Τεύχος #13 Παρισινή Κομμούνα

Η Παρισινή Κομμούνα την εποχή των πολλαπλών κρίσεων

Τι είναι αυτό που κάνει το πολιτικό φαντασιακό της Παρισινής εξέγερσης, όπως εύστοχα αναφέρει η Kristin Ross, να παρουσιάζει οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή απήχηση σήμερα, 150 χρόνια μετά, σαν να μην έλειπαν από την ατζέντα της «αριστερής μελαγχολίας» της εποχής μας οι αιματηρές συμπλοκές από την Αθήνα ως τις ΗΠΑ, από την Ινδία ως την Ουκρανία;

150 χρόνια κλείνουν σήμερα από το απόγευμα της 28ης Μαΐου του 1871, όταν και οι τελευταίοι αγωνιστές και αγωνίστριες της Κομμούνας οδηγούνται στην γκιλοτίνα. Η εξέγερση στο εσωτερικό του Παρισιού έχει πλήρως κατασταλεί και, στους μήνες που θα ακολουθήσουν, οι διώξεις, οι εξορίες και οι συλλήψεις θα κλιμακωθούν από τον Αδόλφο Θιέρσο (Louis Adolphe Thiers) με ακόμη μεγαλύτερη σφοδρότητα. Την επαύριο της αιματηρής Παρισινής εξέγερσης, η οποία κράτησε μόλις 72 μέρες, από τις 18 Μαρτίου ως τις 28 Μαΐου, οι φιλομοναρχικές, δεξιές δυνάμεις θα επικρατήσουν πανηγυρικά, όμως η μοναρχία θα είναι πλέον βραχύβια. Το αποτύπωμα της Παρισινής Κομμούνας διαφαίνεται στον τρόπο με τον οποίο θα αντιλαμβάνονται πλέον τα ριζοσπαστικά κινήματα την εξεγερτική συνθήκη και θα παραμείνει ανεξίτηλο έκτοτε. Τόσο τα ίδια τα γεγονότα της Κομμούνας όσο και οι άνθρωποί της, η βιωμένη εμπειρία της εξέγερσης, στα κατοπινά χρόνια θα λοιδορηθούν, θα υποστούν μια προσπάθεια συστηματικής αποπολιτικοποίησης και θα αντιμετωπιστούν ως μια αποτυχημένη στιγμή της επαναστατικής περιόδου της νεότερης ιστορίας της Γαλλίας, με στόχο όπως αναφέρουν οι σχολιαστές «να σβηστεί η ημερομηνία αυτή (sic) από το ιστορικό επαναστατικό καλεντάρι»[1].

Το αφιέρωμα της Κοινότητας των Marginalia στην Παρισινή Κομμούνα ευελπιστεί να μην είναι, ή να μην είναι μόνο, ένα επετειακό αφιέρωμα μνήμης, μιας μνήμης που τείνει να σβήσει στην εποχή των ακραίων αντεπαναστατικών και αντιδραστικών επιθέσεων της ανερχόμενης ακροδεξιάς. Επιθυμούμε να είναι, αντιθέτως, αποτέλεσμα μιας προσπάθειας και μιας ανάγκης ανασυγκρότησης και επανοικειοποίησης μικρών ή μεγάλων στιγμών του ιστορικού χρόνου της Κομμούνας για τους αγώνες του σήμερα. Μιλάμε εδώ για ανάγκη, για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε μια απάντηση στο ερώτημα «γιατί η Κομμούνα σήμερα;». Τι είναι αυτό που κάνει το πολιτικό φαντασιακό της Παρισινής εξέγερσης, όπως εύστοχα αναφέρει η Kristin Ross, να παρουσιάζει οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή απήχηση σήμερα, 150 χρόνια μετά,  σαν να μην έλειπαν από την ατζέντα της «αριστερής μελαγχολίας» της εποχής μας οι αιματηρές συμπλοκές από την Αθήνα ως τις ΗΠΑ, από την Ινδία ως την Ουκρανία;

Ας μην πάμε πολύ μακριά. Ας θυμηθούμε την εξέγερση των «κίτρινων γιλέκων» που συντάραξαν τη Γαλλική νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση και ενόχλησαν τον μπουρζουά συντηρητικό τύπο το 2018 και που –παρά την άοκνη προσπάθεια να υποτιμηθεί ο πολιτικός χαρακτήρας των διαδηλώσεων– την ανάγκασαν να οπισθοχωρήσει στην εφαρμογή του επαχθούς αντιεργατικού νόμου που προωθούσε. Τότε ολόκληρος σχεδόν ο ευρωπαϊκός βορράς αντιλήφθηκε την ύπαρξη ενός πολυάριθμου αγροτικού προλεταριάτου στην, ξεχασμένη από το Παρισινό κέντρο λήψης αποφάσεων, γαλλική επαρχία. Η γαλλική αγροτική περιφέρεια δεν διαφέρει σημαντικά από άλλες ευρωπαϊκές ή αμερικανικές περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων των εργατικών προαστίων, όπου η κατάσταση είναι λίγο πολύ κοινή. Χαρακτηρίζεται από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, απομόνωση και αποξένωση του εργατικού πληθυσμού από τα κέντρα των πόλεων, σημαντικές ελλείψεις σε αγαθά, πόρους και πρόσβαση σε υπηρεσίας υγείας, πρόνοιας και εκπαίδευσης. Νέοι άνθρωποι που μεγαλώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας για τα δεδομένα της ανεπτυγμένης Δύσης.

Η Ελλάδα της κρίσης και της πανδημίας, με μια ακραία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, που εναγκαλίζεται alt-right πολιτικές, αποτελεί επίσης θέατρο αυτών των εξελίξεων. Μόνο την τελευταία χρονιά, η Αθήνα, όπως και άλλες πρωτεύουσες, δοκιμάστηκε και δοκιμάζεται από μια πρωτοφανή νέο-συντηρητική εκδικητική αντίδραση απέναντι στην έντονα εξεγερτική διάθεση, τη συσπείρωση, την αλληλεγγύη και τη γενικότερη κινηματική δράση της αυτονομίας και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, των φεμινιστικών και κουίρ κινημάτων μετά τον Δεκέμβρη του 2008. H κατάργηση του 8ώρου θα αποτελέσει αναμφίβολα το τελειωτικό χτύπημα δίπλα σε μια σειρά αντι-εργατικών μέτρων που επιβλήθηκαν σταδιακά ήδη από την εποχή των μνημονίων και επέφεραν την πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Τα τελευταία χρόνια, ειδικά μέσα στον τελευταίο ενάμιση χρόνο της πανδημίας και του εγκλεισμού, βιώσαμε την εντατικοποίηση των εξώσεων λόγω της τουριστικοποίησης του κέντρου, στο οποίο διαβιεί μεγάλο, αν όχι το μεγαλύτερο κομμάτι της εργαζόμενης και εργατικής τάξης των μεταναστών και των προσφύγων, βιώσαμε την κρατική και αστυνομική βία, την εκκένωση των δημόσιων χώρων, τον εξοστρακισμό των χαμηλότερων στρωμάτων σε νέες εξορίες, όπως χώρους εργασίας χωρίς επαρκή μέτρα προστασίας, την προσχηματική απαγόρευση των συγκεντρώσεων, την άγρια καταστολή, την αστυνομική παρουσία ακόμη και στα Πανεπιστήμια ως μέσο πειθάρχησης, την οικονομική αιμορραγία δια της επιβολής προστίμων, την παραδειγματική τιμωρία μελών της ακροαριστεράς, την επιβολή νόμων οικογενειακού «δικαίου», την παραβίαση του ιδιωτικού ασύλου. Ο κατάλογος των παραβιάσεων είναι μακρύς, όμως αναφέρονται εδώ ως ενδεικτικά παραδείγματα μιας κοινοτοπίας.

Η κοινοτοπία αυτή έγκειται στην διαπίστωση πως 150 χρόνια από την Κομμούνα του Παρισιού που έθεσε τις βάσεις για μια νέα θεώρηση των πολιτικών και κοινωνικών διεκδικήσεων και αγώνων και που επέδρασε όσο ελάχιστες –παρά τη μειωμένη αναφορά της στην επίσημη ευρωπαϊκή ιστορία– η εργατική τάξη και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα παραμένουν στο περιθώριο της ιστορίας. Ακόμη περισσότερο όμως, γίνεται σαφές ότι τη λυσσαλέα επίθεση ενάντια στα λαϊκά στρώματα ο καπιταλισμός την επαναφέρει σφοδρότερα σε κρίσιμες πολιτικές συγκυρίες, όταν επανέρχεται  ο φόβος για τον οποίον κάνουν λόγο πολλοί μελετητές της Κομμούνας και στον οποίο αναφέρεται η Κατερίνα Πολυχρονιάδου σ’ αυτό το αφιέρωμα, ο φόβος των οδοφραγμάτων.

Ας μην μας παρασύρει ωστόσο η πεποίθηση πως ένας τέτοιος φόβος εκκινεί από προθέσεις εκδημοκρατισμού και πολιτικής σταθερότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα εξηγούνταν η στροφή σε ολοένα και πιο αυταρχικά μέσα επιβολής, όπως συμβαίνει σήμερα παγκοσμίως. Πίσω από τον φόβο για τις εξεγέρσεις των πόλεων βρίσκεται ριζωμένος ο φόβος απέναντι στην ανθεκτικότητα των ριζοσπαστικών ιδεών που αναδείχθηκαν ως μοναδικές στιγμές στις 72 μέρες της κομμούνας και, ακόμη βαθύτερα, ο φόβος απέναντι στην ανθεκτικότητα που τείνουν να επιδεικνύουν οι λαϊκές τάξεις[2] .

Πώς σχετίζονται με το θέμα μας όλα αυτά; Η Παρισινή Κομμούνα εγγράφεται σε ένα ιστορικό συνεχές που χαρακτηρίζεται από συχνές εξεγέρσεις, από τη Γαλλική επανάσταση, στη συνέχεια την επανάσταση του 1848 και μετά τη δημιουργία της Β’ Δημοκρατίας, μια περίοδο με απεργιακές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες. Αυτό που ωστόσο κομίζει η Παρισινή Κομμούνα ως μοναδική παρακαταθήκη μέχρι τις μέρες μας και απαντά στο «υπαρξιακό κενό» που αφήνει πίσω της η από-ιδεολογικοποίηση των κινηματικών πράξεων σε πολιτικό επίπεδο είναι αυτό που γίνεται αντιληπτό ως ανάγκη μέσα σε καθεστώς απαλλοτρίωσης (dispossession)· ανάγκη σύνδεσης με ένα πολιτικό φαντασιακό ικανό να εμπνεύσει πρωτίστως σε συν-αισθηματικό (affective) επίπεδο –όρος που δανειζόμαστε από τη φεμινιστική θεωρία για να αντιληφθούμε το πολιτικό φαντασιακό ως πεδίο οραματισμού, ονείρου, φαντασίας– εν γένει ως επανεπινόηση της ουτοπίας.

Σε δεύτερο επίπεδο – αν ξεπεράσουμε κάπως τις προφανείς συνδέσεις με το σήμερα – η σημασία του να ξαναφέρουμε στη μνήμη τα τεκταινόμενα της Κομμούνας έγκειται στη συνειδητοποίηση πως οι μεγάλες επαναστατικές στιγμές δεν γεννώνται εν κενώ. Βρίσκονται σε διαρκή διαλεκτική σχέση με τις ήττες και επιτυχίες των προγενέστερων κινημάτων και αντλούν υλικά για την οικοδόμησή τους από αυτή την ιστορική αποθήκη. Σήμερα ακόμα περισσότερο διαθέτουμε ένα μεγάλο πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε το ιστορικό «κείμενο» της Κομμούνας μέσα από τον φακό της βιωμένης εμπειρίας, κάτι που το παρόν αφιέρωμα έχει λάβει σοβαρά υπόψη του: Στο επίκεντρο λοιπόν, οι άνθρωποι, οι πράξεις τους, τα λόγια τους. Η Παρισινή Κομμούνα –και αυτό είναι το διαφορετικό που κομίζει– είναι ριζωμένη στη μνήμη ως η μεγάλη γιορτή του εργατικού κινήματος. Κι αν ακόμα αυτή η γιορτή κατέληξε σε τραγωδία, θα είναι πάντα ο τρόπος που βιώθηκε η χαρά της εξέγερσης εκεί, να μας θυμίζει πως οι μεγάλοι αγώνες δεν σημαίνουν αποκλειστικά πόνο και αυτοθυσία αλλά κουβαλούν ταυτόχρονα και τον σπόρο της καρναβαλικής μέθεξης.

***

Το αφιέρωμα ανοίγει η μετάφραση ενός ιστορικού ντοκουμέντου, του «πολιτικού μανιφέστου» της Κομμούνας, δια χειρός Στάθη Κουβελάκη. Πρόκειται για την προγραμματική διακήρυξη της Κομμούνας προς τον γαλλικό λαό που συμπυκνώνει την απόπειρα σύνθεσης των τάσεων που διαπερνούσαν την Κομμούνα και το γαλλικό εργατικό και δημοκρατικό κίνημα της εποχής. Το κείμενο αυτό θέτει «το πρόβλημα της άρθρωσης των “οριζόντιων” και “κάθετων” διαστάσεων της εξουσίας», όπως σημειώνει ο Στάθης Κουβελάκης στο εισαγωγικό σημείωμα της μετάφρασής του, «τον γρίφο με τον οποίο ήρθαν αντιμέτωπες όλες οι κοινωνικές επαναστάσεις που ακολούθησαν και, ως γνωστόν, απέτυχαν να λύσουν». Ακολουθεί ένα λεπτομερές Χρονολόγιο της Κομμούνας, στο οποίο ο Στάθης Κουβελάκης συγκεντρώνει τα πιο σημαντικά γεγονότα της περιόδου, ξεκινώντας από την 19η Ιουλίου και την κήρυξη του πολέμου του Ναπολέοντα Γ΄ εναντίον της Πρωσίας και κλείνοντας με την έκτακτη διάσκεψη της Α΄ Διεθνούς στο Λονδίνο την προτελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου του 1871.

Το νουάρ μυθιστόρημα του Ερβέ Λε Κορ, «Στον ίσκιο της πυρκαγιάς», για το οποίο γράφει ο Αντώνης Γαζάκης, επικεντρώνει με τη σειρά του στην περίοδο των τελευταίων δέκα ημερών της Κομμούνας, μέσα από τα μάτια απλών ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτά, ακολουθώντας παράλληλα την εξιχνίαση μιας σειράς σεξουαλικών εγκλημάτων. Η Κατερίνα Πολυχρονιάδη αναδεικνύει την Κομμούνα ως μορφή «εκδίκησης» των λαϊκών τάξεων για την απώλεια του οικείου τους κόσμου και την απομόνωσή τους στα εργατικά προάστια ύστερα από την αναδιαμόρφωση του παρισινού πολεοδομικού τοπίου, δύο δεκαετίες νωρίτερα, υπό τη «ριζοσπαστική χειρουργική» και τον «στρατηγικό εξευγενισμό» του βαρόνου Οσμάν (Haussmann).

Ακολουθεί η μεταφρασμένη από την Αριάδνη Μοσχονά πρόσφατη συνέντευξη μιας απογόνου κομμουνάρων, μαθηματικού και παθιασμένης μελετήτριας της Παρισινής Κομμούνας, της Παριζιάνας Μισέλ Ωντέν, στον Ωρελιέν Σουσέρ και τη γαλλική εφημερίδα L’Humanité. Στο επίκεντρο της συνέντευξης βρίσκεται η μακροχρόνια και εν εξελίξει αρχειακή της έρευνα για τους δεκάδες χιλιάδες «αοράτους» πεσόντες της Κομμούνας, των οποίων ο δραματικός αριθμός αποσιωπάται διαχρονικά από την κεντρική γαλλική πολιτική σκηνή και την πολιτική δημόσιας μνήμης που η εκάστοτε κυβέρνησή της χαράσσει.

Ο ιστορικός Κώστας Παλούκης διερευνά την ταξική σύνθεση του εξεγερμένου υποκειμένου της Κομμούνας, αναδεικνύοντας τον κεντρικό ρόλο των χειροτεχνών του μικρού εργαστηρίου και της μανιφακτούρας σε αυτήν και σκιαγραφώντας τον ειδικά γαλλικό δρόμο της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η συμβολή του Γιάννη Γκλαρνέτατζη καταπιάνεται με τις οθωμανικές συμμετοχές στην Παρισινή Κομμούνα. Εξετάζει τις διεργασίες μέσω των οποίων τρεις νέοι αριστοκρατικής καταγωγής οργανώνουν προσπάθειες εκδημοκρατισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμμετέχοντας στους «Νέους Οθωμανούς», έρχονται σε αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους της ομάδας και καταλήγουν να πάρουν μέρος στην Παρισινή Κομμούνα, πριν επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη.

Η Ξένια Μαρίνου παραθέτει στιγμιότυπα από τη συνάντηση δύο γνωστών δημοσιογράφων και συγγραφέων της εποχής της εξέγερσης, του κομμουνάρου Ζιλ Βαλές (Jules Valles) και του πολιτικού του αντιπάλου και σφοδρού επικριτή της Κομμούνας Μαξίμ Ντι Καν (Maxime Du Camp), μια συνάντηση παρολίγον μοιραία που θυμίζει σκηνή από ρομαντικό μυθιστόρημα της εποχής, χωρίς όμως να συνοδεύεται από κάποια αποκαλυπτική εμπειρία. Απαντώντας σε ερωτήσεις του Ντέιβιντ Μπρόντερ για το αμερικάνικο σοσιαλιστικό περιοδικό Jacobin και με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία μιας ανθολογίας κειμένων των Μαρξ-Ένγκελς για την Κομμούνα που επιμελήθηκε στα γαλλικά, ο Στάθης Κουβελάκης τονίζει τη σημασία της μεθόδου με την οποία ο Μαρξ προσεγγίζει την Κομμούνα: δεν βλέπει την παρισινή επανάσταση ως επικύρωση ενός προϋπάρχοντος σχήματος αλλά ως μια ιστορικής σημασίας τομή, την πρώτη εμπειρία εξουσίας των εργαζόμενων τάξεων, που ανοίγει νέες δυνατότητες στον αγώνα τους και απελευθερώνει στοιχεία ενός «εφικτού κομμουνισμού», όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα από τις αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας. Ο Γιώργος Κρανιδιώτης, εκκινώντας από τη θέση του Ένγκελς ότι η Κομμούνα αποτέλεσε «δικτατορία του προλεταριάτου» και βασιζόμενος στην κλασική περιγραφή των γεγονότων από τον Μαρξ στο έργο Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, παρουσιάζει τα επαναστατικά μέτρα αυτής της «κυβέρνησης της εργατικής τάξης», τα οποία την ανέδειξαν σε αξεπέραστο υπόδειγμα κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας.

Η Δήμητρα Τζανάκη αποτιμά την Κομμούνα, στα χαρακώματα της οποίας συνυπήρξαν μαύροι, γυναίκες, ξένοι και πόρνες, ως απόπειρα εδραίωσης μιας Παγκόσμιας Δημοκρατίας, που έθεσε ως στόχο της την κατάργηση του πυρήνα της Αστικής Δημοκρατίας, δηλαδή ενός πατριαρχικού, ταξικού, αποικιοκρατικού καθεστώτος αλήθειας/ταξινόμησης της ζωής σε ανθρώπινη και ζωώδη. Η πτώση της Κομμούνας σηματοδοτεί κατά τον Στέφανο Σαλεβουράκη «τον θρίαμβο του φιλομοναρχικού συντηρητικού στρατοπέδου της χώρας». Είναι η εποχή που η μπουρζουαζία αποκτά ιδεολογικό εξοπλισμό, διαμορφώνει την ταξική της συνείδηση και ανασυγκροτείται γύρω από έναν πυρήνα φιλομοναρχικών πολιτικών ρευμάτων, ο οποίος, αν και ετερόκλητος ως προς τα επιμέρους ρεύματα του, διακρίνεται από ένα κοινό στόχο: την εδραίωση της αστικής εξουσίας, το κλείσιμο του κύκλου της επαναστατικής βίας που ανοίγει στα 1789 και την αποφυγή μιας νέας «εποχής της τρομοκρατίας».

Το άρθρο του καθηγητή Marcello Musto (Μαρτσέλο Μούστο) στο περιοδικό Jacobin που μετέφρασε στα ελληνικά ο Ηρακλής Οικονόμου για το παρόν αφιέρωμα αναδεικνύει τις τομές που επέφερε η Κομμούνα σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Προσφέροντας μια εύχρηστη σύνοψη των διαφόρων μέτρων που έλαβαν οι εξεγερμένοι, ο γνωστός στοχαστής φωτίζει τον ασύλληπτο βαθμό εκδημοκρατισμού της πολιτικής ζωής που πέτυχε η Κομμούνα, ο οποίος συνοδεύτηκε από ένα άνευ προηγουμένου κύμα προοδευτικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Οι αναφορές του κειμένου, μεταξύ άλλων, στη μείωση του εργάσιμου χρόνου, στην εξασφάλιση πρόσβασης στην εκπαίδευση για όλους και στον χωρισμό κράτους-εκκλησίας, προκαλούν δέος εάν τις συγκρίνουμε με την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε 150 χρόνια μετά, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Ο Musto δεν παραλείπει να μας υπενθυμίσει πόσο βίαιη υπήρξε η καταστολή της εξέγερσης, η οποία όμως δεν κατάφερε να σβήσει το ιστορικό αποτύπωμα των Κομμουνάρων ως πρωτοπόρων της ταξικής πάλης και του αγώνα για μια δικαιότερη κοινωνία.

Ακολουθεί συνέντευξη που παραχώρησε πριν λίγες μέρες στο Παρίσι για τα marginalia ο ιστορικός Χρίστος Ανδριανόπουλος στον Πάνο Αγγελόπουλο, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση ενός συλλογικού τόμου στη Γαλλία με τίτλο La Commune de Paris 1871. Les acteurs, l’événement, les lieux (Η Κομμούνα του Παρισιού 1871: τα δρώντα υποκείμενα, το συμβάν, οι χώροι). Ανασυγκροτώντας το συμβάν της Κομμούνας πάνω στον χρονικό άξονα του πολυτάραχου γαλλικού 19ου αιώνα, ο Ανδριανόπουλος προτείνει την κατανόηση της Κομμούνας ως μιας πολιτικής μορφής που «διαπερνά όλες τις προοδευτικές θεωρίες του 19ου αιώνα». Αντιπαραβάλλει την πρόσληψή της από τον Μάη του ‘68 με τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του εν λόγω συλλογικού τόμου, στον οποίο συμβάλλει κι ο ίδιος με μελέτη του για τον Λουί Μπλανκ, έναν από τους πρωταγωνιστές της επανάστασης του 1848.

Ο Σωτήρης Σιαμανδούρας μεταφράζει το ποίημα του Ρεμπώ «Τα χέρια της Ζαν-Μαρί», γραμμένο για τις γυναίκες της Κομμούνας τον Φεβρουάριο του 1872. Στο πλάι παρατίθεται το πρωτότυπο στα γαλλικά, μαζί με σχολιασμό για το περιεχόμενο και τις μεταφραστικές επιλογές. Οι πρώτοι δύο στίχοι: «Η Ζαν Μαρί έχει χέρια δυνατά,/Χέρια σκοτεινά που κατεργάστηκαν τα καλοκαίρια». Το ποίημα-ύμνος στα χέρια της Ζαν-Μαρί αποτελεί φόρο τιμής στα χέρια των γυναικών της Κομμούνας.

Στη στήλη «Σ.τ.Μ.», ο Νίκος Σκοπλάκης εξετάζει την αποκρυστάλλωση των αναφορών της Παρισινής Κομμούνας στην επαναστατική κίνηση που ξεκινάει από το έτος ΙΙ της Επανάστασης, την επανεπινόηση και την υπέρβασή τους, τους αλληλένδετους σημασιακούς κόσμους ενός «παλιού» επαναστατικού ρεπερτορίου και τη γέννηση του καινούριου• τις ανταγωνιστικές ιδέες-πρακτικές των εχθρών της Κομμούνας και των ανθρώπων της Κομμούνας• χρήσεις, καταχρήσεις, οικειοποιήσεις, διασαλεύσεις και αποσαφηνίσεις κοινωνικοπολιτικών σημαινόντων, ονομασιών, ιδιοτήτων και σημασιών: Communard(e)s, communeux, pétroleuses και άλλα επίδικα ιστορικής κατανόησης των εξεγερμένων. Τις λέξεις της Ιστορίας. O Τάσος Αναστασίου, με τον πάντα εύστοχο τρόπο του, επικαιροποιεί στο σκίτσο του την αγανάκτηση των εκάστοτε «από πάνω» απέναντι στους εξεγερμένους και τις εξεγερμένες.

Τέλος, η κεντρική εικόνα κάθε άρθρου (με εξαίρεση το παρόν κείμενο και το Χρονολόγιο) μας παρουσιάζει μια στιγμή του σύγχρονου Παρισιού μέσα από τον φακό της Αναστασίας Δεληγιάννη.


To κείμενο των Δήμητρα Γεωργιάδου και Δήμητρα Αλιφιεράκη επιμελήθηκαν τα μέλη της Συντακτικής Επιτροπής των Μαργκινάλια

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Γεωργιάδου

Η Δήμητρα Γεωργιάδου ειναι υπ. διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας με αντικείμενο την εμπειρία της επισφάλειας. Έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ανθρωπολογία και τις Σπουδές Φύλου, είναι μεταφράστρια-επιμελήτρια και πρόσφατο μέλος των marginalia.

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Αλιφιεράκη

Η Δήμητρα Αλιφιεράκη σπούδασε κλασική φιλολογία και φιλοσοφία στην Αθήνα και το Βερολίνο. Διδάσκει ελληνικά ως ξένη γλώσσα και συντονίζει κύκλους ανάγνωσης για το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ στο Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ του Βερολίνου. Στα κύρια ενδιαφέροντά της συγκαταλέγονται η κλασική γερμανική φιλοσοφία και η μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε