Τεύχος #01 Βιβλιοπολιτική

Βιβλίο: Μεταξύ πολιτιστικού προϊόντος και εμπορεύματος

Το να εγκαινιάζεται μια στήλη η οποία φιλοδοξεί να μιλήσει για τις πολιτικές στον χώρο του βιβλίου με την αναφορά στις απόψεις ενός προσώπου που δεν είναι ο γράφων μάλλον ηχεί παράδοξο ή ακόμα και ετεροκαθορισμός. Παρ’ όλα αυτά, αποφάσισα να καταγράψω κάποιες σκέψεις μου εμπνευσμένες από την κριτική ανάγνωση δύο σύντομων σημειωμάτων του Λουκά Αξελού, ενός ανθρώπου με κομβικό ρόλο στον χώρο του βιβλίου.[1]

Η βασική θέση του Λουκά Αξελού αποτελεί ότι μέχρι τη δεκαετία του 1990 υπήρχε μια ισορροπία ανάμεσα στην πολιτιστική και την εμπορική διάσταση του βιβλίου, με την έμφαση να δίνεται στο βιβλίο ως πολιτιστικό αγαθό. Τα επόμενα χρόνια ωστόσο υπερίσχυσε η αντιμετώπιση του βιβλίου ως ενός οποιουδήποτε εμπορεύματος.

Σε σχέση με την πιο πάνω θέση υπάρχουν δύο διαφωνίες. Πρώτον, πολλά φαινόμενα παρουσιάζονται σαν να αποτελούν σύγχρονη εξέλιξη, όμως πιστεύω ότι ακόμη κι αν συμφωνήσουμε πως σήμερα έχουν καταστεί πιο έντονα, αυτό δεν σημαίνει ότι η αρχική τους εμφάνιση και τα αίτια που τα γέννησαν δεν έρχονται από το παρελθόν. Η δεύτερη διαφωνία μου αφορά τη σχεδόν απόλυτη παρουσίαση της σημερινής κατάστασης του χώρου του βιβλίου, της εκδοτικής δραστηριότητας, του αναγνωστικού κοινού, αλλά και της κίνησης των ιδεών εν γένει ως υποταγμένης στην κυρίαρχη ιδεολογία και τη λογική του κέρδους.

Ο Λουκάς Αξελός αναφέρεται στην περίοδο 1970-90 ως μια περίοδο «ασταθούς, αλλά υπαρκτής ισορροπίας ανάμεσα στον Λόγιο και τον Κερδώο Ερμή», όπου «άνθισε και η ευγενής φιλοδοξία και άμιλλα [μεταξύ των συντελεστών στον χώρο του βιβλίου]». Τα δύο στοιχεία τα οποία αναφέρει όντως υπήρξαν τότε, ισχυρίζομαι όμως αφενός ότι πρωτοεμφανίστηκαν πριν από τη συγκεκριμένη περίοδο, αφετέρου δε ότι συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα. Κατά διαστήματα, όπως η πρώτη περίοδος της δικτατορίας των συνταγματαρχών, από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 μέχρι την περίοδο της λεγόμενης φιλελευθεροποίησης, είναι πολύ πιο έντονα, ακόμη και κυρίαρχα. Κατά βάση όμως θεωρώ πως υπήρξαν μειοψηφικά στοιχεία. Το γεγονός ότι ο χώρος του βιβλίου καθαυτός επεκτάθηκε ποσοτικά δημιουργεί την αίσθηση μεγαλύτερων και πιο ραγδαίων ποιοτικών αλλαγών απ’ αυτές που συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

Ας δώσουμε ορισμένα παραδείγματα που δείχνουν ότι η τάση η οποία ευνοούσε την κερδοφορία επί της πολιτιστικής προσφοράς εντοπίζεται πολύ πριν από την περίοδο όπου την τοποθετεί ο Λουκάς Αξελός. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας υπήρξε μεγαλύτερη συνεργασία και λιγότερος ανταγωνισμός, λ.χ. σε σχέση με την έκδοση των βιβλίων του Αντόνιο Γκράμσι. Συγκεκριμένα, ο εκδότης που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσει στην έκδοση ενός έργου του Ιταλού διανοητή το οποίο του προτεινόταν από κάποιον μεταφραστή παρέπεμπε τον μεταφραστή σε άλλον εκδότη. Προς το τέλος της δικτατορίας όμως, αυτή η συνεργασία κλονίστηκε. Εκδότρια ισχυρίστηκε ότι κατέχει τα πνευματικά δικαιώματα και κάλεσε τους άλλους εκδότες να πάψουν την κυκλοφορία έργων του Γκράμσι, ισχυρισμός ο οποίος κατόπιν επικοινωνίας με το Ινστιτούτου Γκράμσι αποκαλύφθηκε αναληθής.[2]

Αντίστοιχες κινήσεις, συνήθως επιγόνων συγγραφέων και κατόχων πνευματικών δικαιωμάτων, βλέπουμε να γίνονται όταν το πολιτικό βιβλίο κυριαρχεί (1970–1980) κι άρα κάποιοι ονειρεύονται χρηματικό μάννα εξ ουρανού. Μπορεί να μην είχαμε την επιρροή του Χόλιγουντ τον καιρό εκείνο, αλλά είχαμε το Υπουργείο Παιδείας και την κρατική τηλεόραση. Ο εκδημοκρατισμός των θεσμών αυτών και η ανάδυση ενός προοδευτικού περιεχομένου στη δημόσια σφαίρα, είτε με τη μορφή της λογοτεχνίας στα σχολεία, είτε μέσα από την τηλεοπτική μεταφορά μυθιστορημάτων, μετέτρεψε κάποια βιβλία σε μπεστ σέλερ κι έκανε τους συγγραφείς τους περιζήτητους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είτε παζάρευαν είτε δελεάζονταν από τις υποσχέσεις για μεταγραφή από μεγάλους εκδοτικούς οίκους της εποχής, «αριστερούς» μεν, εμπορικούς δε. Έτσι επιχείρησαν να σπάσουν τα συμβόλαια που είχαν με μικρότερους εκδοτικούς οίκους προκειμένου να υπογράψουν στον καινούριο τους εκδότη και να εισπράξουν. Θα άξιζε οι ενδιαφερόμενοι να προσπελάσουν το αρχείο των εκδόσεων Κάλβος, το οποίο φυλάσσεται στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, όπου και θα συναντήσουν τέτοιες περιπτώσεις.

Το βιβλίο αποτελεί πολιτιστικό αγαθό, τουτέστιν προϊόν της πολιτιστικής βιομηχανίας. Ως εκ τούτου, διαφέρει σε ποσότητα και ποιότητα ανάλογα με την ιστορική περίοδο που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει και τους όρους παραγωγής του. Στο παρελθόν, ο χώρος του βιβλίου υπήρξε μη προνομιακός για μεγάλα ποσοστά κέρδους, μιας και το αναγνωστικό κοινό ήταν περιορισμένο –ανάμεσα σε άλλους, έχει επιχειρηματολογήσει επαρκώς και ο Λουκάς Αξελός στο προαναφερθέν βιβλίο του– και η αναγνωστική κουλτούρα στη μεταπολεμική εποχή υπήρξε προνόμιο τμήματος της αστικής τάξης (με εκδοτικές της ναυαρχίδες την Εστία και τον Ίκαρο) και της αριστεράς (με δεκάδες εκδοτικά εγχειρήματα, μεγάλα όπως το Θεμέλιο και τη Σύγχρονη Εποχή αργότερα, αλλά και μικρότερα, από τον Στοχαστή και τον Κάλβο μέχρι τις Ιστορικές Εκδόσεις και την Πορεία).

Όμως οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι σήμερα, αυτοί που κατακλύζουν την αγορά με ροζ μυθιστορήματα, των οποίων τα στοιχεία τυπώνονται σε μέγεθος για αλφαβητάρι δημοτικού και με τεράστιο διάστιχο προκειμένου να αυξηθούν τα τυπογραφικά και άρα η τιμής πώλησης, δεν προέκυψαν από το πουθενά. Ούτε προέκυψαν από γιάπηδες που εξαρχής στόχευαν σε ευπώλητα ή, τουλάχιστον, εάν είχαν τέτοιου τύπου προθέσεις, τις έκρυβαν επιμελώς. Πολλοί εκδοτικοί οίκοι της δεκαετίας του 1970, με σημείο εκκίνησης το αριστερό βιβλίο, μετεξελίχθηκαν στα μεγαθήρια που μονοπωλούν τον χώρο τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Αλλά και όσον αφορά τη λιανική πώληση, από τα πολλά μικρά και συνοικιακά βιβλιοπωλεία περάσαμε στις αλυσίδες βιβλίων και «πολιτισμού» και στα μεγάλα βιβλιοπωλεία. Εδώ, ενώ συμφωνώ με τον Λουκἀ Αξελό ότι οι επιλογές που κάνουν τα συγκεκριμένα βιβλιοπωλεία ως προς το ποιους τίτλους θα προβάλουν και ποιους όχι σηματοδοτούν μια προβληματική πτυχή της λειτουργίας τους, δεν θα συμφωνούσα ότι αποτελούν και το βασικό πρόβλημα. Υπάρχει γνωστό μεγάλο βιβλιοπωλείο του κέντρου της Αθήνας που στην προβολή ποιοτικού ή «ατίθασου βιβλίου» δεν υστερεί σε σχέση με πολλά βιβλιοπωλεία του αριστερού ή του αντιεξουσιαστικού χώρου. Αυτό όμως δεν συνιστά αναγκαία συνθήκη για να το θεωρήσουμε εξαίρεση στη λογική μεγιστοποίησης του κέρδους για τους μεσάζοντες, με θύματα εκδότες, αναγνώστες αλλά και τους μικρότερους παίκτες της λιανικής.

Συγκεκριμένα, το βασικό πρόβλημα με τα μεγάλα βιβλιοπωλεία είναι ότι έχουν επιβάλει ένα τρομακτικά υψηλό ποσοστό κέρδους για τα ίδια, μάλλον το μεγαλύτερο στην αλυσίδα από την παραγωγή έως την κατανάλωση. Η κατάργηση της ενιαίας τιμής, απόρροια της μνημονιακής κρατικής πολιτικής, αυξάνει την πίεση απέναντι στους εκδότες για παραχώρηση ακόμα μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι οι εκδοτικοί οίκοι υποχρεώνονται να υπερτιμολογήσουν το προϊόν τους προκειμένου να διασφαλίσουν για τους ίδιους ένα ποσοστό κέρδους που θα τους καθιστά βιώσιμους. Και αυτό σημαίνει με τη σειρά του αύξηση της ονομαστικής τιμής του προϊόντος –και άρα της τιμής πώλησης– με τη συνακόλουθη επιβάρυνση του αναγνώστη. Τα μεγάλα βιβλιοπωλεία, από την άλλη, με την κατάργηση της ενιαίας τιμής βιβλίου μπορούν να «προσφέρουν» σε χαμηλότερες τιμές τα βιβλία που λόγω της δικής τους κερδοφορίας και πολιτικής υπερκοστολογούνται. Αυτό έχει αποτέλεσμα να κλείνουν μικρότερα βιβλιοπωλεία που δεν διαθέτουν αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα και ως εκ τούτου να μεγαλώνει όλο και περισσότερο η συγκεντροποίηση στον τομέα της λιανικής πώλησης του βιβλίου.

Με μικρές εξαιρέσεις, οι αλυσίδες που υπάρχουν ή αυτές που επιχείρησαν να διαμορφωθούν και να διατηρηθούν ως τέτοιες αλλά απέτυχαν δεν αποτελούν νέα εγχειρήματα στον χώρο του βιβλίου. Πολλές εξ αυτών δημιουργήθηκαν ως βιβλιοπωλεία, ενίοτε και μικρά, κατά τη δεκαετία του 1970 υπό τη διεύθυνση κάποιου αριστερού που με τον άλφα ή βήτα τρόπο στρατεύτηκε στον χώρο του βιβλίου συνάμα με την πολιτική του στράτευση και ακολούθησε επαγγελματικά το βιβλίο όταν αποστρατεύτηκε από την πολιτική.

Το εκδοτικό φθινόπωρο της μεταπολίτευσης μπορεί να οδήγησε στη σημερινή εκδοτική βαρυχειμωνιά, αλλά σε αντίθεση με τον Λουκά Αξελό δεν βρίσκω λόγους απογοήτευσης, διότι έχουν ήδη ξεπροβάλει οι αλκυονίδες του βιβλίου. Πριν παραθέσω παραδείγματα όμως, θα πρέπει να καταστήσω σαφές το εξής: Ο χώρος του βιβλίου δεν υφίσταται πέρα κι έξω από το καπιταλιστικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, ενώ τα υπαρκτά παραδείγματα μιας άλλης κουλτούρας και μιας άλλης λογικής υπάρχουν όντως και επιχειρούν να εκφράσουν τμήμα τόσο του εκδοτικού κόσμου όσο και του αναγνωστικού κοινού, εντούτοις θα ήταν ουτοπικό να θεωρηθεί πως δύνανται να επικαθορίσουν την αγορά του βιβλίου εν γένει. Επιπλέον, δεν σημαίνει πως αυτά τα εγχειρήματα, και παρά τις υπαρκτές μεταξύ τους συνεργασίες, αποτελούν μονάδες ενός συνόλου το οποίο κινείται προς συγκεκριμένη κατεύθυνση με κοινό αξιακό πλαίσιο και στοχοθεσία.

Συγκεκριμένα, έχουμε την εμφάνιση συνεργατικών εκδοτικών εγχειρημάτων και βιβλιοπωλείων, όπως οι Εκδόσεις των Συναδέλφων και οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, αλλά και βιβλιοπωλείων-εκδόσεων, όπως ο Μωβ Σκίουρος. Αντίστοιχα, υπάρχουν πολιτικοί εκδοτικοί οίκοι με εκδοτικό πρόγραμμα πλέον, όπως οι εκδόσεις Εκτός Γραμμής, σε αντίθεση με τις παλιές, ανερμάτιστες προγραμματικά πολιτικές εκδόσεις, όπου μεταφραζόταν ό,τι κυκλοφορούσε από τα όμορα ιδεολογικοπολιτικά εγχειρήματα άκριτα.

Ταυτόχρονα, σημαντική είναι και η βελτίωση τόσο στο επίπεδο της αισθητικής όσο και του περιεχομένου παλαιότερων εγχειρημάτων όπως του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου. Παράλληλα, τη στιγμή που οι καθιερωμένοι και καθεστωτικοί εκδοτικοί οίκοι του χτες προνομιμοποιούν τα ευπώλητα, οι εκδόσεις Αντίποδες και οι εκδόσεις Angelus Novus επιλέγουν το ποιοτικό κείμενο και μάλιστα με επιτυχία.
Αυτή η επιτυχία αποδεικνύει ότι το βιβλιοφιλικό κοινό –που ήταν πάντα περιορισμένο, σε αντίθεση με το πολύ ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, το οποίο καταναλώνει βιβλία, σταυρόλεξα, sudoku και σαπουνόπερες με τον ίδιο άκριτο τρόπο– υπάρχει, διευρύνεται και διατηρεί υψηλό κριτήριο. Κατά τη γνώμη μου μάλιστα, το κριτήριο αυτό είναι υψηλότερο από ό,τι στο παρελθόν, όπου επιβίωναν πολυάριθμοι εκδοτικοί οίκοι με εξαιρετικούς τίτλους αλλά με άθλιες μεταφράσεις και κακή ή ανύπαρκτη επιμέλεια. Αντιθέτως, σήμερα πολύ μικρά έως και μονοπρόσωπα εγχειρήματα, όπως οι εκδόσεις και το περιοδικό Πανοπτικόν, διατηρούν υψηλότατο επίπεδο επιμέλειας και μετάφρασης. Επίσης, παρά τις όποιες αντιθέσεις ή και αντιπαραθέσεις, βλέπουμε μια ευγενή άμιλλα που όχι μόνο δεν γίνεται υπό την πίεση κάποιου κοινού εχθρού, λ.χ. της δικτατορίας, αλλά αντιθέτως υπάρχει και διευρύνεται στο έδαφος μιας ισοπεδωτικής κρίσης που γεννά και αναπτύσσει έως και «κανιβαλιστικά» χαρακτηριστικά. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τα διάφορα φεστιβάλ βιβλίου αυξάνονται, με το Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου της Θεσσαλονίκης να έχει διοργανωθεί επτά φορές. Ας προσθέσουμε επίσης και άλλες αντίστοιχες δράσεις στην ελληνική επαρχία, όπως στα Γιάννενα, με συμμετοχή διψήφιου αριθμού εκδοτικών εγχειρημάτων. Επιπλέον, φέτος πραγματοποιήθηκε και το Θερινό Βιβλιοστάσιο, μια σύμπραξη εκδοτικών εγχειρημάτων στην Αθήνα, με τη συμμετοχή περισσότερων από τριάντα εκδοτικών εγχειρημάτων, κατά βάση καινούριων.

Θα κλείσω με κάποια δικά τους λόγια, που πιστεύω ότι απηχούν ένα πολύ μεγαλύτερο εγχείρημα. Ένα εγχείρημα που πήρε το νήμα από εκείνη τη χούφτα των εκδοτικών οίκων της περιόδου 1968-70, το οποίο με τη σειρά του αντλούσε τις ρίζες του στους εκδοτικούς οίκους που πήγαν κόντρα στο ρεύμα κατά την προδικτατορική περίοδο, αλλά και νωρίτερα, ήδη από τα χρόνια του μεσοπολέμου.

Το Θερινό Βιβλιοστάσιο αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια 33 μικρών εκδοτικών εγχειρημάτων που τοποθετούνται στους αντίποδες της κυρίαρχης, ευπώλητης εκδοτικής παραγωγής να δημιουργήσουν έναν κοινό «τόπο», μια άλλη «πρόταση» για το αναγνωστικό κοινό. Έναν χώρο όπου τον πρώτο λόγο θα έχουν τα βιβλία, οι ιδέες και οι ιστορίες για την ανάδειξη ενός άλλου πολιτισμού με γνώμονα την κοινωνία και τους ανθρώπους της. […]
Σε πείσμα των καιρών, στέκουμε όρθιοι και επιμένουμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα και αγαπάμε: να επιλέγουμε και να εκδίδουμε βιβλία χωρίς το άγχος του μπεστ σέλερ. Βιβλία ιδιαίτερα και ανορθόδοξα, βιβλία πέρα από τη λογοτεχνία του συρμού, βιβλία για τις ιστορίες που δεν λέγονται, βιβλία για τη σκέψη που δύσκολα εκφέρεται. Βιβλία ανοιχτά, αγέραστα, χωρίς ημερομηνία λήξης και χώρα προέλευσης.
Είπαμε να το γιορτάσουμε με ένα πνευματικό τσιμπούσι στο Θερινό Βιβλιοστάσιο, αναταράσσοντας τα στάσιμα νερά της εκδοτικής μιζέριας, της εκπορευόμενης σύγχυσης και της γενικευμένης κατάθλιψης. Φιλοδοξούμε να δώσουμε το στίγμα ενός άλλου πολιτισμού, που προκρίνει την αυτοοργάνωση, τη συμπόρευση, την αμφισβήτηση, την αντίσταση, τη δημιουργία.

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Χρίστος Μάης

Ο Χρίστος Μάης είναι διδάκτορας πολιτισμικής ιστορίας και σπουδών βιβλίου. Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις «Προλεταριακή Σημαία» και «Εκτός των Τειχών», κυρίως ως μεταφραστής, και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα έντυπα (Προλεταριακή
Σημαία, Αντίθεση, Πριν, Δρόμος της Αριστεράς, Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, ΥΦΕΝ) και ιστολόγια, μεταξύ άλλων και για θέματα βιβλίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange