Τεύχος #13 Παρισινή Κομμούνα

Μπέηδες στα οδοφράγματα: Η πορεία τριών Νέων Οθωμανών από του «Βοσπόρου τα στενά» στην Παρισινή Κομμούνα

Το άρθρο έχει ως θέμα τις οθωμανικές συμμετοχές στην Παρισινή Κομμούνα. Εξετάζει τις διεργασίες μέσω των οποίων τρεις νέοι αριστοκρατικής καταγωγής οργανώνουν προσπάθειες εκδημοκρατισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμμετέχοντας στους Νέους Οθωμανούς, έρχονται σε αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους της ομάδας και καταλήγουν να πάρουν μέρος στην Παρισινή Κομμούνα, πριν επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη.
Φωτογραφία της Αναστασίας Δεληγιάννη

Η ιστορία μας μοιάζει λίγο με παραμύθι και δη της Χαλιμάς, όμως πέρα από το ότι είναι αληθινή μας δείχνει και πόσος μακρινός τόπος παραμένει η λεγόμενη καθ’ ημάς Ανατολή κι αν μη τι άλλο πόσο ισχυρές είναι οι βεβαιότητές μας γι’ αυτούς τους τόπους στα μέσα του 19ου αιώνα. Επίσης δείχνει τη διεθνή ακτινοβολία της Κομμούνας όχι μόνο πέρα από τα όρια της Γαλλίας, αλλά και της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης γενικότερα.

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, αρχή καλοκαιριού, Ιούνη μήνα,  έξι νεαροί μπέηδες πήγαν εκδρομή στο δάσος του Βελιγραδίου έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η ομάδα αποτελούνταν από τον Μεχμέτ μπέη, που θεωρείται κι επικεφαλής της, τον Νουρί μπέη, τον Ρεσάτ μπέη, τον Ναμίκ Κεμάλ μπέη, τον Αγιετουλλάχ μπέη και τον Ρεφίκ μπέη[1]. Σκοπός αυτής της εκδρομής δεν ήταν απλά η ψυχαγωγία, αλλά η ίδρυση μιας μυστικής οργάνωσης στα πρότυπα των Ιταλών καρμπονάρων που θα επεδίωκε να εκδημοκρατίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία[2]. Εκεί και τότε ιδρύθηκε η Πατριωτική Συμμαχία (Ιττιφάκ-ι Χαμιγέτ), οργάνωση που όμως έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Νέοι Οθωμανοί (Γενί Οσμανλιλάρ)[3]. Μόλις έξι χρόνια αργότερα οι μισοί από αυτούς που αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα, για την ακρίβεια οι τρεις πρώτοι, ήταν κομμουνάροι στα παρισινά οδοφράγματα.

Οι νεαροί αυτοί ήταν γόνοι καλών οικογενειών και το μέλλον τους φαινόταν εξασφαλισμένο στην ανώτατη ιεραρχία της αυτοκρατορίας. Όμως είχαν μια μεγάλη διαφορά από τις προηγούμενες γενιές μπέηδων (ας μην ξεχνάμε ότι στις αρχές ακόμη του 19ου αιώνα πολλοί πασάδες ήταν αναλφάβητοι), καθώς ήταν ιδιαίτερα μορφωμένοι και μάλιστα γνώστες ξένων γλωσσών, αφού οι περισσότεροι προέρχονταν από τη Μεταφραστική Υπηρεσία[4] δημιούργημα της περιόδου Τανζιμάτ, της προσπάθειας δηλαδή μεταρρύθμισης ή εκσυγχρονισμού ή εξευρωπαϊσμού της αυτοκρατορίας. Ήταν γνήσιοι εκφραστές της νεαρής τουρκικής διανόησης «η προέλευση της οποίας ήταν μεν φεουδαλική-γραφειοκρατική, η νοοτροπία της όμως ήταν ήδη αστική»[5]. Ακριβώς εξαιτίας της μόρφωσής τους έκαναν βασικό μέσο διάδοσης των ιδεών τους τον έντυπο λόγο, κάτι που μοιάζει αυτονόητο ή και ξεπερασμένο σήμερα, αλλά ήταν καινοτόμο στην Κωνσταντινούπολη όπου η πρώτη μη επίσημη εφημερίδα εκδόθηκε μόλις το 1840[6]. Έτσι οι περισσότεροι Νέοι Οθωμανοί  έγιναν εκδότες κι αρθρογράφοι ενώ κάποιοι διακρίθηκαν και στη λογοτεχνία, όπως ο πιο διάσημος μεταξύ τους, ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Ναμίκ Κεμάλ. Ο συγκεκριμένος μάλιστα «δημιούργησε ένα καινούργιο λεξιλόγιο, στο οποίο παλιές λέξεις αποκτούσαν  καινούργιες σημασίες, που ανταποκρίνονταν στην ορολογία του φιλελευθερισμού του 19ου αι. Η αραβική λέξη βατάν, που δήλωνε τον γενέθλιο τόπο κάποιου, έγινε το αντίστοιχο της γαλλικής patrie (πατρίς), η χουρριγέτ (η ιδιότητα του ελεύθερου ανθρώπου, του μη σκλάβου) το αντίστοιχο της ελευθερίας (liberté), το μιλλέτ (κοινότητα) το αντίστοιχο του έθνους (nation[7].

Μέσα στα επόμενα δυο χρόνια η αρχική εξάδα είχε διευρυνθεί περιλαμβάνοντας πλέον μερικές εκατοντάδες άτομα, ενώ μεταξύ αυτών που είχαν δείξει ενδιαφέρον κι αποκτήσει επαφές με την ομάδα ήταν και πρίγκιπες της οθωμανικής δυναστείας. Πιο φιλικές ο διάδοχος του θρόνου Μουράτ (βασίλευσε για σύντομο χρονικό διάστημα το 1876) και πιο διερευνητικές ο αδελφός (και διάδοχός του μετέπειτα στον θρόνο) Αμπντούλ Χαμίτ[8]. Αυτός όμως που έδωσε ολόθερμη υποστήριξη στους Νέους Οθωμανούς ήταν ένας πρίγκιπας της αιγυπτιακής δυναστείας, ο Μουσταφά Φαζίλ, εγγονός του Μεχμέτ Αλή και γιός του Ιμπραήμ πασά (του γνωστού, που ρήμαξε την Πελοπόννησο κατά της διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης). Έχοντας αποκλειστεί από τη διαδοχή λόγω των δολοπλοκιών του χεδίβη (αντιβασιλιά) αδελφού του Ισμαήλ με τον Οθωμανό σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ, ζούσε στο Παρίσι, απ’ όπου έστειλε μια ανοικτή επιστολή στον σουλτάνο ζητώντας συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και αντιπροσωπευτικές δομές. Η ανατύπωση αυτής της επιστολής από τους Νέους Οθωμανούς τον Μάρτιο του 1867, προκάλεσε την κυβερνητική καταστολή, καθώς οδήγησε σε διαταγές για εξορία (κανονική ή συγκεκαλυμμένη ως μετάθεση στις «πινέζες» του χάρτη). Τότε ο Οθωμανοαιγύπτιος πρίγκιπας, που διέθετε τεράστια περιουσία, τους κάλεσε στο Παρίσι και μ’ ένα γαλλικό ατμόπλοιο κάποια μέλη της νεαρής οθωμανικής ιντελλιγκέντσιας κατέφυγαν στην Πόλη του Φωτός (η υπόθεση μας θυμίζει το μεταγενέστερο ταξίδι του Ματαρόα, που ήταν όμως πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης)[9].

Στο Παρίσι κατέφθασε κι ο Μεχμέτ μπέης, αφού διέφυγε τη σύλληψη στην Κωνσταντινούπολη όπου ήταν καταζητούμενος επειδή αποφάσισε να προχωρήσει πέρα από την προπαγάνδα στη δράση. Είχε επαφές με αξιωματικούς προσπαθώντας να οργανώσει στρατιωτικό κίνημα για την ανατροπή του σουλτάνου, κάτι που τελικά έγινε εννιά χρόνια αργότερα. Η συνομωσία όμως έγινε γνωστή στην αστυνομία από ένα άλλο μέλος της αρχικής εξάδας, τον Αγιετουλλάχ μπέη κι οδήγησε τελικά στην καταδίκη του Μεχμέτ μπέη σε θάνατο. Στις 10.8.1867 στην οικία του Μουσταφά Φαζίλ πασά, γίνεται μια συνάντηση όλων των κορυφαίων Νέων Οθωμανών. Συμμετέχουν εκτός από τον ίδιο τον πασά οι μπέηδες Ζιγιά, Ναμίκ Κεμάλ, Νουρί, Μεχμέτ, Ρεσάτ και Ριφάτ, ο Αγκά εφέντι κι ο Αλή Σουαβί, ο μοναδικός που δεν ανήκει στην οθωμανική ελίτ[10]

Αυτή, όμως, ήταν μάλλον κι η τελευταία «ολομέλεια» της οργάνωσης. Οι ιδέες των ανθρώπων που την αποτελούσαν ήταν μάλλον συγκεχυμένες και αποκλίνουσες. Όπως το θέτει ο I. Ortayli: «οι πολιτικές σκέψεις των Νέων Οθωμανών συγκροτούσαν μια πολύχρωμη βεντάλια η οποία περιλάμβανε διάφορες απόψεις, από τις γραμμές του συνταγματικού φιλελευθερισμού μέχρι το μοντερνιστικό ισλάμ, και μάλιστα μέχρι μια ώριμη τουρκικότητα και σοσιαλισμό. Το πιο ενδιαφέρον ήταν ότι τις περισσότερες φορές, όλες αυτές οι απόψεις, μπορούσαν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο»[11]∙ ή ο E. Zürcher που γράφει: «Οι Νέοι Οθωμανοί αποτελούσαν μικρή ομάδα στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης […] Δεν είχαν ποτέ καλή οργάνωση και οι ιδέες των μελών της ομάδας διέφεραν πολύ μεταξύ τους […] Η επιχειρηματολογία τους […] αποτελούσε προσπάθεια συγχώνευσης του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και της ισλαμικής παράδοσης»[12]∙ ενώ η C. Finkel σημειώνει: «Αν και διαφωνούσαν στα πιο βασικά ζητήματα του κοινού προγράμματος που θα έπρεπε να έχουν και παρ’ όλο που η πολιτική θεωρία τους παρουσίαζε αντιφάσεις, οι Νέοι Οθωμανοί συμφωνούσαν στο ότι θεωρούσαν το Ισλάμ το απαραίτητο πλαίσιο μέσα στο οποίο έπρεπε να λάβει χώρα η μεταρρύθμιση»[13].

Αφορμή για τη διάσπαση αποτέλεσε η επίσκεψη του σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ στην Ευρώπη το ίδιο καλοκαίρι. Από τη μια οι γαλλικές αρχές άσκησαν πιέσεις στους αντιφρονούντες αναγκάζοντάς τους να καταφύγουν σε γειτονικές χώρες, ενώ από την άλλη η σουλτανική επίσκεψη στη Γαλλία έδωσε την ευκαιρία στον πρίγκιπα Μουσταφά Φαζίλ να συμφιλιωθεί με τον σουλτάνο και να φύγει για την οθωμανική πρωτεύουσα προσπαθώντας να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις ως μέλος της κυβέρνησης και των ανακτορικών κύκλων, αφήνοντας όμως στους υπόλοιπους εξόριστους ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό για να συνεχίσουν τις εκδόσεις τους. Τόσο η στάση όσο και τα χρήματα του πασά έγιναν αποδεκτά από κάποιους Νέους Οθωμανούς, όπως ο Ναμίκ Κεμάλ και ο Ζιγιά, οι οποίοι αργότερα ακολούθησαν τα βήματα του πάτρωνά τους, αλλά απορρίφθηκαν έντονα από άλλους, όπως ο Αλή Σουαβί, ο πιο ισλαμιστής μεταξύ τους, κι ο Μεχμέτ, ο πιο ριζοσπάστης και σοσιαλιστής. Η ιστορία δικαίωσε τους τελευταίους καθώς τα αμέσως επόμενα χρόνια καμιά ουσιαστική αλλαγή δεν έγινε στο πολιτικό οικοδόμημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[14].

Ήρθε η ώρα να επικεντρωθούμε, λοιπόν, στον Μεχμέτ μπέη. Πολύ νεαρός, γεννημένος μόλις το 1843, ήταν ο πλέον πορφυρογέννητος απ’ όλους στην οργάνωση. Ο πατέρας του είχε διατελέσει υπουργός, ο πεθερός του Μουσταφά Ναϊλί πασάς ήταν πρώην μεγάλος βεζίρης, θέση που κατείχε επανειλημμένα στη διάρκεια της βασιλείας του Αμπντούλ Αζίζ κι ο θείος του, ο «περιβόητος» Μαχμούτ Νεντίμ πασάς. Με σπουδές στη Γαλλία και προϋπηρεσία στη Μεταφραστική Υπηρεσία θεωρείται, όπως προαναφέραμε, η κινητήρια δύναμη της αρχικής μυστικής επιτροπής[15]. Ήταν ήδη από τότε φίλος με τους Νουρί και Ρεσάτ, τους άλλους δυο που συμμετείχαν στην Κομμούνα[16]. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον πρώτο απ’ αυτούς «ο Μεχμέτ μπέης πίστευε ότι η πλήρης εγκαθίδρυση της ελευθερίας στη χώρα μας θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με τους όρους ενός κινήματος προερχόμενου από το έθνος»[17]. Πίστευε, δηλαδή, στην αλλαγή από τα κάτω κι όχι στις παρεχόμενες από τα πάνω μεταρρυθμίσεις, όπως άλλοι από τους συντρόφους του.

Μετά τη διάσπαση των Νέων Οθωμανών, οι διάφορες φράξιες εξέδωσαν διαφορετικές βραχύβιες εφημερίδες. Οι Ναμίκ Κεμάλ και Ζιγιά μπέης τη Hurriyet (Ελευθερία), ο Αλή Σουαβί τον Muhbir (Ανταποκριτή) κι ο Μεχμέτ μπέης την Ittihad (Ένωση), λέξη που επανεμφανίζεται μετά τριάντα περίπου χρόνια στο όνομα του νεοτουρκικού κομιτάτου, Ittihad ve Teraki (Ένωση και Πρόοδος). Είναι πολύ σημαντικό ότι στην Ittihad τυπώνονται άρθρα σε τέσσερις γλώσσες (τουρκικά, ελληνικά, αραβικά και αρμενικά). Κατά αυτόν τον τρόπο ο εκδότης, σύμφωνα με τον Ş. Mardin, ήθελε «να δείξει την αληθινά πλουραλιστική φύση του σχεδίου του για μεταρρύθμιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας»[18].

Κατόπιν μετακομίζει στη Γενεύη όπου, σε συνεργασία με τον Χουσεΐν Βασφί, εκδίδει μια νέα εφημερίδα. Ο τίτλος της είναι Inkilâb (Επανάσταση) κι αποτελεί τη δική του συνεισφορά στο τουρκικό πολιτικό λεξιλόγιο, αλλά και έκφραση της ριζοσπαστικοποίησής του[19]. Κατά τον Ş. Mardin, «σ’ αυτό το έντυπο έγιναν οι πρώτες προσπάθειες επεξεργασίας μιας θεωρίας επαναστατικής δράσης». Στο γαλλικό παράρτημα αυτής της εφημερίδας, που είχε τίτλο La Révolution: Organe de la Démocratie Musulmane (Η Επανάσταση: Όργανο της Μουσουλμανικής Δημοκρατίας), ο Μεχμέτ μπέης γράφει την 1η Μαΐου 1870 (προσοχή, δεν υπήρχε τότε η Πρωτομαγιά): «Εκδίδοντας ένα γαλλικό δελτίο σκοπός μας είναι να πληροφορήσουμε τη ρεπουμπλικανική Ευρώπη και Αμερική για τις δημοκρατικές τάσεις της Μουσουλμανικής Ανατολής […] Αδέλφια πέρα από τον ωκεανό, όπως επίσης και πέρα από την έρημο, ας δώσουμε τα χέρια ο ένας στον άλλον: Ας ενωθούμε για να κατακτήσουμε την Ελευθερία∙ ας συνεργαστούμε για να φθάσουμε στην ισότητα∙ ας νοιαστούμε ο ένας για τον άλλον ώστε η αδελφότητα να βασιλέψει στη γη»[20].

Εκτός από τις σχέσεις που είχε αναπτύξει με τους Ιταλούς καρμπονάρους, λέγεται ότι συνεργαζόταν και με γαλλικές ριζοσπαστικές εφημερίδες. Επιστρέφει στη Γαλλία και υπηρετεί εθελοντικά στον γαλλικό στρατό κατά τη διάρκεια του γαλλοπρωσικού πολέμου του 1870-71, κάτι που ακούγεται μάλλον παράξενο –ιδίως αν σκεφτούμε την κριτική πολλών διανοουμένων για την αυτοκρατορία του Ναπολέοντα του Γ΄ αλλά και τη στάση του Μαρξ στην αρχή του πολέμου– αλλά αυτή η συμμετοχή μάλλον ήρθε μετά την αιχμαλωσία κι ανατροπή του αυτοκράτορα, όπως κι οι συμμετοχές Ιταλών γαριβαλδινών κι Έλληνων εθελοντών στον γαλλικό στρατό[21]. Κατά κάποιο τρόπο η ρεπουμπλικανική Γαλλία είχε γίνει η δεύτερη πατρίδα όλων των επαναστατών και ριζοσπαστών. Η αποκορύφωση, βέβαια, της επαναστατικής του δράσης έρχεται αμέσως μετά όταν με τους δυο φίλους του συμμετέχει στην Κομμούνα[22].

Συγκεκριμένα, «ο σοβιετικός ιστορικός Πετροσιάν αναφέρει ότι ο Μεχμέτ Μπέης, ο Ρεσάτ και ο Νούρι, συμμετείχαν στον γαλλικό στρατό και στους πολέμους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες και οι τρεις έμειναν στην πόλη και συμμετείχαν ενεργά στην υπεράσπισή της ενταγμένοι στους κομμουνάρους». «Σύμφωνα», πάλι, «με τον Εμπουζιγιά Τεβφίκ [ένα από τα πρώτα μέλη της Πατριωτικής Συμμαχίας που έδωσε την περιγραφή του για την οργάνωση στο έργο του Προέλευση των Νέων Οθωμανών σε μια σειρά άρθρων του στην καθημερινή εφημερίδα Yeni Tasvir-i Efkâr το 1909 κι αποτελεί βασική πηγή για τη σχετική ιστοριογραφία][23], οι Οθωμανοί αυτοί έλαβαν από τους Γάλλους το παρατσούκλι “οι τρεις Τούρκοι”. Όπου υπήρχε λαβωμένος στρατιώτης, οι “τρεις Τούρκοι” έτρεχαν να συνδράμουν και βοηθούσαν στην μεταφορά των λαβωμένων στους στρατώνες των αρρώστων». Το ότι δραστηριοποιήθηκαν κυρίως σαν τραυματιοφορείς, ίσως τους βοήθησε να μην αντιμετωπίσουν συνέπειες μετά την επικράτηση των Βερσαλλιών. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται «ο Μασίς Κιουρκτσούγκιλ που, το 2019,  σε άρθρο του αναφέρει ότι “το γεγονός ότι οι τρεις αυτοί έμειναν για άλλους έξι μήνες στο Παρίσι μετά την αιματηρή καταστολή χωρίς να υποβληθούν σε ανάκριση δηλώνει ίσως ότι δεν συμμετείχαν τόσο στις “φοβερές συγκρούσεις”, όσο περισσότερο παρείχαν την βοήθειά τους στην περίθαλψη των τραυματισμένων. Η γειτονιά που διέμεναν (Boulevard Saint Michèle) ήταν αρκετά μακριά από την περιοχή των κυρίως συγκρούσεων”».

Μετά το τέλος της επαναστατικής περιπέτειας της Κομμούνας οι τρεις ήρωές μας θα επιστρέψουν, όπως κι οι άλλοι Νέοι Οθωμανοί, στην οθωμανική πρωτεύουσα, μετά τη γενική αμνηστία που ακολούθησε τον θάνατο του μεγάλου βεζίρη Ααλί πασά και τον διορισμό σ’ αυτή τη θέση του Μεχμέτ Νεντίμ πασά, θείου του Μεχμέτ θυμίζουμε. Μάλιστα τον Μάιο του 1872, ο Μεχμέτ μπέης θα βρεθεί σ’ ένα ρόλο διαμεσολαβητή, καθώς μεταφέρει στους υπόλοιπους Νέους Οθωμανούς πως ο μεγάλος βεζίρης, «τους διαβεβαιώνει ότι βρίσκεται πιο κοντά τους παρά ποτέ» ενώ ταυτόχρονα εκφράζει την ειλικρινή του λύπη «γιατί τυγχάνουν τέτοιας σκληρής μεταχείρισης, αλλά είναι υποχρεωμένος να υποταχθεί σε διαταγή από το παλάτι». Η «σκληρή μεταχείριση» ήταν και πάλι οι διορισμοί τους σε διοικητικές θέσεις στην αχανή οθωμανική επαρχία. Οι Νουρί και Ρεσάτ αποδέχθηκαν τους διορισμούς πιστεύοντας ότι τουλάχιστον θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη χώρα από θέσεις προσωπικής ισχύος. Ο ίδιος ο Μεχμέτ μπέης δεν φαίνεται να απέκτησε κάποια δημόσια θέση. Άλλωστε πεθαίνει πολύ σύντομα, το 1874, μόλις στα τριάντα ένα του χρόνια. Ο Νουρί μπέης θα επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο του 1873, όπου μαζί με τον Ναμίκ Κεμάλ θα ιδρύσουν μια θεατρική εταιρία με σκοπό την ανάπτυξη ρεπερτορίου «οθωμανικού δράματος», αλλά ένα μήνα μετά θα πάρουν και πάλι τον δρόμο της εξορίας, εξαιτίας των θεατρικών παραστάσεών τους, με τον πρώτο να καταλήγει στην Άκρα. Οι εξόριστοι επέστρεψαν στην Πόλη τον Ιούνιο του 1876 μετά την εκθρόνιση του Αμπντούλ Αζίζ και την ανάρρηση στον θρόνο του, φιλικά προς αυτούς διακείμενου, Μουράτ. Σύντομα όμως κι ο Μουράτ εκθρονίστηκε δίνοντας τη θέση του στον αδελφό του Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, ο οποίος στην αρχή παρεχώρησε Σύνταγμα (Δεκέμβριος 1876) και κατόπιν ανέστειλε την ισχύ του (Φεβρουάριος 1878). Ο Νουρί είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον νέο σουλτάνο καθώς ως βρέφη τους είχε θηλάσει η ίδια τροφός. Έτσι από το 1876 βρέθηκε σε κυβερνητική θέση και παρέμεινε στην ενεργό υπηρεσία μέχρι τον θάνατό του τριάντα χρόνια αργότερα. Ο τρίτος της παρέας, ο Ρεσάτ, πέθανε το 1910, όντας πλέον πασάς[24].

 

Ευχαριστώ πολύ την Άννα Βακάλη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με διδακτορικό από το Τμήμα Ισλαμικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Βασιλείας στην Ελβετία, για την ανεύρεση και μετάφραση των τουρκικών πηγών.

 

Βιβλιογραφία

Finkel Caroline, Οθωμανική Αυτοκρατορία 1300-1923, μτφρ. Μιχ. Δελέγκος, Διόπτρα, Αθήνα 2007.

Lewis Bernard, Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, τόμ. Ι: Τα στάδια της ανάδυσης, μτφρ. Π. Κωνσταντέας, Παπαζήση, Αθήνα 2001.

Mardin Şerif, The Genesis of Young Ottoman Thought: A Study in the Modernization of Turkish Political Ideas, Syracuse University Press 2000.

Ortayli Ilber, Ο πιο μακρύς αιώνας της αυτοκρατορίας: Ο οθωμανικός 19ος αιώνας – Η πορεία προς τον εκσυγχρονισμό, Παπαζήση, Αθήνα 2004.

Petrosian Juri, «Οι ιδέες του “εξευρωπαϊσμού” στην κοινωνικο-πολιτική ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα νεώτερα χρόνια (τέλος 18ου – αρχές 20ου αιώνα)» στο συλλογικό, Εκσυγχρονισμός και βιομηχανική επανάσταση στα Βαλκάνια τον 19ο αιώνα, Θεμέλιο, Αθήνα 1980.

Zürcher Erik, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004.

Μαρίνου Ξένια, Αναζητώντας οδοφράγματα: Αστικός Τύπος και ελληνικές συμμετοχές στον γαλλοπρωσικό πόλεμο και την Παρισινή Κομμούνα, ΚΨΜ, Αθήνα 2015.

https://t24.com.tr/yazarlar/aydin-engin/sikago-yedilisi-nin-yargilanmasi-ve-isil-ozgenturk,30577.


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης.


 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιάννης Γκλαρνέτατζης

Ο Γιάννης Γκλαρνέτατζης γεννήθηκε στις Σέρρες το 1967. Έχει σπουδάσει Φυσική αλλά ασχολείται κυρίως με την Ιστορία, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης. Συμμετείχε για χρόνια στην Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης, ενώ είναι μέλος της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης, αντιρρησίας συνείδησης και πρόεδρος του Σωματείου Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου Ν. Θεσσαλονίκης. Πολύ συχνά οργανώνει ιστορικές περιηγήσεις και πρωτοστατεί στην προσπάθεια δημιουργίας του Κέντρου Κοινωνικών και Ιστορικών Μελετών Θεσσαλονίκης «Βαρδάρης». Έχει μεταφράσει βιβλία του Μάρρεϋ Μπούκτσιν, ενώ έχει γράψει το λογοτεχνικό αφήγημα «Οι Πρώτες Γιορτές στην Αμαλικάνδη», καθώς και τα ιστορικά «Στιγμές Σαλονίκης χειμερινές», «Στιγμές Σαλονίκης εαρινές» και «Στιγμές Σαλονίκης θερινές».

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange