε τον κύριο Ζουράρι σε εκπομπή του Τριανταφυλλόπουλου να επιτίθεται στον εκδότη του Κάκτου, τον συγχωρεμένο τον Χατζόπουλο, λέγοντάς του «Εσύ δεν δικαιούσαι δια να ομιλείς, γιατί έβγαζες και κείνες τις βλακείες παλιά, την ΕΦ». Μιλάμε για τον άνθρωπο που είχε εκδώσει Στάνισλαβ Λεμ, Ούρσουλα ΛεΓκεν, Ασίμωφ, Κλαρκ –μέγιστη ντροπή να τα λέει αυτά ένας πνευματικός άνθρωπος! Αυτή η αποστροφή δηλώνει και τη στάση μεγάλου μέρους του κόσμου απέναντι στην ΕΦ και γενικά το φανταστικό.

– Θεωρείς ότι στην Ελλάδα αυτή η αρνητική στάση είναι πιο έντονη;

Ναι, είναι πιο έντονη. Υπάρχει κάποια ιδιοτυπία που δεν ξέρω αν οφείλεται στην προγονοπληξία μας ή σε κάτι σχετικό. Δεν έχω κάνει κάποια μελέτη για αυτό το θέμα, αλλά ισχύει.

– Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί, ενώ υπάρχει μια τεράστια ελληνική μυθολογία από την οποία θα μπορούσε να αντληθεί τουλάχιστον στον χώρο του fantasy πολύ υλικό, δεν έχουμε, πέρα από κάποια παιδικά/εφηβικά βιβλία, συγγραφείς να γράψουν τη δική τους εναλλακτική μυθολογία βασισμένη στην αρχαία ελληνική.

Δεν υπάρχει καμία σχετική παράδοση στην Ελλάδα και όποιοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού εμφανίζονται είναι ήρωες. Πραγματικά κάνουν κάτι το οποίο σαφώς το αγαπούν και δεν το κάνουν για τη δόξα, τη φήμη, τα χρήματα ή ό,τι άλλο.

– Υπάρχουν λοιπόν Έλληνες συγγραφείς που ασχολούνται με αυτό το είδος.

Υπάρχουν, και σήμερα ίσως είναι περισσότεροι από παλιά. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το επίπεδο της δουλειάς τους είναι και το καλύτερο, ίσως ακριβώς γιατί δεν υπάρχει παράδοση και οι περισσότεροί τους ακολουθούν την αγγλοσαξονική πεπατημένη. Την μιμούνται και πολλές φορές αντλούν ακόμη και απευθείας από τη σχετική αγγλική παράδοση –μπορείς να βρεις μέχρι και αυτούσιους αγγλισμούς μέσα στα κείμενά τους.

– Έχουμε όμως και βραβευμένους συγγραφείς, όπως η Ναταλία Θεοδωρίδου, σε αυτό το είδος.

Φυσικά και υπάρχουν συγγραφείς! Χωρίς να είμαι ειδικός επί του θέματος, ξέρω τουλάχιστον τρία-τέσσερα ονόματα τα οποία έχουν φτιάξει μια δική τους γραφή και φαίνεται να κατέχουν καλά το ζήτημα.

– Σε ποιο είδος κινούνται λοιπόν αυτοί οι συγγραφείς;

Οι Έλληνες συγγραφείς ακολουθούν μια λίγο-πολύ πεπατημένη –εκτός από την Μπουραζοπούλου, που κατά την άποψή μου είναι ό,τι καλύτερο έχει εμφανιστεί στο ελληνικό φανταστικό και, χωρίς να ακολουθεί καμία παράδοση, έχει φτιάξει ένα είδος ολότελα δικό της. Οι υπόλοιποι νομίζω ότι κινούνται είτε στο cyberpunk ή σε οτιδήποτε άλλο που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ελληνικό».

– Τρόμο γράφουν;

Στον τρόμο νομίζω ότι δεν υπάρχουνε πολλά σπουδαία πρωτότυπα έργα, πέρα από δυο-τρεις συγγραφείς που έχουν κάνει καλά πράγματα.

– Θεωρείς λοιπόν ότι, με μικρές εξαιρέσεις, το μεγαλύτερο μέρος της σχετικής ελληνόφωνης λογοτεχνίας έχει έντονα στοιχεία μίμησης και ψάχνει να βρει τα πατήματά της;

Ακριβώς αυτό. Δεν φταίνε οι συγγραφείς. Προσπαθούν τα νέα παιδιά, και καλά κάνουν, αλλά αυτή η κουλτούρα του παρελθοντισμού που μας έχει πνίξει, η αρχαιοπληξία, η προγονολατρεία, τους έχει καταδικάσει και δεν έχουν να πατήσουν σε κάτι ελληνικό.

– Η λαϊκή παράδοση;

Προφανώς υπάρχει και κάποιοι τη χρησιμοποιούν και αυτή. Και οι παλιοί συγγραφείς την αξιοποίησαν, ακόμα και ο Παπαδιαμάντης -μέχρι και ο Καβάφης νομίζω. Ο Μάκης Πανώριος έχει κάνει μια ανθολογία για το ελληνικό φανταστικό και εκεί βρίσκεις πράγματα, αλλά πάντα είναι μεμονωμένα.

– Μέσα σε αυτή την ανθολογία του Πανώριου υπάρχουν και κείμενα τα οποία προέρχονται από συγγραφείς που ανήκουν στον «κανόνα» της ελληνικής λογοτεχνίας. Οι Έλληνες κριτικοί όμως δεν θεωρούν ότι αυτοί οι συγγραφείς ή αυτά τα έργα ανήκουν στη λογοτεχνία του φανταστικού.

Όντως. Καλό θα ήταν να μην υπάρχουν διαχωρισμοί, κατά την άποψή μου, αλλά αφού οι mainstream θέλουν να υπάρχουν, δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Καλό θα ήταν η λογοτεχνία να είναι μία. Ακόμα και τα περισσότερα έργα του Σαραμάγκου, που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες όλων των εποχών, ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Κανείς όμως δεν λέει ότι ο Σαραμάγκου είναι συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας ή fantasy ή τρόμου! Ωστόσο είναι.

– Μήπως λοιπόν αυτές οι κατηγοριοποιήσεις δεν κρύβουν μόνο μια θεματική κατηγοριοποίηση, αλλά και μια υφολογική ή αξιολογική; Μήπως δηλαδή τη χρησιμοποιούν κάποιοι για να πουν «ό,τι βάζω σε αυτό το είδος είναι κάτι αισθητικά και υφολογικά τυποποιημένο»;

Έτσι ήταν κάποτε. Σήμερα σε καμία περίπτωση δεν ισχύει αυτό για τα έργα του φανταστικού. Έχει παραμείνει όμως η ρετσινιά και νομίζω ότι αυτό ισχύει ακόμη και στο εξωτερικό. Εκείνο που βλέπω εγώ τώρα στην Αμερική και στην Αγγλία που τις παρακολουθώ πιο στενά λόγω δουλειάς είναι ότι οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν βιβλία αυτών των ειδών που είναι αξιόλογα από λογοτεχνικής άποψης. Ενδιαφέρονται μόνο για μια πλοκή που θεωρούν ότι θα πουλήσει, βλέπε τα Hunger Games ή παλιότερα το Twilight. Από την άλλη, υπάρχουν πολλοί μικροί εκδοτικοί οίκοι αυτή τη στιγμή στην Αμερική που βγάζουν αριστουργήματα.

– Και αυτοί όμως οι μικροί εκδοτικοί οίκοι δεν επιλέγουν κατά κάποιον τρόπο να είναι αναγνωρίσιμοι μέσα από εξώφυλλα συγκεκριμένης αισθητικής και το όλο μάρκετινγκ που επιλέγουν;

Ναι, ωστόσο κατά κανόνα ενδιαφέρονται και για την πολύ καλή ποιότητα του λόγου πέρα από την πλοκή. Δεν είναι όπως στην Ελλάδα όπου οι μικροί εκδοτικοί οίκοι βγάζουν βιβλία που χρηματοδοτούνται από τους ίδιους τους συγγραφείς. Τα βιβλία από την Αμερική στα οποία αναφέρομαι είναι επιλεγμένα από την αρχή μέχρι το τέλος γιατί τα επιλέγει και τα χρηματοδοτεί ο εκδότης και δεν βγάζει ό,τι να ‘ναι.

– Άρα αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό που μπορεί να συντηρήσει αυτούς τους εκδοτικούς οίκους.

Ναι, υπάρχει κοινό, αλλά μιλάμε τώρα για τα εκατομμύρια του αγγλοσαξονικού κόσμου και όσων μπορούν να διαβάσουν από το αγγλικό πρωτότυπο. Συγκριτικά όμως με τη mainstream λογοτεχνία το κοινό αυτό είναι πάρα πολύ μικρό και στην Αγγλία και στην Αμερική.

– Και εδώ στο βιβλιοπωλείο βλέπουμε ότι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των βιβλίων που πωλούνται είναι στα αγγλικά, αμετάφραστα· οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες που έρχονται εδώ και αγοράζουν βιβλία προτιμούν περισσότερο αυτά ή τις ελληνικές μεταφράσεις;

Νομίζω ότι πάρα πολλοί προτιμούν το πρωτότυπο, αλλά και μια καλή ελληνική μετάφραση δεν θα τους χάλαγε, γιατί αν δεν είναι η μητρική σου γλώσσα σίγουρα κάτι χάνεται στην πορεία. Μια καλή μετάφραση την εκτιμά ο καθένας.

– Ο λόγος λοιπόν που προτιμούν το αγγλικό είναι απλώς ότι λείπει η μετάφραση;

Από τη μια λείπει η μετάφραση, γιατί είναι ελάχιστες οι μεταφράσεις στα ελληνικά σε σχέση με την ξένη παραγωγή, από την άλλη δεν έχουν ίσως εμπιστοσύνη στις μεταφράσεις, και σε πολλές περιπτώσεις καλά κάνουν.

– Επειδή οι μεταφράσεις είναι πρόχειρες ή κακές ή επειδή αρκετά πράγματα στο είδος αυτό είναι δυσμετάφραστα;

Λόγω κακής μετάφρασης· ο καλός μεταφραστής θα βρει τον δρόμο του: νεολογισμό ο Άγγλος, νεολογισμό και ο Έλληνας. Το αποτέλεσμα πολλές φορές μάλιστα είναι πολύ ενδιαφέρον με μεταφραστές που κατέχουν το είδος. Για αυτό και είναι πολύ δύσκολο να γίνει μετάφραση από μια άλλη γλώσσα πέρα από τα αγγλικά. Έχουμε ούτως ή άλλως πολύ λίγους μεταφραστές από άλλες γλώσσες και είναι σπανιότατο να βρεις κάποιον ανάμεσά τους ο οποίος κατέχει αυτό το είδος. Και αυτό είναι κρίμα διότι πέρα από το αγγλόφωνο φανταστικό υπάρχουν σε πολλές Ευρωπαϊκές γλώσσες πολύ σπουδαία πράγματα που διαφέρουν από τη γνωστή αγγλοσαξονική παράδοση· μια από τις κυριότερες σχολές μάλιστα είναι οι Σοβιετικοί, οι οποίοι ανάπτυξαν κατά κόρον το είδος γενικότερα του φανταστικού, αλλά κυρίως την ΕΦ. Σε αυτούς φαίνεται η δυνατότητα του είδους να παράγει πολιτική, κοινωνικές αναλύσεις και όλα τα σχετικά, πέρα από την πλοκή και την περιπέτεια. Όπως φαίνεται βέβαια και σε κάποιους Αμερικανούς -στη Λε Γκεν, τον Φίλιπ Ντικ· στη σοβιετική όμως ΕΦ φαίνεται αυτό στο σύνολό της.

– Ο κόσμος που έρχεται στο βιβλιοπωλείο πού κατευθύνεται και ποιο είναι το προφίλ του; Μπορούμε να τον κατατάξουμε σε κάποιες ηλικιακές κατηγορίες;

Κατά κύριο λόγο είναι σίγουρα νέες ηλικίες, μέχρι 40. Ο περισσότερος κόσμος ψάχνει κυρίως αυτά που είναι γνωστά: Game of Thrones, Lord of the Rings, Harry Potter, ή κάτι ανάλογο, αλλά και  Lovecraft, που έχει μεταφραστεί πολύ, ή σειρές fantasy που δεν έχουν εκδοθεί στα ελληνικά. Σε γενικές γραμμές όμως είναι αναγνώστες που ψάχνονται περισσότερο από τους άλλους που διαβάζουν mainstream λογοτεχνία.

– Δεν θεωρείς δηλαδή ότι ανταποκρίνονται στο στερεότυπο του νερντ ή του εσωστρεφούς ατόμου;

Όχι-όχι, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο! Σε καμία περίπτωση! Πολλοί από αυτούς μάλιστα είναι επιστήμονες, που βλέπουν ίσως την ΕΦ σαν έναν τρόπο μεγαλύτερης ανάλυσης κάποιων πραγμάτων. Δεν θα ασχοληθεί κάποιος με την ΕΦ αν δεν ψάχνει και κάτι παραπάνω.

– Αυτό το κάτι παραπάνω σε ποιο χαρακτηριστικό της θεωρείς ότι οφείλεται;

Στην ελευθερία που σου δίνει αυτό το είδος. Το να βλέπεις τα πράγματα από πιο ψηλά, από μια ευρύτερη προοπτική. Προβάλλεις στο μέλλον τη σημερινή πραγματικότητα και ξαναγυρνάς πάλι στο σήμερα. Είναι μια αμφίδρομη σχέση με το μέλλον, ένα περίεργο πράγμα. Πάντως, το είδος από τη φύση του, έχοντας ξεπεράσει τις αγκυλώσεις των πρώτων χρόνων, έχει τρομερές δυνατότητες να εκφράσει ιδέες, κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες, φιλοσοφικές θεωρίες. Ο καθένας γράφει για την εποχή του· μπορεί να γράφει για 100 εκατομμύρια χρόνια στο μέλλον, αλλά πάλι για το σήμερα γράφει.

– Ο συγγραφέας του φανταστικού λοιπόν έχει μεγαλύτερη απόσταση από τον κόσμο που φτιάχνει, σε σχέση με έναν συγγραφέα ρεαλιστικού μυθιστορήματος, και άρα μπορεί να ασχοληθεί με διάφορα θέματα του σημερινού κόσμου με έναν τρόπο πιο απελευθερωμένο. Υπάρχουν έργα αυτής της λογοτεχνίας που αποτελούν και μια πρόταση για το πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος;

Προφανώς. Εξάλλου, έχουν βγει αληθινά κατά καιρούς διάφορα πράγματα που είδαμε πρώτα σε αυτά. Για παράδειγμα, όταν ο Gibson έγραφε για τον κυβερνοχώρο, τέλος ’70, αρχές ’80, σχεδόν δεν ξέραμε τι είναι αυτό. Υπάρχει και αυτή η διάσταση στην ΕΦ· μπορούν κάποια πράγματα να προβλεφθούν. Ωστόσο για μένα προσωπικά ως αναγνώστη δεν είναι αυτό το ζητούμενο.

– Θεωρείς, με βάση την εικόνα που έχεις από τους συγγραφείς που δίνουν μια διαφορετική διάσταση της πολιτικής και της κοινωνικής οργάνωσης στα βιβλία τους, ότι υπάρχουν κάποιες τάσεις στο τι βλέπουν ή στο τι προκρίνουν ως καλύτερο για την πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας;

Η τάση γενικά τελευταία είναι η δυστοπία. Δεν προτείνονται μάλλον τρόποι καλυτέρευσης των πραγμάτων, απλώς πρόκειται για μια περιγραφή τού πώς ίσως φαντάζεται κανείς την εξέλιξη με τα σημερινά δεδομένα ή του φόβου ότι κάποια καταστροφή είναι αναπόφευκτη. Υπάρχει διάχυτη μια απαισιοδοξία.

– Οι λύσεις που μπορεί να προτείνονται απέναντι σε αυτή την καταστροφή ποιες είναι; Φυγή στο διάστημα;

Αυτό είναι ένα μοτίβο το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον, αλλά και πάλι με μια δυστοπική έννοια: Ποιοι θα φύγουν; Ποιοι θα μείνουν; Ο Φίλιπ Ντικ έχει ασχοληθεί αρκετά με αυτό το θέμα. Συνήθως, οι μετανάστες στο διάστημα είναι εργάτες με τις χειριστές εργασιακές συνθήκες, αλλά και αυτοί που μένουν πίσω δεν ζούνε σε καλύτερη κατάσταση· ζουν σε μια κατεστραμμένη ή έτοιμη να καταστραφεί Γη, εκτός από τις ελίτ οι οποίες ζουν διαφορετικά και απόμακρα από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Αισιόδοξη ματιά υπήρχε στη σοβιετική ΕΦ· εκεί το βλέπει κανείς καθαρά. Υπάρχει η αισιοδοξία ότι ο ορθολογισμός θα επικρατήσει και θα βάλει τα πράγματα σε μια τάξη, ότι ο άνθρωπος κατά βάθος είναι ένα λογικό ον, και παρότι προς το παρόν διαψεύστηκαν, ωστόσο αξίζει κανείς να μελετήσει ό,τι μπορεί να βρει από αυτή την εποχή. Είναι μια τελείως διαφορετική αντίληψη -ακόμα και η αντίληψή τους για τους εξωγήινους είναι διαφορετική: εκείνη την εποχή οι Αμερικανοί τους θεωρούσαν κατά βάση κακούς, ενώ οι σοβιετικοί θεωρούσαν ότι μπορούμε να έρθουμε σε επαφή μαζί τους και ότι δεν έχουν κακές προθέσεις.

– Αυτός ο κόσμος που οραματίζονται οι όποιοι αισιόδοξοι είναι ένας κόσμος με διαφορετική κοινωνική οργάνωση σε σχέση με το σήμερα;

Νομίζω ότι βασικά στηρίζεται σε μια ορθολογική αντιμετώπιση των πραγμάτων, ότι δηλαδή αν αποβάλουμε οτιδήποτε μπορεί να γυρίσει προς τα πίσω την ανθρωπότητα, τις προκαταλήψεις, τις αγκυλώσεις, τους πολέμους, και κυρίως τον καπιταλισμό, τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν προς μια ομαλότερη κατάσταση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και εκεί κάποιοι που ήταν πολύ πιο απαισιόδοξοι από τους περισσότερους, όπως οι αδελφοί Στρουγκάτσκι, για τους οποίους λέγεται ότι έκαναν και έμμεση κριτική στο σύστημα -πράγμα βέβαια που λέγεται πολύ εύκολα τελευταία, καθώς κυκλοφορεί η άποψη ότι κάθε Σοβιετικός συγγραφέας που έγραφε κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιμέρους κριτική, ασκούσε συνολική αρνητική κριτική στη Σοβιετική Ένωση.

– Σε σχέση με τη δική σας εκδοτική δραστηριότητα, ποια βιβλία σας ενδιαφέρουν; Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία τα επιλέγετε;

Στόχος είναι καταρχάς να βγει ένα ενδιαφέρον και σωστό κείμενο στα ελληνικά. Δεν εκδίδουμε Έλληνες συγγραφείς κατά κύριο λόγο επειδή απλώς δεν έτυχε να ασχοληθούμε, γιατί εκεί θέλει πάρα πολύ ψάξιμο για να κάνεις την επιλογή σου και δεν θα εκδίδαμε κάτι χωρίς βαθιά έρευνα. Αν είναι γνωστή για κάτι η Άγνωστη Καντάθ είναι για την ποιότητα των εκδόσεων της. Βγάζουμε και κλασικούς και σύγχρονους και μοντέρνους συγγραφείς, και τώρα τρέχει μια σειρά η οποία περιλαμβάνει έργα του φανταστικού από όλον τον κόσμο, η Διεθνής του Φανταστικού. Ξεκινήσαμε από τη Σοβιετική Ένωση, προχωράμε στην Πολωνία με τον Ανίκητο του Στάνισλαβ Λεμ και θα συνεχίσουμε είτε με Ισπανία είτε με Σερβία.

– Ολοκληρώνοντας, τι πιστεύεις ότι μπορεί να βρει σε αυτήν ένας αναγνώστης που δεν έχει ξαναδιαβάσει λογοτεχνία του φανταστικού;

Πρώτα απ’ όλα θα βρει τη μαγεία, δηλαδή κάτι τελείως διαφορετικό από τον κόσμο που τον περιβάλλει. Σιγά-σιγά βέβαια θα συνειδητοποιήσει και αυτός ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον κόσμο του και την εποχή του. Και να μείνει όμως κανείς μόνο στο μαγικό του πράγματος νομίζω ότι αρκεί. Λέγεται σαν επίκριση για αυτή τη λογοτεχνία ότι είναι λογοτεχνία φυγής από την πραγματικότητα. Καταρχάς για μένα δεν είναι κακό αυτό. Δεύτερον, το έθεσε πολύ σωστά ο μεταφραστής του Φίλιπ Ντικ, ο Δημήτρης Αρβανίτης, ένας από τους καλύτερους μεταφραστές στην Ελλάδα, που είπε ότι τα βιβλία του Ντικ δεν είναι φυγή από αλλά προς την πραγματικότητα. Νομίζω ότι αυτό τα λέει όλα· έχεις την αίσθηση ότι φεύγεις, αλλά μπαίνεις ακόμη πιο βαθιά στην πραγματικότητα.


Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Avatar

Αντώνης Γαζάκης

Ο Αντώνης Γαζάκης αποφοίτησε από τη Σχολή Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 2000 και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Διαβάζει πολλή λογοτεχνία, και ενίοτε γράφει γι’ αυτή στο μπλογκ του μαζί με δικά του μικρολογοτεχνικά κείμενα, ενώ άρθρα του επί παντός επιστητού δημοσιεύονται επίσης στο alterthess.gr, στο thegreekcloud.com και αλλού. Ζει στη Θεσσαλονίκη και όταν δεν διαβάζει, παίζει θέατρο και Civilization ή βλέπει σειρές μυστηρίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε